Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Η πολιτικη επιστημη στην Ελλαδα

Γεωργίου Κοντογιώργη


Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Περίληψη

Η μόλις πρόσφατη επάνοδος της πολιτικής επιστήμης ως αυτοτελούς γνωστικού πεδίου συνάδει ευθέως με το εντελώς πρώιμο στάδιο ανθωποκεντρικής οικοδόμησης (η κοινωνία πολιτών) που διέρχεται ο νεότερος κόσμος. Η πολιτική στο στάδιο αυτό προσ-λαμβάνεται ως καθαρά «επιχειρησιακή» έννοια βασισμένη στον αυστηρό διαχωρισμό μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής ή διαφορετικά στον αποκλεισμό του κοινωνικού σώμα-τος από το πολιτικό σύστημα. Η πολιτική ορίζεται συνολικά ως ταυτολογία της εξουσί-ας. Η ιδιαιτερότητα του νεοελληνικού παραδείγματος έγκειται στο ότι εισέρχεται στο κοσμοσύστημα του κράτους-έθνους όχι από τη φεουδαρχία αλλά ευθέως από ένα ολο-κληρωμένο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα όπως το ελληνικό, στο οποίο η πολιτική αναδεικνύεται επίσης ως ελευθερία και ως αγαθό. Ως εκ τούτου, προσφέρεται για την παρακολούθηση των μεταλλαγών του πολιτικού φαινομένου και κατ’επέκταση της πε-ριέλευσής του αρχικά στην αρμοδιότητα των επιστημών του κράτους και στη συνέχεια της πορείας προς τη συγκρότηση ενός αυτόνομου επιστημονικού χώρου. Η ίδια αυτή ιδιαιτερότητα μπορεί να εξηγήσει, ως ένα βαθμό, την παρατηρούμενη ανάδυση, στις μέρες μας, ενός εναλλακτικού παραδείγματος για την πολιτική που συνδέει το φαινόμε-νο καθεαυτό με τη φύση του κι όχι με μια συγκεκριμένη δομική του έκφανση. Πράγμα που υπονοεί, σε τελευταία ανάλυση, ότι η εξουσιαστική θέσμιση της πολιτικής απάδει προς την ολοκληρωμένη ανθρωποκεντρική υπόσταση του κόσμου και οπωσδήποτε δεν εξαντλεί την έννοια και τις διαστάσεις του πολιτικού φαινομένου.


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η πρόσφατη ανάδυση της πολιτικής επιστήμης στο σύγ-χρονο κόσμο επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η επιστημονική προσέγγι-ση του πολιτικού φαινομένου εξαρτάται ευθέως από τη θέση που καταλαμβάνει η πολιτική πράξη στο χρόνο και στα πλαίσια της συ-γκροτημένης κοινωνίας. Στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ο μετασχηματι-σμός του πολιτικού από ιδιωτική (φεουδαρχική κοινωνία) σε δημό-σια υπόθεση, με την έννοια του αυτόνομου κρατικού χώρου, ο οποί-ος τίθεται υπό τον έλεγχο μιας κυρίαρχης πολιτικής εξουσίας νομι-μοποιημένης από το κοινωνικό σώμα (κοινωνία πολιτών), δεν ήταν από μόνος του αρκετός για να προωθήσει τη διαδικασία ανάπτυξης της πολιτικής επιστήμης. Για να φθάσουμε στο σημείο όπου το πο-λιτικό φαινόμενο αρχίζει να ανασυγκροτείται δειλά ως αντικείμενο μιας αυτόνομης επιστήμης, χρειάστηκε να επιτευχθεί η υπέρβαση του παραδοσιακού πλαισίου του δημόσιου χώρου, μέσα από την ου-σιαστική διεύρυνση του πεδίου της πολιτικής προς την κατεύθυνση της κοινωνίας. Επέκταση που οφειλόταν στη βαθιά μεταβολή που υπέστη το επικοινωνιακό σύστημα στα τέλη αυτού του αιώνα. Από την άποψη αυτή, η περίπτωση της Ελλάδας αποτελεί ένα σημαντικό εργαστήρι, λόγω της μοναδικότητάς της, αφού παραπέμπει σε ένα κοσμοσύστημα που θεμελιώνεται στην ανθρωποκεντρική αρχή και βίωσε εξασφαλίζοντας τη συνέχειά του, από τις απαρχές έως μια πρόσφατη εποχή.




Α. ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

1. Από το κοσμοπολιτειακό κοσμοσύστημα στο εθνοκεντρι-κό κοσμοσύστημα

α) Οι ελληνικές κοινωνίες θεμελίωσαν και διαχειρίστηκαν ήδη από την κρητομυκηναϊκή εποχή ένα κοσμοσύστημα που είχε ως βά-ση του τη χρηματιστική οικονομία και την πολιτεία της πόλης , με κρατοκεντρική ή οικουμενική και κοσμοπολιτειακη μορφή . Μην έ-χοντας γνωρίσει το φεουδαρχικό κοσμοσύστημα, το πολιτικό φαινό-μενο θα αποτελέσει τη δεσπόζουσα σταθερά της εποχής αυτής. Εμ-φανίζεται, είτε ως απλό (πολιτικό) δικαίωμα (για παράδειγμα, στην προ-δημοκρατική περίοδο), είτε ως (πολιτική) ελευθερία, και μάλι-στα ως αγαθό που κάνει την εμφάνισή του μετά την εγκαθίδρυση της πολιτικής κοινωνίας και του δημοκρατικού συστήματος στο πλαί-σιο της πόλης. Αγνοείται πλήρως το γεγονός ότι το πολιτειακό όχη-μα του ελληνικού κοσμοσυστήματος, δηλαδή η πόλις, καθώς και η ονομαζόμενη άμεση δημοκρατία, υπερβαίνουν κατά πολύ την κλα-σική περίοδο, συμπεριλαμβανομένου του δουλοκτητικού συστήμα-τος και συγκροτούν τη θεμελιώδη σταθερά μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα.
Η διανοητική προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου συ-νόδευσε την πολιτική πράξη στο εσωτερικό του ελληνικού κοσμο-συστήματος, ακόμα και στις "σκοτεινές" περιόδους: στις αρχές του ρωμαϊκού δεσποτισμού (2ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ. Χ.), κατά τη φάση της εδραίωσης του χριστιανισμού στο βυζάντιο (7ος-8ος αι.) και στις αρχές του οθωμανικού δεσποτισμού (15ος-17ος αι.). Διότι τελι-κά, επειδή τα θεμέλια του ελληνικού κοσμοσυστήματος (η χρηματι-στική οικονομία και η αυτόνομη πόλις) παρέμειναν ανέπαφα, ο δε-σποτισμός της κεντρικής εξουσίας ή η μεταστροφή του ενδιαφέρο-ντος (κατά την περίοδο της επεξεργασίας του χριστιανικού δόγμα-τος) επηρέασαν βασικά την πρωτοτυπία της πολιτικής σκέψης, όχι όμως την πολιτική πράξη ή τη διανοητική ενασχόληση με την πολι-τική.
Αποφασιστική στιγμή για την αναγέννηση του ελληνι-κού ανθρωπισμού υπήρξε η νίκη της εικονολατρίας στο Βυζάντιο (8ος-9ος αι.) . Η πολιτική φιλοσοφία και γενικότερα η προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου θα αποτελέσει έναν προνομιακό τομέα, που θα δώσει μια νέα ώθηση στο περιεχόμενο των σπουδών στο δη-μόσιο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στις Σχο-λές ή στους πνευματικούς Κύκλους από τους οποίους έβγαιναν τα στελέχη του Κράτους και της κοινωνίας. Οι μεγάλοι εκπρόσωποι της γνώσης στην περίοδο αυτή δεν είναι θεωρητικοί του δικαίου, νομι-κοί, θεολόγοι ή φιλόσοφοι, αλλά κυρίως πολιτικοί στοχαστές και ει-δικοί της πολιτικής ζωής. Ο Φώτιος, ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Πλήθων Γεμιστός, ο Βησσαρίων, η Άννα Κομνηνή και πολλοί άλλοι είναι πράγματι αυθεντικοί εκπρόσωποι του κινήματος αυτού. Η πολιτική διάσταση του δικαίου (π.χ. ο Αρμενόπουλος, 15ος αι.) είναι ένα γε-γονός που οφείλει επίσης να καταγραφεί.
Η μαζική έξοδος των εκπροσώπων του ελληνικού αν-θρωπισμού στην Ευρώπη συνέβαλε σταδιακά στην ενσωμάτωση της ηπείρου στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα . Περιόρισε όμως για περισσότερο από έναν αιώνα τον ζωτικό χώρο του ελληνικού κο-σμοσυστήματος από την παραγωγή μιας πρωτότυπης πολιτικής σκέ-ψης. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας περιόδου του οθωμανικού δε-σποτισμού, το σημαντικότερο τμήμα της ελληνικής πνευματικής τά-ξης θα διατηρήσει ως κύρια βάση του το "άλλο" Βυζάντιο, δηλαδή τις παλιές βυζαντινές πόλεις της Ιταλίας . Εντούτοις, ο εντυπωσια-κός αριθμός μεταγλώττισης κλασικών κειμένων, μεταξύ αυτών και πολιτικών, στις ελληνικές περιοχές, ακριβώς μετά την κατάκτηση, δείχνει όντως ότι η πραγματικότητα της πολιτικής πράξης, πανταχού παρούσα στην ελληνική κοινωνία, δεν έπαψε να κινεί την πνευματι-κή περιέργεια και την πολιτική προβληματική .
Ένα νέο κίνημα αναπτύσσεται κατά τον 17ο αιώνα και φτάνει στο απόγειό του στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα, οπότε επανεμφανίζεται στον ζωτικό χώρο του ελληνικού κοσμοσυ-στήματος μια πρωτότυπη πνευματική παραγωγή, που θα μπορούσε να συγκριθεί με εκείνη των πλέον σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών. Ένας εντυπωσιακός αριθμός πολιτικών έργων δημοσιεύεται τη στιγ-μή που, στις πανεπιστημιακές σχολές του ελληνισμού, η διδασκαλία της πολιτικής φιλοσοφίας, των ιδεών και των πολιτικών φαινομένων καταλαμβάνει μια κεντρική θέση. Από ιδεολογική και πολιτική ά-ποψη, η πνευματική τάξη της εποχής εγγράφεται ουσιωδώς στην οι-κουμενική και κοσμοπολιτειακή τροχιά του ελληνικού κοσμοσυστήμα-τος. Η βαθιά όσμωση ανάμεσα στην ελληνική διανόηση και στην «αναγενώμενη» Ευρώπη δεν θα ωθήσει την πρώτη να παρεκκλίνει προς την κατεύθυνση του κράτους-έθνους. Το σύστημα της αυτόνο-μης πόλης - με την έννοια της πολιτείας που οριοθετεί, παράγει και αρθρώνει το πολιτικό φαινόμενο - και της κοσμοπολιτείας συνι-στούν το σημείο αφετηρίας και το θεμέλιο της προβληματικής της. Πρόκειται, όπως ειπώθηκε, για την πόλη που προήλθε απ'ευθείας από την πόλη-κράτος, της οποίας θα αποτελέσει μέχρι τέλους μια εντυπωσιακή αναπαραγωγή, ενσωματωμένη στους κόλπους της οι-κουμενικής πραγματικότητας.
Η ανθρωποκεντρική προσέγγιση, με όρους ευρείας ελευθερί-ας, συνθέτει τη ζωτική προτεραιότητα που καλύπτει το σύνολο του κοινωνικού γίγνεσθαι, συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας. Το πολιτικό, μακράν του να γίνεται αντιληπτό ως ένα απλό προ-δημοκρατικό δικαίωμα, προορισμένο να νομιμοποιήσει την κυρίαρ-χη εξουσία (π.χ. με την εκλογική ψήφο), είναι στην πραγματικότητα το συστατικό στοιχείο της καθόλου αυτονομίας, η ουσία της οποίας είναι η πολιτική ελευθερία του κοινωνικού σώματος. Ο πολιτικός χώρος υπερτερεί του δημόσιου χώρου, το κοινό συμφέρον του γενι-κού συμφέροντος. Στην κυρίαρχη πολιτική εξουσία που επενδύει για τη νομιμοποίησή της στο "κοινωνικό συμβόλαιο" αντιπαραβάλλεται η αυτονομία του κοινωνικού σώματος, με άλλα λόγια, η πολιτική αυ-τοκυβέρνηση. Στο πλαίσιο της δημοκρατικής πολιτείας, όπου η κυ-ρίαρχη εξουσία συνεχίζει να ταξινομείται τυπολογικά στο προ-δημοκρατικό στάδιο του δεσποτικού συστήματος ή, ανάλογα, της κοινωνίας πολιτών, η αντιπροσωπευτική αρχή είναι περιορίζεται σε λειτουργίες μικρής χρονικής διάρκειας (εκλέγεται για έξι μήνες έως ένα έτος), ελέγχεται αμέσως και αδιαλείπτως από το κοινωνικό σώ-μα, είναι ελευθέρως ανακλητή και υποχρεωτικά συλλογική . Η αρχή της πλειοψηφίας ισχύει για το συνερχόμενο κοινωνικό σώμα, δηλα-δή για το πολιτικά κυρίαρχο όργανο, όχι όμως για το αντιπροσωπευ-τικό σώμα, σχετικά με το οποίο λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να αποφευχθεί κάθε τάση συγκέντρωσης ή κατάχρησης της ε-ξουσίας. Το θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής πολιτικής σκέψης και της ιθύνουσας τάξης της περιόδου αυτής υπήρξε η υποκατάστα-ση, στο επίπεδο του κεντρικού συστήματος, του «ασιατικού» τύπου οθωμανικού δεσποτισμού από την ελληνική κοσμοπολιτεία (πρόκει-ται για την "Ελληνική Δημοκρατία" του Ρήγα Φεραίου, 1757-1798), στο οικουμενικό της περιβάλλον .

β) Ο προσανατολισμός αυτός της ελληνικής πολιτικής σκέψης θα υποστεί μια αποφασιστική δοκιμασία ως αποτέλεσμα της μεγά-λης επανάστασης του 1821, η οποία, από μια άλλη άποψη, αντιπρο-σωπεύει τη μεγαλύτερη ανατροπή που γνώρισε ο ελληνισμός και το κοσμοσύστημά του. Η γέννηση ενός νεο-ελληνικού κράτους που α-σφυκτιούσε μέσα στα σύνορά του, στο περιθώριο του ελληνικού κοσμοσυστήματος και των ελληνικών κοινωνιών, θα συνοδευθεί από σειρά μέτρων που θα οδηγήσουν στον αδιαμφισβήτητο και μά-λιστα θεσμικό έλεγχο, επί του κράτους και ταυτόχρονα επί της σύ-νολης κοινωνίας. Η μετάβαση από το βαθιά δημοκρατικό και «πολι-τειακό» (ήτοι μη μοναρχικό) σύστημα, το οποίο εισήχθη από την αρχή της επανάστασης, στη βαυαρική απόλυτη μοναρχία (1832-1843) που επελέγη και επεβλήθη από τις Δυνάμεις, θα οδηγήσει στον οριστικό και άνευ όρων εγκλωβισμό του κράτους και του πολι-τικού συστήματος στην προοπτική του νέου εθνοκεντρικού κοσμο-συστήματος.
Συγκρινόμενη με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, η ελληνική κοινωνία είναι η μοναδική εκφραστής ενός διαφορετικού δρόμου μετάβασης στο κράτος-έθνος, που οφείλεται σε μια αδιάλειπτη αν-θρωποκεντρική κληρονομιά, συμφυή προς το κοσμοσύστημά της . Στην περίπτωση της δυτικής Ευρώπης, το κράτος σφυρηλατεί το έ-θνος και εν τέλει την πορεία για την κοινωνία πολιτών. Στην έξοδο από τη φεουδαρχική κοινωνία, το πολιτικό πρόταγμα επικεντρώνε-ται αναπόφευκτα στην ατομική και κοινωνική ελευθερία. Η πολιτική ως ελευθερία, απουσιάζει εντελώς από την προβληματική του κοι-νωνικού σώματος. Στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, το έ-θνος, το οποίο δημιουργεί το κράτος, καλείται να αποσείσει τα θε-μελιώδη κεκτημένα του ελληνικού κοσμοσυστήματος - την κοινωνι-κή αυτονομία (π.χ. στο τομέα της εργασίας) και κυρίως την πολιτική ελευθερία - προκειμένου να οικοδομήσει ένα σύστημα που να συν-δέεται με το πρωταρχικό πολιτικό στάδιο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Το προηγούμενο αυτό της ελληνικής κοινωνίας εξηγεί μια σειρά από "παρεκκλίσεις" που παρουσιάζει το νέο πολι-τειακό της σύστημα και οι οποίες το τοποθετούν τελικά στη θέση ενός είδους προπομπού στις εξελίξεις, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό "κανόνα" : η εισαγωγή της καθολικής ψήφου (με την έννοια του δι-καιώματος και όχι πλέον της πολιτικής ελευθερίας), από τις αρχές της επανάστασης (Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, Δεκ. 1821-Ιαν. 1822) και του νεο-ελληνικού Κράτους (1828), τη στιγμή που στη Μεγάλη Βρετανία, το 1832, το δικαίωμα αυτό δεν καλύπτει περισ-σότερο από το 7% του εκλογικού σώματος . Η καθιέρωση, εξαρχής, ενός πολυσυλλεκτικού ή διαστρωματικού κομματικού συστήματος στο πλαίσιο ενός κοινοβουλευτικού καθεστώτος, σε αντίθεση με τα ταξικά ή ιδεολογικά κόμματα και τα κοινωνικά κινήματα που κυ-ριάρχησαν στον νεότερο κόσμο μέχρι πρόσφατα .
Η βαθιά ανθρωποκεντρική ιδιοσυστασία του κοινωνικού σώ-ματος, που επιβεβαιώνεται στο επίπεδο της ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας, καθώς και η έντονη πολιτικοποίησή του εμποδίζουν τις πολιτικές δυνάμεις να αναλάβουν ρόλους "ελευθερωτών" και "προ-στατών". Η πολιτική ενσωμάτωση της ελλαδικής κοινωνίας δεν πραγματοποιείται με ενδείκτη την προσχώρηση του ατόμου στη λο-γική της αντιπροσωπευτικής διαχείρισης. Στο μέτρο που παραπέμπει σε μια ισχυρή παράδοση, υλοποιείται μέσα από την ανάπτυξη μιας άμεσης διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στον πολίτη και στο πολιτικό γίγνεσθαι. Γεγονός που υποχρεώνει την πολιτική τάξη να διαπραγ-ματευθεί τη νομιμοποίησή της και την αναδιανομή των δημόσιων προσόδων. Η εξαιρετική πολιτικοποίηση του κοινωνικού σώματος εξηγεί συγχρόνως την παντελή απουσία, στη νεοελληνική κοινωνία, φαινομένων που περιορίζουν το πολιτικό πεδίο, όπως η προσωπολα-τρία ή ο ολοκληρωτισμός. Το νεοελληνικό κράτος αντιπροσωπεύει το κοινοβουλευτικό και κομματικό σύστημα με τη μεγαλύτερη πα-ράδοση υπό συνθήκες καθολικής ψηφοφορίας και, κυρίως, με το ευ-ρύτερο πεδίο της πολιτικής .


2. Η περίοδος του κράτους-έθνους

α) Η μετάβαση από το ελληνικό κοσμοσύστημα στην τυπολο-γική ανθρωποκεντρική παράμετρο του εδαφικά εκτεταμένου κρά-τους, που αυτοπροσδιορίζεται από τη διάσταση του έθνους, μετα-βάλλει ριζικά το κοινωνικό-πολιτικό περιβάλλον και την πολιτική σκέψη στην Ελλάδα. Η έννοια του πολιτικού φαινομένου προσαρ-μόζεται στις προδιαγραφές του νέου συστήματος, που επιδιώκει να το οριοθετήσει στο εσωτερικό του δημόσιου χώρου. Εφεξής γίνεται αντιληπτό, όχι σε συνάρτηση με την ιδιαίτερη φύση του (ως φαινό-μενο), αλλά σύμφωνα με τη δομική του έκφραση (την κυρίαρχη πο-λιτική εξουσία), που υλοποιείται στην εποχή αυτή στο περιβάλλον του κράτους-έθνους. Η ίδια η ιδιότητα του πολίτη εξαρτάται κατ’αρχήν από την καταγωγή, ή, έστω, από ένα ελάχιστο βαθμό ταύτισης με την κυρίαρχη αντίληψη του έθνους. Έτσι, η πολιτειότης ορίζεται ως ιθαγένεια - από την εθνική καταγωγή - ή υπηκοότης - από το ανήκειν στο κράτος. Πράγμα που επιβεβαιώνει ότι καθορι-στικός πολιτικός παράγων είναι το έθνος και το κράτος, όχι ο λαός και το πολιτικό σύστημα. Οι πολιτικές του κράτους (π.χ. η εξωτερι-κή πολιτική) αντανακλούν εθνικές επιδιώξεις ή πολιτικές, το δια-κρατικό σύστημα ορίζεται ως διεθνές σύστημα, το γενικό συμφέρον ισοδυναμεί με το εθνικό συμφέρον, κ.λπ. Το πολιτικό σύστημα, έχο-ντας με τη σειρά του υποταχθεί και μάλιστα ταυτισθεί με το κράτος που προόρισται να λειτουργεί υπηρέτης του «εθνικού συμφέροντος» και του «δημοσίου χώρου», εγγράφεται στην αρμοδιότητα του δη-μοσίου δικαίου. Εργασίες πολιτικής επιστήμης που διαπραγματεύο-νται το προγενέστερο πολιτικό σύστημα (το κοσμοσυστημικό περι-βάλλον) ή το νεοελληνικό κράτος, τιτλοφορούνται ωσάν να ανή-κουν στο δημόσιο δίκαιο. Η πολιτική ιστορία του ελληνικού κοσμο-συστήματος ανασυγκροτείται τελικά, υπό μια τυπικά εθνοκεντρική σκοπιά. Η ιστορία του ελληνισμού και του κοσμοσυστήματός του δεν αποτελεί πιά, παρά την ιστορία της Ελλάδας. Η εθνική προσέγ-γιση της πολιτικής ιστορίας του ελληνισμού αποκρυσταλλώνεται με την επιβεβαίωση της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους (Παπαρηγόπουλος, Ζαμπέλιος, κ.λπ.). Πρόκειται για μια αντίληψη η οποία, μολονότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής , απο-δεικνύεται από πολλές απόψεις αντιφατική, διότι στην πραγματικό-τητα, η ελληνική συνέχεια δεν στοιχειοθετείται, παρά σε στενή συ-νάφεια με τη συνέχεια του κοσμοσυστήματός της, που είναι εξάλλου αναμφισβήτητη. Τούτο όμως μέχρι σήμερα, οι κοινωνικές επιστήμες στο σύνολό τους εμφανίζονται να αγνοούν και, οπωσδήποτε, δια-φεύγει εντελώς από την προβληματική τους.
Παρόλ’αυτά, το νεοελληνικό κράτος βρέθηκε πολύ κο-ντά στη δημιουργία, το 1829, μιας Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επι-στημών, που θα είχε ως προορισμό την κατάρτιση των διπλωματών, των διοικητικών στελεχών, των δικαστών και των νομοθετών, από τον πρώτο Πρόεδρο της Ελληνικής Πολιτείας, τον Ι. Καποδίστρια, πρώην υπουργό εξωτερικών της Ρωσίας. Η ιδέα, της οποίας την πα-τρότητα είχε ο Αλέξανδρος Στούρτζας, τότε μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ρωσίας, ατόνησε μετά τη δολοφονία του Ι. Κα-ποδίστρια και την εγκαθίδρυση της απόλυτης μοναρχίας. Το σχέδιο θα ενεργοποιηθεί εκ νέου από τον Χ. Τρικούπη (1832-1896), αλλά δεν θα καταλήξει σε αποτέλεσμα, διότι εν τω μεταξύ η κυβέρνησή του θα απωλέσει την πλειοψηφία στη Βουλή. Έτσι, με εξαίρεση, κυ-ρίως, την ιστορία, τη λαογραφία και τη γλωσσολογία, η παρουσία των οποίων υπήρξε αδιάκοπη, η κοινωνική επιστήμη και, κατ'επέκταση, η πολιτική επιστήμη, αντιπροσωπεύεται έκτοτε από το δίκαιο, με κυρίαρχους τομείς το συνταγματικό και το διοικητικό δίκαιο. Το δημόσιο δίκαιο προσφέρει μια ανεκτίμητη συνδρομή στη μοναρχία και στο κομματικό σύστημα κατά τη διαδικασία οικοδό-μησης και νομιμοποίησης του θεσμικού και ιδεολογικού οπλοστασί-ου του νέου κράτους, καθώς και στην προσπάθεια για την οριστική κατάλυση των θεμελίων και των αντιστάσεων του προγενέστερου κοσμοσυστήματος (της αυτόνομης πόλης, κ.λπ.). Εξάλλου, η ιδιαι-τερότητα του πολιτικού περιβάλλοντος, την οποία προαναγγείλαμε (το ανθρωποκεντρικό κοινωνικό καθεστώς και η βαθιά πολιτικοποί-ηση του ατόμου, η "πολυσυλλεκτική" φύση του κομματικού συστή-ματος, η μόνιμη αδυναμία του δημόσιου χώρου να οριοθετήσει και να απορροφήσει την πολιτική δυναμική, η νομιμοποίηση της πολιτι-κής τάξης υπό συνθήκες διαρκούς αμφισβήτησης, κ.λπ.) είναι βασι-κά υπόλογο για την καίρια θέση που καταλαμβάνει το πολιτικό φαι-νόμενο στο δημόσιο δίκαιο . Η τάση αυτή συνεχίζεται ή και ενισχύ-εται , κυρίως στη διάρκεια του μεσοπολέμου, ή ακόμη και αργότε-ρα, μέχρι τις μέρες μας.
Η περίοδος που αρχίζει από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα χαρακτηρίζεται από την εμφανή αποτυχία του εθνικού τύπου κράτους να δημιουργήσει στα οθωμανικά εδάφη ένα ζωτικό χώρο για τον ελληνισμό, ανάλογο με την οικονομική, κοινωνική, πολιτι-σμική και πολιτική του επιφάνεια. Η αποτυχία αυτή θα βαρύνει κα-θοριστικά στην πολιτική ζωή της χώρας, ιδίως από τη δεκαετία του 1860, μετά την ανάδυση στη Βαλκανική των σλαβικών εθνικισμών οι οποίοι, όχι μόνο θα αμφισβητήσουν το ελληνικό μονοπώλιο στην κληρονομιά της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και την προσδοκία της ελληνικής κοινωνίας να συμμετάσχει στη διανομή της. Η αδυναμία της ελληνικής πολιτικής τάξης να επιβάλει την εφαρμογή της συνθήκης των Σεβρών στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη συνιστά από την άποψη αυτή μια κομβική τομή. Η ήττα της Ελλάδας, η οποία οδήγησε στη μαζική έξοδο σχεδόν του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού, έδωσε μια οριστική λύση στο ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, καθώς και στην παρουσία των τελευταίων εστιών του συστήματος της πόλης . Η φιλελεύθερη με-ταρρύθμιση που εγκαινιάζεται το 1909 από τον Ελ.Βενιζέλο, οδηγεί, μεταξύ των άλλων, στην επεξεργασία και κατάθεση στη Βουλή το 1911 νομοσχεδίου περί συστάσεως Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών η οποία όμως δεν θα καταλήξει. Εν τω μεταξύ, οι εξωτε-ρικές αναζητήσεις και η βίαιη παρέμβαση του θρόνου στην πολιτική ζωή της χώρας θα προκαλέσουν ένα ισχυρό πλήγμα στη διαδικασία εσωτερικής ανασυγκρότησης, οι συνέπειες της οποίας θα διαρκέ-σουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μέχρι πρόσφατα.
Οι εξελίξεις αυτές στην πολιτική σκηνή ενισχύουν την τάση που εκδηλώθηκε ήδη τον 19ο αιώνα, και η οποία σηματοδοτεί την εμφάνιση πολυάριθμων έργων πολιτικής θεωρίας και έρευνας της ελληνικής πολιτικής ζωής, με κύριο γνώρισμα το γεγονός ότι οι συγ-γραφείς τους αναπτύσσουν μια έντονη κοινωνικοπολιτική δράση . Η κίνηση αυτή θα ενταθεί από τις αρχές του 20ου αιώνα, θα επενδυ-θεί μάλιστα καταλυτικές πολιτικές διαστάσεις, που θα καταλήξουν στην συνολική ανατροπή της κοινωνικό-πολιτικής και πνευματικής ζωής του τόπου. Το 1916 ιδρύεται η Εταιρία κοινωνικών και πολιτι-κών επιστημών, η οποία, επί μακρά σειρά ετών, εκδίδει την επιστη-μονική επιθεώρηση «Αρχείον οικονομικών και κοινωνικών επιστη-μών» και δραστηριοποιείται με διαλέξεις και άλλες εκδηλώσεις. Στην Εταιρία αυτή θα παρουσιάσουν το έργο τους πλήθος ανθρώ-πων του πνεύματος με αντικείμενο και την πολιτική επιστήμη, όπως ο Ε. Λεμπέσης το 1929 («κριτική της κοινής γνώμης») και το 1931(«Το πρόβλημα της καπιταλιστικής συγκεντρώσεως εν τη Α-γροτική Οικονομία») κ.α. Το 1925, ο διευθυντής του «Αρχείου» Δημ. Καλιτσουνάκης δημοσιεύει το έργο του «Πολιτική επιστήμη».
Έκφραση της γενικής αυτής κίνησης είναι η υλοποίηση, τελι-κά το 1927, του σχεδίου για τη δημιουργία μιας Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών, με προορισμό την προώθηση της μελέτης και της διδασκαλία του πολιτικού φαινομένου, των πολιτικών θεσμών και του κράτους . Από την αρχή, η Σχολή αυτή, η οποία μετά το 1930 συναντά το σχέδιο ενός άλλου μεγάλου θιασώτη της ιδέας, του Αλέξανδρου Πάντου, υιοθετώντας μάλιστα και το όνομά του , διαι-ρείται σε δύο τμήματα : α) πολιτικής επιστήμης και ιστορίας, β) οι-κονομίας και κοινωνιολογίας. Επισημαίνεται ότι, "οι σπουδές της Σχολής διαφέρουν ουσιωδώς από την εκπαίδευση που προσφέρεται από τους πανεπιστημιακούς θεσμούς. Αν και περιέχει γνωστικά α-ντικείμενα ισοδύναμα με αυτά των Ανώτατων Ιδρυμάτων, εντούτοις η αποστολή της είναι διαφορετική....σύμφωνα με τις σύγχρονες α-ντιλήψεις για το εκπαιδευτικό σύστημα που υποδεικνύουν οι πολιτι-κές και κοινωνικές επιστήμες". Οι κύκλοι σπουδών της Παντείου Σχολής έρχονται έτσι σε ρήξη με την παράδοση του δικαίου και ταυ-τόχρονα προσεγγίζουν το πολιτικό φαινόμενο από μια μάλλον διε-πιστημονική σκοπιά, στην οποία προέχουσα θέση καταλαμβάνει η κατεύθυνση που σήμερα ονομάζεται πολιτική κοινωνιολογία. Το 1925, με τον ιδρυτικό νόμο του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, δημιουργούνται στη Σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών δυο κατευθύνσεις : α) δικαίου και β) οικονομίας και πολιτικών επι-στημών. Λίγο αργότερα, το 1930, η Νομική Σχολή του Πανεπιστη-μίου Αθηνών εφαρμόζει ένα πρόγραμμα ειδίκευσης, στο τέταρτο έ-τος σπουδών, που οδηγεί στην απόκτηση διπλώματος πολιτικών και οικονομικών επιστημών. Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1930 δη-μιουργείται η πρώτη έδρα κοινωνιολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο, της οποίας όμως η κατεύθυνση καλύπτει κατά βάση την ιστορία και τις κοινωνικοπολιτικές ιδέες.
Το 1937, η βασιλική δικτατορία, έχοντας συνειδητο-ποιήσει τον καταλυτικό ρόλο της Παντείου Σχολής Πολιτικών Επι-στημών για την ιδεολογική προαγωγή της κοινωνίας και την κατάρ-τιση στελεχών, τη μετατρέπει σε δημόσιο πανεπιστημιακό ίδρυμα, διατηρώντας παράλληλα τα δύο αρχικά τμήματά της. Η πρωτοβου-λία αυτή παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην περίπτωση της Ελλάδας, διότι αποκαλύπτει την αντίδραση της εξουσίας απέναντι σε ένα εγχείρημα ακαδημαϊκού νεωτερισμού, σε μια χώρα όπου, για τους λόγους που προαναφέραμε, το κύμα του φασισμού που συντά-ραξε την Ευρώπη δεν βρήκε πρακτικά καμιά ανταπόκριση στην κοι-νωνία, στην πολιτική ζωή, ακόμη και μεταξύ των διανοουμένων. Ακριβώς αυτό το βαθύ πολιτικό ρίζωμα της ελληνικής κοινωνίας και η λογική της αυτονομίας που τη συνοδεύει και την κάνει να αμφι-σβητεί το κυρίαρχο εξουσιαστικό μόρφωμα, οδήγησε επίσης το κομμουνιστικό κόμμα - περιθωριακό έως τότε, με επιρροή κυρίως στους μικρασιάτες πρόσφυγες - και τους συμμάχους του να επιχει-ρήσουν, στη διάρκεια της κατοχής, την επιστροφή στο σύστημα της αυτόνομης και αυτοκυβερνώμενης πόλεως στις ελεύθερες περιοχές (1941-1944). Το 1943, μια μεταρρύθμιση της Παντείου Α.Σ.Π.Ε. μεταβάλλει τα γνωστικά αντικείμενα των τμημάτων της, εκ των ο-ποίων το ένα επικεντρώνεται στην πολιτική επιστήμη και το άλλο στη δημοσιογραφία.
Ο εμφύλιος πόλεμος (1944-1949) και, στη συνέχεια, ο ψυχρός πόλεμος εντάσσουν την Ελλάδα στη λογική της παγκόσμιας τάξης, η οποία ορίζει περιοριστικά το περιεχόμενο της πολιτικής ε-ναλλαγής, θέτοντας ταυτόχρονα υπό περιορισμό την πολιτική επιστή-μη. Το δίκαιο και η οικονομία επιβάλλονται χωρίς όρους στα πανε-πιστημιακά ιδρύματα. Η Πάντειος Ανώτατη Σχολή Πολιτικών Επι-στημών και ορισμένοι κύκλοι διδασκόντων στις Σχολές του Δικαίου, της οικονομίας και των πολιτικών επιστημών συνεχίζουν να προω-θούν τις σπουδές για το κράτος, το πολιτικό σύστημα, τις δημόσιες πολιτικές, την ιστορία των θεσμών και των διεθνών σχέσεων , τη στιγμή κατά την οποία η ιστορία μεταβάλλεται ουσιαστικά σε συ-μπλήρωμα του φιλολογικού προγράμματος στις αντίστοιχες Σχολές. Το 1951/52, επαναλαμβάνεται με εμμονή ότι, ως πανεπιστημιακός θεσμός, η Πάντειος Σχολή προορίζεται να προσφέρει μια εκπαίδευ-ση διαφορετική από εκείνη που προσφέρουν τα άλλα πανεπιστημια-κά ιδρύματα, δηλαδή να μυήσει τους νέους στους πολιτειακούς θε-σμούς και στην πολιτική θεωρία, στις οικονομικές επιστήμες, στους διάφορους κλάδους της πολιτικής επιστήμης και των κοινωνικών ε-πιστημών με σκοπό την προώθηση της κριτικής προσέγγισης των πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων. Συγχρόνως, γνωστικά αντι-κείμενα των πολιτικών επιστημών και των διεθνών σχέσεων εξακο-λουθούν να περιλαμβάνονται στα προγράμματα σπουδών από το 1948 έως το 1954. To 1952 λειτουργεί στην Πάντειο Σχολή ένα Ιν-στιτούτο κοινωνικών επιστημών. Ωστόσο, με την αναγγελία της ί-δρυσης ενός Ινστιτούτου δημοσιογραφίας, ο κύκλος σπουδών του οποίου προβλεπόταν να έχει διάρκεια τριών ετών, υπογραμμίζεται ότι "η διδασκαλία της δημοσιογραφικής επιστήμης περιορίζεται αυ-στηρά στα θεωρητικά και εθνικά πλαίσια, και κάθε ανάμιξη στα πο-λιτικά ζητήματα της χώρας απαγορεύεται αυστηρά". Η πολιτική επι-στήμη, υπό στενή έννοια, δεν περιλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη . Έτσι, εγχειρίδια που φέρουν τίτλους όπως πολιτειολογία, δημόσιο δίκαιο (συνταγματικό και διοικητικό), δημόσια οικονομία, διεθνές δίκαιο, απορροφούν την καθαυτό ανάλυση του πολιτικού φαινομέ-νου και επιχειρούν συχνά να καλύψουν το αντικείμενο της πολιτικής επιστήμης. Παρόλ’αυτά, από την αρχή της ίδρυσής της, ορισμένοι καθηγητές του συνταγματικού και του διοικητικού δικαίου θα ανα-πτύξουν μια κάποια σταθερή σχέση με την I.P.S.A.(Διεθνής Εταιρία Πολιτικής Επιστήμης). Το 1955 δημιουργείται η Ελληνική Εταιρία Πολιτικής Επιστήμης, η οποία όμως συγκροτείται σχεδόν αποκλει-στικά από νομικούς, ιδίως δε από μέλη του Συμβουλίου της Επικρα-τείας, και η δράση της παραμένει οριακή έως ασήμαντη για την πο-λιτική επιστήμη.
Το δυσμενές για την πολιτική επιστήμη κλίμα, που διαμορφώ-θηκε προοδευτικά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από τις διεθνείς πο-λιτικές συνθήκες λίγο πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και συνεχίσθηκε αργότερα, φαίνεται να αλλάζει κατά τη δεκαετία του 1960. Στο πρόγραμμα σπουδών της Παντείου ΑΣΠΕ του ακαδημαϊ-κού έτους 1960/1961 η πολιτική επιστήμη καταλαμβάνει ήδη μια σημαντική θέση, ενώ την ίδια στιγμή εμφανίζονται κύκλοι συγκριτι-κών σπουδών με αντικείμενα τα σύγχρονα πολιτικά συστήματα (βρετανικό, γαλλικό, αμερικανικό, ρωσικό, κ.λπ.), καθώς και μαθή-ματα κοινωνιολογίας, οικονομικών επιστημών, διεθνών σπουδών, συμπεριλαμβανομένων και των διεθνών σχέσεων. Η τάση για την επανάκαμψη της πολιτικής επιστήμης υπό στενή έννοια στο πανεπι-στημιακό σύστημα έχει ήδη πραγματοποιήσει ένα σημαντικό βήμα. Το 1963, η Πάντειος Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών ανα-διοργανώνεται εκ νέου, με αιχμή του δόρατος τον αναπροσανατολι-σμό των δύο τμημάτων της. Το ένα αναλαμβάνει τη θεραπεία της πολιτικής επιστήμης και το άλλο της δημόσιας διοίκησης. Την επόμε-νη χρονιά, η πολιτική επιστήμη stricto sencu αποκτά την έδρα της, ενώ οι διεθνείς σχέσεις αναβαθμίζονται ανακτώντας διδακτική αυτο-νομία. Λίγο αργότερα, το 1967, το πρόγραμμα ειδίκευσης της Νομι-κής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών μετατρέπεται σε ανεξάρτητο τμήμα πολιτικής επιστήμης και οικονομίας. Στα δύο τελευταία έτη σπουδών το τμήμα αυτό προσανατολίζεται σε δυο προγράμματα ει-δίκευσης χορηγούν δυο χωριστά πτυχία. Το ένα εξ’αυτών αφορά στο δημόσιο δίκαιο και την πολιτική επιστήμη. Η δημιουργία μιας έδρας καθαρής πολιτικής επιστήμης στη Νομική Σχολή, στα μέσα της δε-καετίας του 1960, και μια σχετικά αυτόνομη παρουσία των διεθνών σχέσεων στο πρόγραμμα σπουδών είναι το προϊόν της εξέλιξης αυ-τής.
Εν τω μεταξύ, δυο γεγονότα στον τομέα της έρευνας δί-νουν το στίγμα στα τέλη της δεκαετίας του 1950 : η δημιουργία Βα-σιλικού (αργότερα, Εθνικού) Ιδρύματος Ερευνών και του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών (1958). Τα κέντρα βυζαντινών ε-ρευνών και νεοελληνικών ερευνών, τα οποία δημιουργήθηκαν το 1960, καθώς και το κέντρο ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας (1977), αναδεικνύουν σημαντικές ιστορικές πλευρές που ενδιαφέ-ρουν την πολιτική επιστήμη, όπως είναι η ιστορία των θεσμών, της πολιτικής ζωής και της κίνησης των ιδεών. Το Ε.Κ.Κ.Ε. προορίζεται για τη μελέτη των συγχρόνων κοινωνικών φαινομένων, συμπερι-λαμβανομένων και των πολιτικών.
Οπωσδήποτε, η προσέγγιση τόσο του πολιτικού φαινομέ-νου, όσο και της πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα, συνεχίζει, μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, να κινείται στην ίδια ιστορική λογική, δηλαδή να ευνοείται προνομιακά από μια έντονα πολιτικοποιημένη διανόηση καθώς και από κύκλους της λογοτεχνίας. Μια πλούσια βι-βλιογραφία σχετικά με το πολιτικό φαινόμενο (μελέτη των θεσμών, της πολιτικής ζωής και των κομμάτων, των ιδεών, των εξωτερικών και διεθνών σχέσεων, των κρατικών πολιτικών, κ.λπ.) προστίθεται στη βιβλιογραφία της προηγούμενης περιόδου, της οποίας η γενιά του 1920 αποτελεί σημείο αναφοράς στην ιδεολογική και πνευματι-κή εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας. Στην αυγή της δεκαετίας του 1960, ένας αριθμός πολιτικών εταιριών κάνει την εμφάνισή του στην πνευματική και πολιτική ζωή της χώρας, δίπλα στις πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν εκσυγχρονιστικά προτάγματα. Η δημο-σίευση, το 1961, του έργου του Γρηγόρη Δαφνή Τα ελληνικά πολιτι-κά κόμματα και, κυρίως, το 1965, του ογκώδους έργου του Jean Meynaud (με τη συνεργασία των Γερ. Νοταρά και Π. Μερλόπου-λου) Οι πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, αποτελούν σταθμό για την ανάπτυξη της υπό στενή έννοια πολιτικής επιστήμης.

β) Η αυταρχική παρένθεση (1967-1974) προετοιμάζει το έδα-φος για την επίσπευση των πολιτικών εξελίξεων που αποτυπώνεται σε μια έντονη ριζοσπαστικοποίηση, τόσο της πολιτικής ζωής, όσο και της τάξης των διανοουμένων. Οι συνέπειες της ριζοσπαστικο-ποίησης αυτής γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στις κοινωνικές επιστή-μες, κυρίως κατά την περίοδο μετά το 1974. Η πλέον εμφανής εκδή-λωση της πραγματικότητας αυτής είναι η επανίδρυση, το 1975, της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης . Η εταιρεία αυτή συ-γκροτεί εξ αρχής έναν δυναμικό επαγγελματικό και επιστημονικό χώρο (τα μέλη της αγγίζουν από το πρώτο έτος ύπαρξής της τα 200) που επιβάλλεται ως ένας σημαντικός πόλος αναφοράς στο πνευματι-κό και πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Οργανώνει συνέδρια και ημε-ρίδες, παρεμβαίνει (με εκθέσεις, εκδόσεις, κ.λπ.) στους διάφορους τομείς της πολιτικής ζωής (π.χ. στα ζητήματα του εκσυγχρονισμού του κομματικού συστήματος ή της μεταρρύθμισης των πανεπιστη-μίων), συμβάλλοντας έτσι ευρέως στην καθιέρωση της πολιτικής ε-πιστήμης. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο αυτή, η ιδιότητα του μέλους της ΕΕΠΕ είναι περιζήτητη για ένα μεγάλο μέρος του πολι-τικού προσωπικού, το οποίο συμμετέχει ή παρακολουθεί τακτικά τις εργασίες της. Παράλληλα, η Ε.Ε.Π.Ε. γίνεται μέλος της I.P.S.A. και αποκαθιστά δραστήριες σχέσεις με άλλους διεθνείς θεσμούς.
Η πανεπιστημιακή μεταρρύθμιση του 1982, προσφέρει στην πολιτική επιστήμη νέες δυνατότητες στο θεσμικό επίπεδο. Τα υπάρχοντα προγράμματα πολιτικής επιστήμης στην Πάντειο Ανωτά-τη Σχολή Πολιτικών Επιστημών και στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών αναδιοργανώνονται στο πλαίσιο των νέων ακαδημαϊκών μονάδων: των τμημάτων και των τομέων. Επίσης, έ-νας τομέας δημοσίου δικαίου και πολιτικής επιστήμης δημιουργείται στους κόλπους του νομικού τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλο-νίκης. Το Ε.Κ.Κ.Ε., τέλος, ανοίγει περισσότερο τις πύλες του στους πολιτειολόγους και στις πολιτικές σπουδές.
Η μεγάλη στροφή στην πολιτική επιστήμη, και γενικό-τερα στις κοινωνικές επιστήμες, συνδέεται με τη μεταρρύθμιση του 1989, η οποία εκπονήθηκε και προωθήθηκε από την Πρυτανεία της Παντείου Σχολής στη βάση της προηγούμενης δράσης της Ε.Ε.Π.Ε. και ενάντια στη βούληση της πολιτικής εξουσίας. Η μεταρρύθμιση αυτή περιελάμβανε τη μετατροπή των πέντε πανεπιστημιακών Σχο-λών που υπήρχαν στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη σε Πανεπιστήμια, ειδικευμένα στους βασικούς κλάδους των κοινωνι-κών επιστημών . Στη θέση των Σχολών, η κάθε μια από τις οποίες αντιπροσώπευε ένα πρόγραμμα διδασκαλίας που, μετά το 1982, ε-ντασσόταν σε ένα ή το πολύ δύο διακριτά τμήματα μετά το τρίτο έ-τος σπουδών, εισάγεται η αρχή μιας λειτουργικής και επιστημονικής εκλογίκευσης. Δημιουργούνται πολυάριθμα νέα τμήματα (οκτώ Πε-ρίπου σε κάθε νέο ΑΕΙ) και τομείς με αυτοτελή προγράμματα σπου-δών από το πρώτο έτος, συγχρονισμένα με τα επιστημονικά ρεύματα της εποχής, καθώς και ινστιτούτα και πανεπιστημιακά κέντρα έρευ-νας. Το Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστη-μών περιλαμβάνει συνολικά οκτώ τμήματα που διαιρούνται σε κα-τευθύνσεις και τομείς (συνολικά 29), με αντικείμενο την πολιτική ε-πιστήμη, τους διάφορους κλάδους της και τις συγγενείς επιστήμες : Τμήματα πολιτικής επιστήμης και διεθνών σπουδών, αστικής και πε-ριφερειακής ανάπτυξης, κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπολογίας, επικοινωνίας και μέσων μαζικής ενημέρωσης, δικαίου, κοινωνιολο-γίας, ψυχολογίας.
Οι επιπτώσεις της μεταρρύθμισης αυτής υπερβαίνουν κατά πολύ την πολιτική επιστήμη και το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Σε ό,τι αφορά στην πολιτική επιστήμη και τους κλάδους της, νέα τμήματα και τομείς θα δημιουργηθούν στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Θεσσαλο-νίκης, Μακεδονίας, Θράκης, Κρήτης, Αιγαίου και Θεσσαλίας. Επι-πλέον, τμήματα κοινωνικών επιστημών θα συμπεριλάβουν μαθήμα-τα πολιτικής επιστήμης. Η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένω-ση, από την 1/1/1981, δίδει νέα ώθηση στις ευρωπαϊκές και διεθνείς σπουδές, στο πλαίσιο των οποίων η πολιτική επιστήμη κατέχει μια σημαίνουσα θέση.
Η έκθεση αυτή θα ήταν ελλιπής, αν δεν μνημόνευε τη συμβολή στις κοινωνικές επιστήμες του φαινομένου των ιδιωτικών θεσμών που λειτουργούν ως παραρτήματα ξένων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο εξηγείται από την έντονη ζήτηση πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα σε συνδυασμό με το σύστημα επιλογής των φοιτητών και τη συ-νταγματική απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημιακών ιδρυ-μάτων (εκκλησιαστικών ή λαϊκών), εμφανίζεται μετά τη δεκαετία του 1980. Σήμερα αποτελεί μια πραγματικότητα, ιδιαίτερα αισθητή στον τομέα των κοινωνικών επιστημών.







Β. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

1. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία. Γενικές επισημάνσεις.

α) Οι θεσμοί

Η πανεπιστημιακή διδασκαλία στην Ελλάδα παρέχεται αποκλειστικά από δημόσια ιδρύματα , τα οποία χωρίζονται σε δυο κατηγορίες : Τα Πανεπιστήμια και τα Τεχνολογικά Ιδρύματα (ΤΕΙ).
Υπάρχουν σήμερα 18 πανεπιστήμια και 14 ΤΕΙ σε όλη τη χώρα. Στα ιδρύματα αυτά πρέπει να προστεθεί ένας μεγάλος α-ριθμός ξένων ιδρυμάτων (σύμφωνα με εκτιμήσεις, ξεπερνούν τα 176) που υποστηρίζονται από φορείς του ιδιωτικού τομέα και προ-τείνουν πανεπιστημιακά προγράμματα αναγνωρισμένα από τα Πα-νεπιστήμια προέλευσης. Οι πτυχιούχοι των ιδρυμάτων αυτών, αν και δεν αναγνωρίζονται επισήμως από το ελληνικό κράτος (οφείλουν να εγγραφούν σε αντίστοιχο τμήμα ελληνικού ΑΕΙ, σύμφωνα με την αξιολόγηση των σπουδών τους από το ΔΙΚΑΤΣΑ), κατευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας της χώρας. Ως επί το πλείστον τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ακολουθήσουν μεταπτυχιακές σπουδές στα πανεπιστήμια άλλων χωρών. Τα περισσότερα από τα ιδρύματα αυτά διαθέτουν τμήματα ή ενότητες διδασκαλίας με αντι-κείμενο την πολιτική επιστήμη, ή τους διάφορους κλάδους της και τις συγγενείς επιστήμες.
Τα ΤΕΙ, από την πλευρά τους, δεν έχουν τμήματα πολι-τικής επιστήμης. Ωστόσο, πολλά από αυτά προσφέρουν μαθήματα που καλύπτουν τον ευρύτερο γνωστικό χώρο της πολιτικής επιστή-μης, από τις δημόσιες πολιτικές και υπηρεσίες μέχρι τις ευρωπαϊκές πολιτικές.
Τέλος, το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης (Ε.Κ.Δ.Δ.), το οποίο δημιουργήθηκε το 1983, με σκοπό να συμβάλει στον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα, περιλαμβάνει τέσσερις βασικούς θεσμούς : την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, το Ινστι-τούτο Διαρκούς Επιμόρφωσης(ΙΔΕ), το Ινστιτούτο Εισαγωγικής Διοι-κητικής Εκπαίδευσης(ΙΕΔΕ) και τα περιφερειακά Ινστιτούτα Διαρ-κούς Επιμόρφωσης . Το Ε.Κ.Δ.Δ. προσφέρει διδακτικές ενότητες, προγράμματα ειδίκευσης ή συνεχούς εκπαίδευσης, τα οποία ανή-κουν ως εκ της φύσεώς τους στο χώρο της υπό στενή έννοια πολιτι-κής επιστήμης, στους διάφορους κλάδους της ή στις συγγενείς επι-στήμες. Οι σπουδαστές του Ε.Κ.Δ.Δ. επιλέγονται κατά κανόνα με-ταξύ των διοικητικών στελεχών, ή κατόπιν εξετάσεων. Στη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών, αποφοίτησαν από την ΕΣΔΔ 398. Το 33% εξαυτών είναι πτυχιούχοι πολιτικής επιστήμης. Συγχρόνως, το Ε.Κ.Δ.Δ. προώθησε 1468 προγράμματα επιμόρφωσης, ενώ 83.887 εργαζόμενοι στο δημόσιο τομέα παρακολούθησαν σ’αυτό επιμορ-φωτικά μαθήματα.
Ο στόχος και οι περιορισμοί της έκθεσης αυτής μας υποχρεώ-νουν να παραβλέψουμε τις τελευταίες περιπτώσεις, είτε του δημοσί-ου είτε του ιδιωτικού τομέα, και να επικεντρωθούμε περισσότερο στα κλασικά πανεπιστημιακά ιδρύματα, καθώς και στα ερευνητικά κέντρα.

β) Η δομή της πανεπιστημιακής διδασκαλίας

Το δημόσιο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα λειτουργεί με βάση το νόμο πλαίσιο του 1982, που διασφαλίζει την αυτονομία του σε σχέση με το κράτος. Η "ακαδημαϊκή ελευθερία" περιλαμβάνει την "ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και την ελευθερία στη διδασκα-λία και την έρευνα"(άρθρ.2). Το πανεπιστημιακό άσυλο «συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους (των ΑΕΙ) χωρίς την πρόσκληση ή άδεια» (άρθρ. 2 εδ.5) των πανε-πιστημιακών αρχών. Ο προϋπολογισμός των Πανεπιστημίων εξαρ-τάται βασικά από την τακτική επιχορήγηση του κράτους.
Οι πανεπιστημιακές αρχές εκλέγονται από το σύνολο του καθηγητικού σώματος στο οποίο προστίθεται ένας αριθμός φοι-τητών ανάλογα με την περίπτωση (π.χ. για την εκλογή των πρυτανι-κών αρχών, ο αριθμός των εκπροσώπων των φοιτητών είναι ίσος με τον αριθμό των διδασκόντων). Το κυρίαρχο όργανο του Πανεπιστη-μίου είναι η Σύγκλητος, η οποία συγκροτείται από εκπροσώπους των τμημάτων και των φοιτητών. Το τμήμα συνιστά τη βασική ακαδη-μαϊκή μονάδα που καλύπτει το χώρο ενός επιστημονικού κλάδου. Μπορεί να διαιρεθεί σε κατευθύνσεις ειδίκευσης και, στις περισσότε-ρες περιπτώσεις, αρθρώνεται σε τομείς (ενότητες διδασκαλίας και έρευνας), οι οποίοι καλύπτουν μια συστατική γνωστική περιοχή της αντίστοιχης επιστήμης. Το κυρίαρχο όργανο του τμήματος και του τομέα είναι η Γενική Συνέλευση των διδασκόντων και των εκπρο-σώπων των φοιτητών και των μεταπτυχιακών υποτρόφων (50% και 15% του αριθμού των διδασκόντων αντίστοιχα). Η Γενική Συνέλευ-ση αποφασίζει για το σύνολο των ζητημάτων που έχουν σχέση με τη λειτουργία του τμήματος, όπως ο παιδαγωγικός και επιστημονικός προσανατολισμός, οι ειδικότεροι στόχοι και το πρόγραμμα σπουδών του τμήματος.
Οι σπουδές χωρίζονται σε τρεις κύκλους, καθένας από τους οποίους οδηγεί στην απονομή ενός διπλώματος. Ο πρώτος κύ-κλος περιλαμβάνει τουλάχιστον οκτώ εξάμηνα και ολοκληρώνεται με την απονομή του πτυχίου. Ακολουθεί ένας κύκλος σπουδών διάρκειας τεσσάρων εξαμήνων που ολοκληρώνεται με την απονομή διπλώματος μεταπτυχιακών σπουδών. Τέλος ο κύκλος σπουδών που οδηγεί στην απονομή διδακτορικού διπλώματος διαρκεί τουλάχι-στον έξι εξάμηνα, και μπορεί να είναι συνέχεια του δευτέρου κύ-κλου, ή να τον υποκαταστήσει.
Το πρόγραμμα σπουδών αποτελείται από ύλη και δρα-στηριότητες που προτείνονται από τους τομείς και τα τμήματα. Αρ-θρώνεται σε δυο κύκλους, καθένας από τους οποίους διαρκεί τέσ-σερα εξάμηνα. Το πρόγραμμα είναι, σύμφωνα με το νόμο πλαίσιο, ενδεικτικό. Ο φοιτητής μπορεί να το προσαρμόσει στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντά του. Για το λόγο αυτό, η ύλη χωρίζεται σε δυο κατηγορίες : στα υποχρεωτικά μαθήματα, που καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο του συνόλου, και στα μαθήματα επιλογής. Ο φοιτητής μπορεί να επιλέξει επίσης μαθήματα από το πρόγραμμα ενός άλλου τμήματος, ελληνικού ή ξένου, με την προϋπόθεση ότι συναινεί το τμήμα. Για να λάβει το πτυχίο του ένας φοιτητής, πρέπει να ολοκλη-ρώσει έναν κύκλο σπουδών διάρκειας τουλάχιστον οκτώ εξαμήνων και να έχει συγκεντρώσει τον ελάχιστο αριθμό μονάδων που προ-βλέπει το τμήμα. Οι μέθοδοι αξιολόγησης των φοιτητών ποικίλλουν, και, κατ’αρχήν, ο τελευταίος λόγος ανήκει στο διδάσκοντα. Περι-λαμβάνουν από εξετάσεις κλασικού τύπου, επιβλεπόμενες εργασίες, μικροεργασίες σε περιορισμένες θεματικές έως τον διαρκή έλεγχο.


2. Η πολιτική επιστήμη ως πανεπιστημιακή διδασκαλία

α) Οι ακαδημαϊκές πανεπιστημιακές μονάδες πολιτικής επι-στήμης

1) Η διδασκαλία της πολιτικής επιστήμης στα δημόσια πανε-πιστημιακά ιδρύματα μπορεί να ταξινομηθεί, για λόγους συστημα-τοποίησης, σε τρεις κατηγορίες που αντιστοιχούν στο βαθμό συγγέ-νειας των τμημάτων με αυτή :
- Τμήματα πολιτικής επιστήμης, υπό στενή έννοια, που απονέ-μουν ένα ειδικό δίπλωμα πολιτικής επιστήμης στο δεύτερο και τον τρίτο κύκλο σπουδών.
-Τμήματα που καλύπτουν διάφορους επιμέρους κλάδους της πολιτικής επιστήμης ή των οποίων το πρόγραμμα σπουδών έχει διε-πιστημονικό χαρακτήρα. Τα προγράμματα αυτά συνδυάζουν συνή-θως την πολιτική επιστήμη με μια ή περισσότερες συγγενείς, κατά προτίμηση το δίκαιο, την επικοινωνία, την οικονομία, την κοινωνιο-λογία, την ιστορία.
-Τομείς πολιτικής επιστήμης, με τη στενή έννοια του όρου (που νομιμοποιούν, ως εκ τούτου, το αντίστοιχο τμήμα στο να απονέμει ένα δίπλωμα πολιτικής επιστήμης, κατ’αρχήν τρίτου κύκλου). Το-μείς με αντικείμενο διάφορους κλάδους της πολιτικής επιστήμης ή με διεπιστημονικό χαρακτήρα, που περιλαμβάνουν ωστόσο την πολι-τική επιστήμη. Τέλος, τμήματα που προσφέρουν διδακτικές ενότητες στον τομέα της πολιτικής επιστήμης.

2) Τα τμήματα πολιτικής επιστήμης υπό στενή έννοια είναι τα εξής τρία :

-Το τμήμα πολιτικής επιστήμης και διεθνών σπουδών στο Πά-ντειο Πανεπιστήμιο. Το τμήμα αυτό απονέμει δυο ειδικά πτυχία : ένα πτυχίο πολιτικής επιστήμης και ένα πτυχίο διεθνών σπουδών. Το τμήμα προγραμματίζεται να διαιρεθεί σε δύο αυτόνομα τμήματα . Σήμερα υπάρχουν σ'αυτό πέντε τομείς :

-Πολιτικής θεωρίας και θεωρίας του Κράτους
(με έξι καθηγητές και έξι βοηθούς)

-Συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης
(με έξι καθηγητές και ένα βοηθό)

-Πολιτικών συστημάτων
(με δέκα καθηγητές και τρεις βοηθούς)

Διεθνών οργανισμών
(με δεκατέσσερις καθηγητές και έξι βοηθούς)

Διεθνών σχέσεων
(με δώδεκα καθηγητές και τρεις βοηθούς)

________________________________________________
Σύνολο καθηγητών : 51
Σύνολο βοηθών : 19
________________________________________________


-Το τμήμα πολιτικής επιστήμης και δημόσιας διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το τμήμα αυτό προτείνει τρεις κύκλους ειδίκευσης : πολιτικής ανάλυσης, διε-θνών και ευρωπαϊκών σπουδών, διοικητικής επιστήμης. Περιλαμβά-νει τέσσερις τομείς :

-Πολιτικής επιστήμης
(με δέκα καθηγητές και ένα βοηθό)

Κοινωνικής θεωρίας και κοινωνιολογίας
(με οκτώ καθηγητές και τρεις βοηθούς))

Διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών
(με δεκατρείς καθηγητές και ένα βοηθό)

Διοικητικής επιστήμης
(με εννέα καθηγητές και δυο βοηθούς)

---------------------------------------------------
Σύνολο καθηγητών : 40
Σύνολο βοηθών : 7
--------------------------------------------------


Το τμήμα διεθνών και ευρωπαϊκών οικονομικών και πολιτι-κών σπουδών, του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Το τμήμα αυτό απο-νέμει δυο ειδικά πτυχία : διεθνούς και ευρωπαϊκής οικονομίας, και πολιτικής επιστήμης και διπλωματίας. Επειδή το τμήμα αυτό είναι νέο και διαθέτει μικρό αριθμό διδασκόντων, δεν υποδιαιρείται σε τομείς. Έχει συνολικά 13 καθηγητές.


3) Τμήματα τα οποία, λόγω του γνωστικού αντικειμένου ή του προγράμματος σπουδών, μπορούν να καταγραφούν στο δυναμικό του κλάδου της πολιτικής επιστήμης. Τα τμήματα αυτά είναι τα εξής :

-Τμήμα δημόσιας διοίκησης
(Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Τμήμα Επικοινωνίας και μέσων μαζικής ενημέρωσης
(Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Τμήμα αστικής και περιφερειακής ανάπτυξης
(Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Τμήμα κοινωνικής πολιτικής και ανθρωπολογίας
(Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Τμήμα Επικοινωνίας και μέσων μαζικής ενημέρωσης
(Πανεπιστήμιο Αθηνών)

Τμήμα κοινωνικής διοίκησης
(Πανεπιστήμιο Θράκης)

Τμήμα δημοσιογραφίας και μέσων μαζικής ενημέρωσης
(Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)

4) Τομείς πολιτικής επιστήμης υπό στενή έννοια, τομείς διαφό-ρων επιμέρους κλάδων πολιτικής επιστήμης, τομείς με διεπιστημονι-κό χαρακτήρα, που περιλαμβάνουν ωστόσο την πολιτική επιστήμη, τμήματα που προσφέρουν διδακτικές ενότητες πολιτικής επιστήμης.
Στην κατηγορία αυτή ανήκει ένας μεγάλος αριθμός Σχο-λών και τμημάτων (ή τομέων τους), όπως :

η Σχολή ανθρωπιστικών επιστημών
(Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)

η Σχολή κοινωνικών επιστημών
(Πανεπιστήμιο Αιγαίου)

η Σχολή κοινωνικών επιστημών
(Πανεπιστήμιο Κρήτης)

τα τμήματα :

Κοινωνιολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
Δικαίου (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
Ψυχολογίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
Μεθοδολογίας, ιστορίας και θεωρίας των επιστημών
(Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Οικονομικών σπουδών (Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Νομικό (Πανεπιστήμιο Θράκης)
Νομικό (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)
Νομικό (Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Οικονομικών, διεθνών και ευρωπαϊκών σπουδών
(Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και ψυχολογίας
(Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)
Φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και ψυχολογίας
(Πανεπιστήμιο Αθηνών)
Ιστορίας (Ιόνιο Πανεπιστήμιο)
Ιστορίας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης)
κ.λπ.


β) Ο τρίτος κύκλος

Το Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών διαρκεί κατά κανόνα τέσσερα εξάμηνα και καλύπτει τα γνωστικά αντικείμενα ενός ή πε-ρισσοτέρων τμημάτων. Ένα τμήμα μπορεί να οργανώσει περισσότε-ρους κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών. Για παράδειγμα, το τμήμα πολιτικής επιστήμης και δημόσιας διοίκησης του Πανεπιστημίου Α-θηνών προτείνει τρία μεταπτυχιακά προγράμματα : πολιτικής επι-στήμης και κοινωνικής θεωρίας, ευρωπαϊκής οργάνωσης και διπλω-ματίας, κράτους και εθνικών πολιτικών.
Ο τρίτος κύκλος έχει κοινό παρονομαστή την πρόσβαση στο διδακτορικό δίπλωμα. Υπάρχει ένας μόνο τύπος διδακτορικού, που απονέμεται από το τμήμα. Ένα τμήμα νομιμοποιείται κατ’αρχήν να κάμει αποδεκτά θέματα που ανήκουν στον ή στους επιστημονι-κούς κλάδους που εκπροσωπεί. Αυτό σημαίνει ότι μια διδακτορική διατριβή πολιτικής επιστήμης (υπό στενή έννοια ή κλάδου της) μπο-ρεί να υποστηριχθεί στα τμήματα πολιτικής επιστήμης με τη στενή έννοια του όρου (και στα τμήματα που θεραπεύουν κλάδους της πο-λιτικής επιστήμης ή σε διεπιστημονικά τμήματα) καθώς και σε τμή-ματα που προσφέρουν μαθήματα πολιτικής επιστήμης (π.χ. στο πλαίσιο του τομέα). Οι υποψήφιοι για διδακτορικό δίπλωμα επιλέ-γονται με βάση το φάκελο των προσόντων τους από τη γενική συνέ-λευση του τμήματος. Η υποψηφιότητα εισάγεται από του αρμόδιο τομέα.
Ένας μεγάλος αριθμός κατόχων μεταπτυχιακών (Master, D.E.A., κ.λπ.) και διδακτορικών διπλωμάτων στον τομέα της πολιτι-κής επιστήμης, και στην πραγματικότητα η πλειοψηφία τους, έλαβαν τον τίτλο τους σε ένα ή περισσότερα αλλοδαπά πανεπιστήμια. Σ’αυτούς, δεν υπολογίζεται η ελληνική διασπορά, η οποία διατηρεί οργανικούς δεσμούς με την Ελλάδα. Για να αναγνωρισθεί και τυπι-κά ένα δίπλωμα στην Ελλάδα (κατ’αρχήν στο δημόσιο τομέα) πρέ-πει να αξιολογηθεί από μια ανεξάρτητη δημόσια αρχή, το ΔΙΚΑΤΣΑ.



γ) Το σώμα των διδασκόντων

Το σώμα των καθηγητών χωρίζεται σε τέσσερις βαθμί-δες : τη βαθμίδα του Λέκτορα, του Επίκουρου καθηγητή, του Ανα-πληρωτή καθηγητή και του Καθηγητή. Ο νόμος-πλαίσιο καθορίζει τα απαιτούμενα προσόντα για την απόκτηση ενός καθηγητικού α-ξιώματος. Η ευθύνη της όλης διαδικασίας (από την επιστημονική ταυτότητα της θέσης και την προκήρυξη, μέχρι την εκλογή) ανήκει στο τμήμα. Η χρηματοδότηση των καθηγητικών θέσεων, που καλύ-πτεται από το κράτος, γίνεται κατ’αρχήν στο πλαίσιο ενός τριετούς προγραμματισμού ο οποίος καταρτίζεται από την κυβέρνηση σε συ-νεργασία με τα πανεπιστήμια.
Το σώμα των Επιστημονικών βοηθών παραμένει στην ουσία περιθωριακό, επειδή το καθεστώς που διέπει την κατηγορία τους καταργήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του νόμου-πλαισίου, το 1982. Περιλαμβάνει επομένως το προσωπικό που κατείχε την αντί-στοιχη θέση πριν τη μεταρρύθμιση του 1982.
Στη θέση του εισήχθη το καθεστώς των Επιστημονικών συνεργατών, οι οποίοι επιλέγονται μεταξύ των φοιτητών του τρίτου κύκλου. Προβλέπονται επίσης υποτροφίες για τους προπτυχιακούς φοιτητές που επιτυγχάνουν το βαθμό «άριστα».
Η αξιολόγηση του αριθμού των διδασκόντων στην πολι-τική επιστήμη έχει τις ίδιες δυσκολίες με αυτές που προαναφέραμε σχετικά με τις διαφορές ως προς τον ορισμό του πολιτικού φαινομέ-νου και την οριοθέτηση του αντικειμένου του. Γι’αυτό, προκρίνουμε το κριτήριο που ήδη υιοθετήσαμε για την κατάταξη της πολιτικής στο επίπεδο της διδασκαλίας .


Πίνακας 1. ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΔΕΠ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
ΘΕΣΜΟΣ ΔΕΠ ΒΟΗΘΟΙ
Τμήμα Π.Ε.& Δ.Σ (Πάντειο Παν/μιο) 51 19
Τμήμα Π.Ε.& Δ.Δ.(Παν/μιο Αθηνών) 40 7
Τμήμα Δ.& Ε.Οι.&Π.Σ(Παν/μιο Μακεδονίας) 15 -
Άλλα τμήματα(συγγενείς κλάδοι) 53
Σύνολο 159 26

Πίνακας 3. ΤΑ ΜΕΛΗ ΔΕΠ: ΤΜΗΜΑΤΑ ΚΛΑΔΩΝ Π.Ε.& ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ
Θεσμοί ΔΕΠ Βοηθοί
Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης (Πάντειο Παν/μιο) 31 13
Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ (Πάντειο Παν/μιο) 20 4
Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ ( Παν/μιο Αθηνών) 28 3
Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ (Παν/μιο Θεσ/κης) 1991- 14 4
Τμήμα Αστικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης (Πάντειο Παν/μιο) 24 9
Τμήμα Κοινων. Πολιτικής και Κοινων. Ανθρωπολογίας(Πάντειο Παν/μιο) 21 4
Τμήμα Κοινωνικής Διοίκησης (Παν/μιο Θράκης) 1996- - -
Σύνολο 138 37







δ) Οι φοιτητές

Οι προπτυχιακοί φοιτητές

Η επιλογή των φοιτητών γίνεται με πανελλήνιο διαγωνι-σμό μεταξύ των αποφοίτων του Λυκείου. Η πολιτική επιστήμη και οι κλάδοι της ανήκουν στην ίδια δέσμη επιστημών με την οικονομία, την κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία, την ψυχολογία, τη φιλοσο-φία, την αστική και περιφερειακή ανάπτυξη, την επικοινωνία και τα ΜΜΕ, κ.λπ. Το δίκαιο και ένα μέρος των ανθρωπιστικών επιστημών περιλαμβάνονται σε άλλη δέσμη.
Οι υποψήφιοι της δέσμης στην οποία ανήκει η πολιτική επιστήμη εξετάζονται στην έκθεση, την ελληνική, ευρωπαϊκή και πα-γκόσμια ιστορία, στην πολιτική οικονομία (που αντικατέστησε πριν από πέντε χρόνια την κοινωνιολογία) και στα μαθηματικά. Ο αντα-γωνισμός είναι σκληρός, αν ληφθεί υπόψη ότι το ποσοστό επιτυχίας στην πολιτική επιστήμη είναι ένας στους πέντε έως έξι και ότι ο υ-ποψήφιος πρέπει να λάβει κατά μέσο όρο 17/20.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ένας σημαντικός αριθμός υποψηφίων προσανατολίζεται στα ιδιωτικά «πανεπιστήμια» και το εξωτερικό. Οι Έλληνες προπτυχιακοί φοιτητές του εξωτερι-κού εκτιμώνται σε περισσότερους από 35.000 , ενώ εκείνοι που εμ-φανίζονται εγγεγραμμένοι στα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών αγ-γίζουν τις 30.000. Μόνοι οι πτυχιούχοι της πολιτικής επιστήμης (και των διαφόρων κλάδων της), που ζήτησαν την αναγνώριση του δι-πλώματός τους από το ΔΙΚΑΤΣΑ στα τελευταία επτά χρόνια, ανέρ-χονται σε 1400. Ο αριθμός αυτός πρέπει να προστεθεί στους πτυ-χιούχους του ιδιωτικού τομέα, ο ακριβής αριθμός των οποίων δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί, και βεβαίως στους πτυχιούχους των κρα-τικών πανεπιστημίων. Οπωσδήποτε, οι έλληνες φοιτητές που σπου-δάζουν σε ΑΕΙ άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντιπροσω-πεύουν περίπου το10% του φοιτητικού δυναμικού των ελληνικών πανεπιστημίων έναντι 1,3% του μέσου ευρωπαϊκού μέσου όρου.


Πίνακας 4. ΠΡΟΠΤΥΧΙΑΚΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΥΠΟ ΣΤΕΝΗ ΕΝΝΟΙΑ(1995-1996)(1)
Θεσμοί Φοιτητές * Α/ Γ Φοιτητές** ΣΥΝ.
Τμήμα Π.Ε.&Δ.Σ. (Παντειο Παν/μιο ) 2965 1639/1326 - 2965
Τμήμα Π.Ε.&ΔΔ (Παν/μιο Αθηνών) 3251 ? 3271 (Α:1797/Γ:1474) 6522
Τμήμα Δ&Ε,Οι&Π.Σ.(Παν/μιο Μακεδονίας) 419 246/173 - 419
ΣΥΝΟΛΟ 6635 1885/1499 3271 9906
*Νέο καθεστώς: εξάμηνα ** Παλαιό καθεστώς: ετήσιο πρόγραμμα
(1) Να προστεθούν και οι φοιτητές κλαδικών και διεπιστημονικών τμημάτων

Πίνακας 5. ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΥΠΟ ΣΤΕΝΗ ΕΝΝΟΙΑ (1989-1996)(1)
ΘΕΣΜΟΙ ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ* Α/ Γ ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ** ΣΥΝ.
Τμήμα ΠΕ & ΔΣ (Πάντειο Παν/μιο) 1517 912/605 - 1517
Τμήμα ΠΕ&ΔΔ (Παν/μιο Αθηνών) 2144 1294/850 333(Á:210/Γ:123) 2477
Τμήμα Δ&Ε, Οι&ΠΣ (Παν/μιο Μακεδονίας) 52 33/19 - 52
ΣΥΝΟΛΟ 3713 945/624 330 4046
*Νέο καθεστώς: εξάμηνα **Παλαιό καθεστώς: ετήσιο πρόγραμμα
(1) Να προστεθούν και οι φοιτητές κλαδικών και διεπιστημονικών τμημάτων


Πίνακας 6. ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (1986-1990) ΑΕΙ ΧΩΡΩΝ ΕΟΚ
(που πραγματ.το σύνολο των σπουδων στο εξ. και έλαβαν αναγνώριση από το ΔΙΚΑΤΣΑ)
Χώρες ΕΟΚ BE DK FR DE GB IT IE LU NL PT ES Σύν.
Á- Γ 10 0 45 25 34 66 0 0 0 0 4 184
Γυναίκες 4 0 20 8 17 22 0 0 0 0 1 72
Πηγή : ΔΙΚΑΤΣΑ


Πίνακας 7. ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ Π.Ε. ΥΠΟ ΣΤΕΝΗ ΕΝΝΟΙΑ(1992-1995) ΑΕΙ Ε.Ε.(που πραγματ. το σύνολο των σπουδών στο εξ. και έλαβαν αναγνώριση από το ΔΙΚΑΤΣΑ)
΄Ετος 1992 1993 1994 1995 Σύνολο
51 36 24 23 134
Πηγή: ΔΙΚΑΤΣΑ




Πίνακας 8.ΠΤΥΧΙΟΥΧΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ (ακαδημαϊκό έτος:1994/95)
(που πραγματ. το σύνολο των σπουδών στο εξωτερικό και έλαβαν αναγνώριση από το ΔΙΚΑΤΣΑ)
Χώρες ΗΠΑ Καναδάς πρώην ΕΣΣΔ Αυστραλία Αυστρία Ν.Αφρική Βουλγ Αίγυπτ. Σύνολο
38 12 11 4 3 2 2 1 73





Η μέση διάρκεια των πανεπιστημιακών σπουδών στην πολιτική επιστήμη είναι 5 χρόνια (οκτώ εξάμηνα συν το δίπλωμα). Για να αποκτήσει το πτυχίο του, ο φοιτητής οφείλει να επιτύχει στις εξετάσεις της ξένης γλώσσας. Σε κάθε πανεπιστήμιο, λειτουργούν τμήματα ξένων γλωσσών στα οποία εγγράφονται υποχρεωτικώς οι φοιτητές. Απαλλάσσονται όσοι μπορούν να αποδείξουν ότι γνωρί-ζουν επαρκώς τουλάχιστον μια ξένη γλώσσα. Πράγματι, στη διάρ-κεια της πρωτοβάθμιας (δημοτικό σχολείο) και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (γυμνάσιο, λύκειο), οι μαθητές διδάσκονται,κατ’αρχήν, υποχρεωτικά δυο ξένες γλώσσες. Επιπλέον, το 87% από αυτούς πα-ρακολουθούν συμπληρωματικά ιδιωτικά μαθήματα γλώσσας. Τέλος, περισσότεροι από το 57% των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαί-δευσης δηλώνουν ότι γνωρίζουν και μια δεύτερη ξένη γλώσσα33. Έτσι, σύμφωνα με τις στατιστικές, οι έλληνες μαθητές τοποθετού-νται στο υψηλότερο σημείο μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Έ-νωσης εξ επόψεως γλωσσομάθειας.


Φοιτητές του τρίτου κύκλου σπουδών(διδακτορικό επίπεδο)

Η εκτίμηση του αριθμού των φοιτητών του τρίτου κύ-κλου στην πολιτική επιστήμη εγείρει τα ίδια προβλήματα που ανα-φέραμε παραπάνω. Ωστόσο, δεδομένης της διασποράς των συγγε-νών επιστημών και της ιδιαιτερότητας μιας διδακτορικής διατριβής, θα περιοριστούμε, κατά τρόπο ενδεικτικό, στα τμήματα καθαράς πολιτικής επιστήμης.
Στο επίπεδο του τρίτου κύκλου, το εξαιρετικό φαινόμε-νο της πληθώρας των πτυχιούχων (D.E.A., Masters, Διδακτορικών και όλων των ισοδυνάμων τους) με προέλευση το εξωτερικό έχει μια ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα στη διαδικασία αναπαραγωγής του ελ-ληνικού επιστημονικού προσωπικού.

Πίνακας 9. ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (1989-1996) ΚΑΙ ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ *
ΘΕΣΜΟΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ (1989-1996) ΥΠΟΨΗΦΙΟΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ
Τμήμα ΠΕ&ΔΣ (Πάντειο Παν/μιο) 52(Ανδρες 37- Γυναίκες 15) 167 (Ανδρες 108- Γυναίκες 59)
Τμήμα ΠΕ&ΔΔ (Παν/μιο Αθηνών) 20 ( ? ? ) 223 ( ? ? )
Τμήμα Δ&Ε,Οι.&ΠΣ (Παν/μιο Μακεδονίας) - 9 (Ανδρες 5 - Γυναίκες 4)
* Να προστεθούν οι διδάκτορες και υποψήφιοι διδάκτορες των κλαδικών και διεπιστημονικών τμημάτων



Πίνακας 10. ΔΜΣ(MASTERS) ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ Π.Ε (1986-1990)ΑΕΙ ΧΩΡΩΝ Ε.Ο.Κ.
(μόνον αυτά που αναγνωρίσθηκαν από το ΔΙΚΑΤΣΑ)
Τίτλος BE DK FR DE GB IT IE LU NL PT ES Σύνολο
ΔΜΣ 14 0 144 2 82 3 0 0 1 0 0 246
Γυν. 9 0 67 0 35 1 0 0 0 0 0 112
Διδακτ. 1 0 36 13 21 0 0 0 0 0 0 71
Γυν. 0 0 14 1 5 0 0 0 0 0 0 20


Πίνακας 11. ΔΜΣ (MASTERS) ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ (1986-1990) ΑΕΙ ΧΩΡΩΝ ΕΟΚ /ΒΑΣΙΚΑ ΠΤΥΧΙΑ
Τίτλος UA UT UI UD UÉ UP PU UM EM EP Σύνολο
ΔΜΣ 107 17 1 1 5 59 1 1 1 - 193
Διδακτ. 27 5 1 - 1 14 - - - 3 51
UA:Παν. Αθηνών UT: Παν. Θεσσαλονίκης UI: Παν. Ιωαννίνων
UD: Παν. Θράκης UÉ: Οικονομικό Παν. UP:Πάντειο Παν/μιο
PU: Παν. Πειραιώς UM: Παν. Μακεδονίας EP:Πολυτεχνείο
Πηγή: ΔΙΚΑΤΣΑ

Πίνακας12.ΔΜΣ(MASTERS) ΚΑΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (1986-1990) ΑΕΙ ΧΩΡΩΝ ΕΟΚ/ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΟΜΕΝΕΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΠΤΥΧΙΟ
Arch Agron. Math Hist Phil Lit.Étr Péd Man.Pu Droit Écon Sc.Po Soc Éc Mil Ing Civ Chim Méc
1 1 2 1 7 1 4 2 49 14 144 18 1 - - -
2 - - 3 4 - 4 - 14 6 31 2 - 1 2 2
Πηγή: ΔΙΚΑΤΣΑ

Πίνακας 13.ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ (1990-1995) ΑΕΙ ΤΡΙΤΩΝ ΧΩΡΩΝ(μη κοινοτικών) αναγνωρισθέντων από το ΔΙΚΑΤΣΑ
πρώην ΕΣΣΔ ΗΠΑ ΚΑΝΑΔΑΣ Ν.ΑΦΡΙΚΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΑΥΣΤΡΙΑ ΕΛΒΕΤΙΑ ΓΙΟΥΓΚ. ΣΥΝΟΛΟ
2 13 2 1 1 2 1 1 23

Πίνακας 14.ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΑ (1990-1995) ΑΕΙ ΧΩΡΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΊΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (που ανεγνωρίσθησαν από το ΔΙΚΑΤΣΑ)
ΓΕΡΜ ΓΑΛ ΜΒ ΟΛ
9 12 18 1






3. Η έρευνα στην πολιτική επιστήμη

Η έρευνα στον τομέα της πολιτικής επιστήμης υλοποιεί-ται :
α) Στα εθνικά κέντρα ερευνών.
β) Στα Ινστιτούτα και τα πανεπιστημιακά κέντρα ερευ-νών.
γ) Στα ανεξάρτητα Ινστιτούτα, Ιδρύματα και Κέντρα ε-ρευνών.


α) Η "εθνική" έρευνα. Πρόκειται για την έρευνα που διεξάγεται στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.) και στο Εθνικό Κέ-ντρο Κοινωνικών Ερευνών (Ε.Κ.Κ.Ε.).

Το Ε.Ι.Ε. καλύπτει ορισμένες όψεις του πολιτικού φαι-νομένου μέσα από την έρευνα που διεξάγει σε δυο από τα Κέντρα (νυν Ινστιτούτα) του : το ινστιτούτο βυζαντινών ερευνών και το ιν-στιτούτο νεοελληνικών ερευνών.
Η πολιτειολογική έρευνα καταλαμβάνει μια σημαντικό-τερη θέση στο Ε.Κ.Κ.Ε. Αρθρώνεται στο πλαίσιο τριών ινστιτού-των: αστικής και αγροτικής κοινωνιολογίας, πολιτικής κοινωνιολο-γίας, και κοινωνικής πολιτικής. Το ΕΚΚΕ απασχολεί περισσότερους από 80 ερευνητές, οι οποίοι κατέχουν όλοι έναν μεταπτυχιακό τίτλο (Master, D.E.A., διδακτορικό) και κατανέμονται σε τέσσερις βαθμί-δες. Δεκαέξι από αυτούς εργάζονται στο Ινστιτούτο πολιτικής κοινω-νιολογίας.
Η πολιτειολογική έρευνα του Ε.Κ.Κ.Ε. προσανατολίζε-ται κατ’αυτάς, κυρίως, στην εκλογική κοινωνιολογία και στη μελέτη του πολιτικού προσωπικού. Άλλα ερευνητικά προγράμματα επικε-ντρώνονται στον κοινωνικό αποκλεισμό, στην ξενοφοβία, την αντί-ληψη του "άλλου", τη μετανάστευση, την κυκλοφορία της ενημέρωσης στους κόλπους του Κράτους, κ.λπ. Περίπου το 30% των πηγών του προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.


β) Η πανεπιστημιακή έρευνα, διενεργείται είτε άμεσα από τα τμήματα και τους τομείς, είτε στο πλαίσιο των ινστιτούτων, των ερ-γαστηρίων και των ερευνητικών κέντρων.

Η έρευνα στα πανεπιστήμια πραγματοποιείται από το σώμα των διδασκόντων και δευτερευόντως από εξωτερικούς ερευνη-τές. Κάθε πανεπιστήμιο διαθέτει έναν ειδικό λογαριασμό προορι-σμένο για την έρευνα, και μια επιτροπή που αποφασίζει για τις αιτή-σεις χρηματοδότησης.
Το Πάντειο Πανεπιστήμιο φιλοξενεί το μεγαλύτερο μέ-ρος των ινστιτούτων και το σύνολο των ερευνητικών κέντρων στον τομέα της πολιτικής επιστήμης και των συγγενών κλάδων. Περιλαμ-βάνει συγκεκριμένα δύο ινστιτούτα και δεκαπέντε ερευνητικά κέντρα , τα εξής :

-Ινστιτούτο Περιφερειακής Ανάπτυξης (Ι.Π.Α.) (1975).
- Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων (Ι.ΔΙ.Σ.) (1989).
-Ελληνικό Κέντρο Πολιτικών Ερευνών (1989)
-Κέντρο Κοινωνικής Μορφολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής (1989)
-Κέντρο Κοινωνικής Θεωρίας και Εφαρμοσμένης Κοινωνικής Έρευνας (1991)
-Κέντρο Ευρωπαϊκών Υποθέσεων (1991)
-Κέντρο Έρευνας Κρατικών Πολιτικών (1989)
-Κέντρο Έρευνας της Νεοελληνικής Κοινωνίας (1993)
-Κέντρο Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής (1991)
-Κέντρο Οπτικοακουστικής Επικοινωνίας (1991)
-Δημοσιογραφικό Κέντρο (1991)
-Κέντρο Κοινωνικής Ψυχολογίας (1991), κ.λπ.

Στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών υπάρχουν δύο εργαστήρια που ενδιαφέρουν την πολιτική επιστήμη : το εργαστήριο πολιτικής επικοινωνίας και το εργαστήριο οπτικοα-κουστικών μέσων. Το ινστιτούτο που είναι εγγύτερα στην πολιτική επιστήμη είναι αυτό της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και της συνταγματικής επιστήμης. Λειτουργεί επίσης ένα Ευρωπαϊκό Κέ-ντρο Δημοσίου Δικαίου.

Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας στεγάζει ένα εργαστήριο πολιτικών ερευνών και δημοσκοπήσεων.

Το Πανεπιστήμιο Θράκης διαθέτει εργαστήρια ευρωπαϊ-κών σπουδών, συνταγματικού δικαίου, συγκριτικού και ευρωπαϊκού εργατικού δικαίου, κ.λπ.

Το Ιόνιο Πανεπιστήμιο στεγάζει εργαστήρια ευρωπαϊκής ιστορίας, μελέτης της Αρχαιότητας, των συγγενών επιστημών της ιστορίας, του ελληνισμού της Ανατολίας, κ.λπ.
Τέλος, ινστιτούτα και εργαστήρια που ενδιαφέρονται λί-γο πολύ για το πολιτικό φαινόμενο υπάρχουν και σε άλλα πανεπι-στήμια.


γ) Ανεξάρτητα ινστιτούτα, ιδρύματα και κέντρα ερευ-νών

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι κυριότεροι ανεξάρτη-τοι ερευνητικοί θεσμοί (δημόσιοι ή ιδιωτικοί). Μεταξύ αυτών είναι :

-Το Κέντρο Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Δικαίου (Θεσσαλονίκη)
-Το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛ.Ι.ΑΜΕΠ) (Αθήνα)
-Το Ίδρυμα Μεσογειακών Μελετών (Αθήνα)
-Το Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών (ΕΚΕΜ) (Αθή-να)
-Το Ίδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ) (Θεσσαλονίκη)
-Η Εταιρεία Βαλκανικών Σπουδών (ΕΜΣ) (Θεσσαλονίκη)
-Το Κέντρο Έρευνας της Νεοελληνικής Κοινωνίας (Ακαδημία
Αθηνών)
-Το Ελληνικό Κέντρο Φιλοσοφικών Ερευνών (Ακαδημία Α-θηνών)
-Το Κέντρο Έρευνας του Μεσαιωνικού και Σύγχρονου Ελλη-νισμού (Ακαδημία Αθηνών)
-Το Ινστιτούτο Εργασίας (Αθήνα)
-Το Ίδρυμα Δ. Καράγιωργα (Αθήνα)
-Το Ίδρυμα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου "Μαραγκοπού-λου" (ΙΜΔΑ)
-Η Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Αθήνα)
-Το ΠΕΤΑ, Ενημέρωση, Κατάρτιση και Τοπική Ανάπτυξη (Α-θήνα)
-Εταιρία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ), Αθήνα

Ο ανωτέρω κατάλογος δεν είναι εξαντλητικός ούτε περιλαμ-βάνει ιδιωτικούς θεσμούς (όπως τα κομματικά ινστιτούτα ή ιδρύμα-τα), που έχουν έναν «κλαδικό» χαρακτήρα, μολονότι, για πολλούς από αυτούς, η μελέτη του πολιτικού φαινομένου εγγράφεται στις προτεραιότητές τους.
Τέλος, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η διεύρυνση του πεδίου της πολιτικής και η ανάπτυξη νέων δεδομένων στη διαμόρ-φωση της κοινής γνώμης, δημιούργησαν για την πολιτική επιστήμη έναν ευρύτατο χώρο μελέτης και έρευνας. Η πρώτη δημοσκόπηση στην Ελλάδα διενεργήθηκε ενόψει των εκλογών του 1946. Ακολού-θησαν μη συστηματικές δημοσκοπήσεις για την πολιτική και εκλο-γική συμπεριφορά της κοινής γνώμης, μέχρι το 1975. Έκτοτε, η διε-νέργεια των δημοσκοπήσεων αναλαμβάνεται από τις εταιρίες δημο-σκοπήσεων. Ορισμένα από αυτά, τα οποία δραστηριοποιούνται στον τομέα της πολιτικής, έχουν να επιδείξουν μια συνολική δράση το περιεχόμενο της οποίας μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιστημονικό. Aπό τα σημαντικότερα είναι : η MRB, η AGB, η ALCO, η PRC, η MEDIAPLAN, η ICAP GALLUP HELLAS S.A. η KAΠΠA RESERCH, κλπ.



Γ. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ, ΕΚΔΟΤΙΚΟΙ ΟΙΚΟΙ

1. Οι επαγγελματικές εταιρίες

Η Ελληνική Εταιρία Πολιτικής Επιστήμης δραστηριο-ποιείται το 1975 και αποτελεί την επαγγελματική και επιστημονική στέγη των πολιτειολόγων. Σήμερα αριθμεί περίπου 260 μέλη. Ανά-μεσα στις δραστηριότητές της περιλαμβάνονται ημερίδες, συνέδρια, εκδόσεις, κ.λπ. Η ΕΕΠΕ είναι μέλος της IPSA και άλλων διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών.
Πέραν από την ΕΕΠΕ, υπάρχουν και άλλες επαγγελμα-τικές εταιρίες των συγγενών επιστημονικών κλάδων, όπως :

-Η Εταιρεία Ελλήνων Συνταγματολόγων
-Η Εταιρεία Ελλήνων Κοινωνιολόγων
-Η Ελληνική Εταιρεία Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων
-Η Ελληνική Ψυχολογική Εταιρεία
-Ο Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων
-Η Ελληνική Πανεπιστημιακή Ενωση Ευρωπαϊκών Σπουδών
-Η Ένωση Ελλήνων Οικονομολόγων, κ.λπ.

2. Περιοδικά, εκδοτικοί οίκοι και βιβλιοθήκες πολιτικής ε-πιστήμης

α) Περιοδικά πολιτικής επιστήμης (ειδικευμένα ή γενικής ύλης, που καλύπτουν σε σημαντικό βαθμό το πολιτικό φαινόμενο) :

-Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης (έκδοση της ΕΕΠΕ)
-Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών (με έδρα το Πανεπι-στήμιο Θεσσαλίας)
-Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών (έκδοση του ΕΚΚΕ)
- Κοινοβουλευτική επιθεώρηση
-Το Σύνταγμα (επιθεώρηση συνταγματικού δικαίου και πολι-τικής επιστήμης)
-Δημοκρατία και φύση
-Διοικητική επιθεώρηση
-Διοικητική μεταρρύθμιση
-Αξιολογικά (περιοδικό πολιτικής θεωρίας και επιστημολογίας των κοινωνικών επιστημών, με έδρα το τμήμα οικονομικών επιστη-μών του Πανεπιστημίου Αθηνών).
-Λεβιάθαν
-Δευκαλίων
-Τα ιστορικά
-Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
-Άμυνα και διπλωματία
-Στρατηγική
-Βαλκάνια (έκδοση του ΕΚΕΜ)
-Τόπος (περιοδικό αστικών και περιφερειακών μελετών)
-Τοπικά (περιοδικό της Εταιρείας Μελετών των Επιστημών του Ανθρώπου)
-Ουτοπία (περιοδικό πολιτικής θεωρίας και πολιτισμού)
-Σύγχρονα Θέματα
-Νεύσις (περιοδικό ιστορίας και φιλοσοφίας των επιστημών και της τεχνολογίας, με έδρα το τμήμα μεθοδολογίας, ιστορίας και θεωρίας των επιστημών - Πανεπιστήμιο Αθηνών).

β) Εκδοτικοί οίκοι. Οι πανεπιστημιακές εκδόσεις.

Κάθε πανεπιστήμιο δημοσιεύει με δικά του μέσα διδα-κτικές Σημειώσεις που εξυπηρετούν την εκπαιδευτική διαδικασία. Κάθε μάθημα συνοδεύεται, συνήθως, από διδακτικές Σημειώσεις. Συχνά, οι πανεπιστημιακές εκδόσεις δημοσιεύουν επιστημονικές επε-τηρίδες και άλλα έργα που συνήθως διακινούνται εκτός της αγοράς.
Τα ινστιτούτα και τα κέντρα ερευνών εκδίδουν κατά κα-νόνα συλλογές, πρακτικά συνεδρίων, έρευνες, δελτία, κ.λπ.
Οι πανεπιστημιακές εκδόσεις διακινούνται ως επί το πλείστον από ιδιωτικούς εκδοτικούς οίκους. Οι οίκοι αυτοί δημοσι-εύουν τα κυρίως πανεπιστημιακά συγγράμματα που διανέμονται στους φοιτητές. Σύμφωνα με το μοναδικό αυτό σύστημα, το σύνολο των φοιτητών λαμβάνει δωρεάν, πέραν των Σημειώσεων, όλα τα βι-βλία που προτείνονται από τον διδάσκοντα και γίνονται τυπικά αποδεκτά από το τμήμα (σε αναλογία ενός ή δυο για κάθε μάθημα). Η πρακτική αυτή εγγράφεται στην επιλογή του κράτους να αναλάβει το σύνολο του κόστους της δημόσιας εκπαίδευσης, από την πρωτο-βάθμια έως την πανεπιστημιακή. Έτσι, κάθε πανεπιστήμιο συνάπτει συμβόλαια με τους εκδοτικούς οίκους που εξέδωσαν ή αναλαμβά-νουν να δημοσιεύσουν τα συγγράμματα που προτείνονται από τους διδάσκοντες, με σκοπό να υποβοηθήσουν τη διδασκαλία των μαθη-μάτων ή τα σεμινάριά τους.
Προκειμένου να διαμορφωθεί μια σχετική εικόνα για το εύρος του εγχειρήματος αναφέρουμε την περίπτωση του Παντείου Πανεπιστημίου: το σύνολο των τίτλων ( Σημειώσεις και βιβλία) που διανέμονται στους φοιτητές στη διάρκεια ενός έτους είναι κατά μέσο όρο 1200. Οι 750 από αυτούς αφορούν σε βιβλία, εκ των οποίων τα 580 έχουν γραφεί από Έλληνες και τα υπόλοιπα (170) είναι μετα-φράσεις ξένων βιβλίων. Οι εκδοτικοί οίκοι που έχουν υπογράψει συμβόλαια με το Πάντειο ανέρχονται το 1996 σε 112. Οι 24 από αυ-τούς διανέμουν περισσότερους από πέντε τίτλους συγγραμμάτων, ενώ οι 17 διανέμουν έναν αριθμό τίτλων που ποικίλλει από 10 έως 50. Το παράδειγμα του Παντείου Πανεπιστημίου είναι από την άποψη αυτή αντιπροσωπευτικό του συνόλου των ελληνικών πανεπιστημια-κών ιδρυμάτων.
Μεταξύ των εκδοτικών οίκων που ειδικεύονται στις κοι-νωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής επιστή-μης, οι σημαντικότεροι είναι οι εξής :

-Εκδόσεις Β. Παπαζήση
-Εκδόσεις Α. Σάκουλα
-Εκδόσεις Gutenberg
-Εκδόσεις Νέα Σύνορα
-Εκδόσεις Θεμέλιο
-Εκδόσεις Εξάντας
-Εκδόσεις Κριτική
-Εκδόσεις Παρατηρητής
-Εκδόσεις Πλέθρον

Πρέπει να σημειωθεί οι εκδόσεις έργων πολιτικής επι-στήμης καταλαμβάνουν μια σημαντική θέση στο σύνολο των εκδό-σεων που γίνονται στην Ελλάδα. Πολλοί εκδοτικοί οίκοι προσφέ-ρουν συλλογές πολιτικών έργων. Ο αριθμός των μεταφράσεων έργων πολιτικής επιστήμης είναι από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη.

γ) Βιβλιοθήκες πολιτικής επιστήμης.

Οι πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες. Οι βιβλιοθήκες που εί-ναι ειδικευμένες στις κοινωνικές επιστήμες και ιδιαίτερα στην πολι-τική επιστήμη απαντώνται στα πανεπιστήμια, στα ινστιτούτα και τα κέντρα ερευνών. Αναφέρουμε, μεταξύ άλλων, τις βιβλιοθήκες των:

-Παντείου Πανεπιστημίου
-Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών
-Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
-Πανεπιστημίου Κρήτης
-Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
-Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Καθώς και τις βιβλιοθήκες των:

-Ε.Κ.Κ.Ε.
-Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης
-Ε.Ι.Ε.
-Ε.ΛΙ.Α.Μ.Ε.Π.
-Ι.Π.Α. (Πάντειο Παν/μιο.)
-Ι.Δ.Ι.Σ. (Πάντειο Παν/μιο.)
-Κέντρου Ευρωπαϊκού και Διεθνούς Δικαίου

Οι «Εθνικές» και άλλες βιβλιοθήκες

Αναφέρουμε ενδεικτικά τις:

-Εθνική Βιβλιοθήκη
-Βιβλιοθήκη του Κοινοβουλίου
-Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών
-Γεννάδειο Βιβλιοθήκη
-μια σειρά από βιβλιοθήκες επιστημονικών ή πολιτιστικών θε-σμών, οι οποίες επιδεικνύουν ένα αυξημένο ενδιαφέρον για την πο-λιτική επιστήμη (π.χ. η Μπενάκειος βιβλιοθήκη, οι βιβλιοθήκες του Γαλλικού ινστιτούτου, του ινστιτούτου Γκαίτε, του Βρετανικού Συμβουλίου, της Τραπέζης της Ελλάδος, κ.λπ.)


Δ. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Η κοινωνική ζήτηση πολιτικής επιστήμης είναι άνιση. Η παρουσία της πολιτικής επιστήμης είναι έντονη στο επίπεδο τόσο του πολιτικού συστήματος όσο και των ηγετικών στελεχών του δημό-σιου τομέα και των ορθολογικά ειδικευμένων θεσμών. Συγχρόνως, το πρόβλημα της διεξόδου στον τομέα της εργασίας για τους πτυ-χιούχους τίθεται με ιδιαίτερη οξύτητα.
Η παρουσία της πολιτικής επιστήμης στο πλαίσιο του πολιτικού συστήματος μπορεί να αποδοθεί στην κυρίαρχη θέση που κατέχει η πολιτική στην Ελλάδα. Μια θέση που πήρε καταλυτικές διαστάσεις μετά την επέλαση των τηλεμέσων και τη θεσμική ενσω-μάτωση της χώρας στο διεθνές σύστημα. Η δικτατορική παρένθεση της περιόδου 1936-1941 έδειξε ότι ήταν εμφανής ο κεντρικός ρόλος που έπαιζε ήδη η Πάντειος Σχολή Πολιτικής Επιστήμης για την κα-τάρτιση των στελεχών του δημόσιου τομέα και στην εξέλιξη των ι-δεών. Στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, η πολιτική επιστήμη θα υπηρετήσει κατά προτεραιότητα την προβληματική για ένα μεγαλύ-τερο δημοκρατικό άνοιγμα, ενώ στα μέσα περίπου της δεκαετίας του χίλια εννιακόσια εβδομήντα θα παρασυρθεί από την παλίρροια που προκάλεσε η δυναμική της αλλαγής.
Είναι γενικά αποδεκτό ότι η πολιτική επιστήμη - και οι συγγενείς κλάδοι- συνιστά έναν προνομιακό χώρο επεξεργασίας και ανταλλαγής ιδεών, άμεσα συνδεδεμένων με την κοινωνική και πολι-τική ζωή της χώρας. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί η απήχηση της σημα-ντικής κατά τα άλλα δράσης της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Ε-πιστήμης την περίοδο 1975-1980, ο ρόλος της Παντείου Σχολής (και μετέπειτα του Παντείου Πανεπιστημίου) ή της Σχολής Νομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπι-στημίου Αθηνών.
Άλλωστε, οι θεσμοί των κοινωνικών επιστημών εφοδιά-ζουν με πολιτικά και διοικητικά στελέχη το κράτος (πολιτικό προ-σωπικό, ιθύνοντες των μεγάλων δημόσιων οργανισμών, πολιτικοί σύμβουλοι, κ.λπ.). Ο σημερινός πρωθυπουργός της χώρας προέρχε-ται από το Πάντειο Πανεπιστήμιο, το οποίο έχει εισφέρει επίσης προέδρους της Πολιτείας κλπ.
Η ανάπτυξη του φαινομένου των τηλεμέσων οδήγησε την πολιτική επιστήμη να αντιπαρατεθεί με τη ζώσα καθημερινή ε-πικαιρότητα, χωρίς ωστόσο να παραιτηθεί από την παραδοσιακή παρουσία της στον Τύπο. Τέλος, η ενσωμάτωση της χώρας στο διε-θνές σύστημα (ΝΑΤΟ, Συμβούλιο της Ευρώπης, ΟΟΣΑ, κ.λπ.), και, από την 1/1/1981, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε συνδυασμό με τη νέα διεθνή τάξη που προέκυψε από την κατάρρευση του σοβιετικού συ-νασπισμού, προκάλεσε μια σημαντική ζήτηση ειδικών στα ευρωπαϊ-κά θέματα, καθώς και για τις υποθέσεις των χωρών της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, της Εγγύς Ανα-τολής και, γενικά, για τις διεθνείς σχέσεις, τις στρατηγικές σπουδές, την εξωτερική πολιτική, τους ευρωπαϊκούς θεσμούς και τα ευρύτερα διεθνή ζητήματα.
Ο νέος ρόλος που εκλήθη να παίξει το κράτος στην ε-θνική και τη διεθνή σκηνή έθεσε με οξύτητα το ζήτημα της μεταρ-ρύθμισής του. Η ζήτηση ειδικών στους πολιτικούς και τους διοικητι-κούς θεσμούς, καθώς και στις κρατικές πολιτικές, έμελλε να έχει ε-πιπτώσεις στην ανάπτυξη σειράς κλάδων των κοινωνικών επιστη-μών, των οποίων το πολιτικό φαινόμενο αποτελεί βασική παράμε-τρο. Η ίδρυση της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης αποτελεί έκφραση της νέας αυτής πραγματικότητας.
Παρά το άνοιγμα του κράτους, των δημόσιων υπηρε-σιών και του ιδιωτικού τομέα στις κοινωνικές επιστήμες, το πρό-βλημα της εργασιακής διεξόδου των πτυχιούχων πολιτικής επιστή-μης παραμένει. Έχει μεταξύ άλλων να αντιμετωπίσει τις ανορθολο-γικές όψεις ενός κράτους, τις οποίες η πολιτική τάξη αρνείται να α-πεμπολήσει ή, στην καλύτερη περίπτωση, αδυνατεί να αντιμετωπί-σει. Προστίθεται η πληθώρα των πτυχιούχων, καθώς στους αποφοί-τους των κρατικών πανεπιστημίων έρχονται να προστεθούν εκείνοι του εξωτερικού και του ιδιωτικού τομέα. Τέλος δεν πρέπει να αγνο-είται το φαινόμενο της απόρριψης της εργασίας που συνοδεύει την προϊούσα μετάβαση στην τεχνολογική εποχή και θέτει με οξύτητα το γενικότερο ζήτημα της επανεκτίμησης της θέσης της εργασίας στην οικονομική διαδικασία .
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η ζήτηση πολιτικών επιστημό-νων υψηλής στάθμης αυξήθηκε : στα οπτικοακουστικά μέσα επικοι-νωνίας, στις εταιρίες δημοσκοπήσεων, στη δημόσια και την ιδιωτική εκπαίδευση, κυρίως στη δευτεροβάθμια34, στη διαρκή επιμόρφωση35, στα κέντρα έρευνας, στα γραφεία μελετών και παροχής συμβουλών, στις ειδικές (δημόσιες και ιδιωτικές) υπηρεσίες επί ευρωπαϊκών θε-μάτων, στην περιφερειακή και την τοπική αυτοδιοίκηση, κ.λπ. Είναι προφανές ότι ευρισκόμεθα ενώπιον μιας ζήτησης που απαιτεί ολοέ-να και περισσότερο εξειδικευμένες γνώσεις, γεγονός που επιβεβαιώ-νει μια σημαντική μεταβολή στη φυσιογνωμία της κοινωνίας και του κράτους και, ασφαλώς, στη θέση της χώρας στη νέα τεχνολογική τά-ξη. Πρόκειται όμως για μια καμπή που βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπη με το κυρίαρχο σύστημα και τις αντιστάσεις της ιθύνουσας, ιδίως πολιτικής και πνευματικής, τάξης της χώρας.


Ε. Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΚΑΙ Η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Η συμμετοχή της ελληνικής πολιτικής επιστήμης στη διεθνή συνεργασία παρουσιάζει έναν θετικό απολογισμό. Ωστόσο, σύμφωνα με τη γενικότερη τάση που χαρακτηρίζει την ελληνική κοινωνία, η ατομική δράση στο διεθνές πεδίο είναι κατά πολύ εντο-νότερη από εκείνη των θεσμών, της ΕΕΠΕ συμπεριλαμβανομένης.
Ο ελληνισμός, μέσα από τη διασπορά και την κινητικό-τητα που τον διακρίνει, συμμετέχει δραστήρια στη διεθνή διαδικα-σία παραγωγής και διακίνησης της σύγχρονης γνώσης στον τομέα της πολιτικής επιστήμης : ο Ρ. Μακρίδης, ο Ν. Πουλατζάς, ο Κ. Κα-στοριάδης και άλλοι, αποτελούν ορισμένα αντιπροσωπευτικά παρα-δείγματα, ενώ ιδίως στις ΗΠΑ η ελληνική πανεπιστημιακή κοινότη-τα είναι από τις πιο δραστήριες. Η διασπορά αυτή, ανεξάρτητα από τη σταδιοδρομία της σε άλλες χώρες, διατηρεί συχνά μια έντονη πα-ρουσία στην εσωτερική επιστημονική και πνευματική ζωή, όπου κα-ταλαμβάνει ορισμένες φορές μια διόλου ευκαταφρόνητη θέση στην έρευνα και την επεξεργασία ζητημάτων που αφορούν στο ελληνικό πρόβλημα.
Σε ό,τι αφορά τους θεσμούς που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο του νεοελληνικού κράτους, παρατηρείται μια σχετικά ενδιαφέρουσα, αν και ασυνεχής, παρουσία στα ευρωπαϊκά και τα διεθνή δρώμενα. Η ΕΕΠΕ είναι μέλος της IPSA και διατηρεί σχέσεις με ορισμένους διεθνείς θεσμούς. Οι πανεπιστημιακοί (τμήματα, κ.λπ.) και ερευνητικοί θεσμοί (ινστιτούτα, κέντρα ερευνών, κ.λπ.) εμφανίζονται πολύ πιο δραστήριοι στο διεθνές πεδίο. Με τις πρωτο-βουλίες τους να επιδεικνύουν έναν σχετικά πλούσιο και εποικοδο-μητικό απολογισμό για τις κοινωνικές επιστήμες.
Οι έλληνες πολιτικοί επιστήμονες εμφανίζονται στη διε-θνή σκηνή με δημοσιεύσεις σε ξένα περιοδικά, σε συλλογικά έργα ή με μονογραφίες. Σ’αυτούς συγκαταλέγεται και η καθόλου ευκατα-φρόνητη συμβολή των νέων επιστημόνων που υποστηρίζουν τις δια-τριβές τους σε πανεπιστήμια της αλλοδαπής.
Τέλος, η Ελλάδα συμμετέχει σε ορισμένους ευρωπαϊ-κούς επιστημονικούς θεσμούς, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, το Κολέγιο της Μπρίζ και το Ινστιτούτο Δημόσιας Διοίκησης του Μάαστριχ, ο διευθυντής του οποίου είναι έλληνας . Μια άλλη διάσταση που αποτελεί όχημα για διεθνή συνεργασία εί-ναι οι διμερείς συμφωνίες ανταλλαγών και έρευνας τις οποίες συνά-πτει το ελληνικό κράτος με άλλες χώρες.
Οι ελληνικοί πανεπιστημιακοί θεσμοί και τα κέντρα έ-ρευνας συνδέονται με το ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Ένα Εθνικό Κέντρο Τεκμηρί-ωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ) προσφέρει μεγάλο εύ-ρος υπηρεσιών, συνδέοντας τους έλληνες επιστήμονες με περισσό-τερες από 1.400 τράπεζες εθνικών και διεθνών δεδομένων. Στο πλαίσιο αυτό, θεσμοί όπως το Πάντειο Πανεπιστήμιο διαθέτουν Wide Web Server, Internet Host, Internet Services (E. mail, FTP, Gopher, Telnet, Dial-Up Service, κ.λπ.), συμμετέχουν στο NORTHSTAR, κ.λπ.

Διευθύνσεις E-mail των κυριoτέρων πανεπιστημιακών και ε-ρευνητικών ιδρυμάτων:

Πανεπιστήμιο Αθηνών : http://www.uoa.gr/
Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών : http://www.aueb.gr
Πάντειο Πανεπιστήμιο : http://www.panteion.gr
Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης : http://www.auth.gr/
Πανεπιστήμιο Μακεδονίας : http://www.it.uom.gr/
Πανεπιστήμιο Θράκης : http://www.duth.gr/
Πανεπιστήμιο Κρήτης : http://www.uch.gr/
Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων : http://feidias.cc.uoi.gr:9030/
Πανεπιστήμιο Αιγαίου : http://www.aegean.gr/
Υπουργείο Παιδείας : http://www.ypepth.gr/
Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης : http://www.ekt.org.gr/
ΕΛΙΑΜΕΠ : eliamep@leon.nrcps.ariadne-t.gr
Ι.Π.Α : ipa01@athena.compulink.gr


Η συμμετοχή της Ελλάδας, και συγκεκριμένα της ελλη-νικής πολιτικής επιστήμης, στα ευρωπαϊκά προγράμματα παρουσιά-ζει ορισμένες ιδιαιρότητες που αξίζει να μνημονευθούν. Διαπιστώ-νεται πρωταρχικά μια δυσαναλογία που ευνοεί τους έλληνες φοιτη-τές. Η δυσαναλογία αυτή οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην περιορι-σμένη διάδοση της ελληνικής στον ευρωπαϊκό χώρο και επίσης, στην εξοικείωση των ελλήνων φοιτητών με τις ξένες γλώσσες. Είναι επίσης αληθές ότι το πρόβλημα αυτό εξισορροπείται εν μέρει από το γεγονός ότι οι ευρωπαίοι φοιτητές που έρχονται στην Ελλάδα επιλέ-γουν συχνά να συνδυάσουν τις σπουδές τους με την πραγματοποίη-ση μέρους του ερευνητικού τους προγράμματος. Στο επίπεδο της α-νταλλαγής διδασκόντων, διατηρείται μια μεγαλύτερη ισορροπία.


Πίνακας 15.ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ERASMUS
ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΕΙ
ΘΕΣΜΟΣ
Τμήμα ΠΕ&ΔΣ, Πάντειο Παν/μιο 71*
Τμήμα ΠΕ&ΔΔ, Παν/μιο Αθηνών 33
Τμήμα Δ&Ε,Οι&ΠΣ, Παν/μιο Μακεδονίας 5
Άλλα Τμήματα (κινητικότης πολιτικής επιστήμης) 33
Σύνολο 142
* Επί συνόλου 125 ΑΕΙ για το σύνολο του Παντείου


Πίνακας 16. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ERASMUS
ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΣ ΦΟΙΤΗΤΩΝ (1995-96)
ΘΕΣΜΟΙ προς Αθήνα από Αθήνα
Τμήμα ΠΕ&ΔΣ (Πάντειο Παν/μιο) 12 62
Τμήμα ΠΕ&ΔΔ (Παν/μιο Αθηνών) 3 8
Τμήμα Δ&Ε,Οι&ΠΣ (Παν/μιο Μακε-δονίας) 1 17
Άλλα τμήματα (κινητικότης πολ.επ.) ? 18
Σύνολο 16 105


Πίνακας 17. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ JEAN MONNET
ΘΕΣΜΟΙ MODULES E. CHAIRES COURS PERMANENTS
Τμήμα ΠΕ&ΔΣ (Πάντειο) 1 3 7
Τμήμα ΠΕ&ΔΔ (Αθήνα) - 1 -
Τμήμα Δ&Ε,Οι&ΠΣ (Μακεδονίας) 1 1 1
Σύνολο 2 5 8


Πίνακας 18. ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΣ ΔΕΠ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΥΝΤΟΝΙΖΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ERASMUS ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΜΗΜΑΤΑ (ΠΟΛ. ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ)
ΘΕΣΜΟΙ Κινητικότης ΔΕΠ Προγρ. Erasmus συντονιζόμε-να από ελλ. τμήμα πολ.επιστ.
Τμήμα ΠΕ&ΔΣ (Πάντειο) 2 3
Τμήμα ΠΕ&ΔΔ (Αθήνα) - -
Τμήμα Δ&Ε,Οι&ΠΣ (Μακεδονίας) - 1
Σύνολο 2 4




Ζ. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

1. Η μακρά πορεία της μετάβασης στη νεότερη εποχή. Η δύσκολη εναρμόνιση.

Η επιστημονική προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου στο ζωτικό χώρο του ελληνικού κοσμοσυστήματος συνάντησε ση-μαντικές δυσχέρειες λόγω των περιδινήσεων που προκάλεσε η βίαιη επαφή του με τις σταθερές του δεσποτικού κοσμοσυστήματος, δυτι-κού και ανατολικού τύπου, και η νέα δυναμική των κοινωνιών που προέκυψαν από την έξοδο της Ευρώπης από τη φεουδαρχία. Η υπα-γωγή της κεντρικής εξουσίας σε μια δεσποτική πραγματικότητα (στον οθωμανικό δεσποτισμό) θα έχει ως επακόλουθο τον περιορι-σμό της πνευματικής κίνησης και στη συνέχεια την ανασύνταξή της πάνω σε διαφορετικά θεμέλια και γεωγραφικό ορίζοντα. Στη διάρ-κεια της τελευταίας περιόδου, μέχρι τον 19ο αιώνα, η προβληματική των ελληνικών κοινωνιών στρέφει την προσοχή της στο πολιτειακό κεκτημένο του ελληνικού κοσμοσυστήματος και, κυρίως, στην πόλη, στις αγκυλώσεις που δημιουργούνται από την αναγκαστική συνύ-παρξη με τον ασιατικό δεσποτισμό και στο πρόταγμα για την ανα-σύσταση του κεντρικού πολιτικού συστήματος πάνω σε κοσμοπολι-τειακές βάσεις.
Η αποτυχία του προτάγματος αυτού και η δημιουργία ενός περιθωριακού κράτους εθνικού τύπου δημιούργησαν, στην αρ-χή, μια διχοτομία, η οποία κατέληξε πολύ γρήγορα στην προσαρμο-γή της έννοιας της πολιτικής, που ανέδειξε η κρατοκεντρική και εν συνεχεία οικουμενική (κοσμοπολιτειακή) διάσταση του ελληνικού κοσμοσυστήματος με θεμέλιο την πόλη, στις παραμέτρους του πολι-τικού συστήματος της νέας κρατοκεντρικής κοινωνίας. Το σύστημα αυτό, αν και θα εισέλθει στην ανθρωποκεντρική τροχιά του ελληνι-κού κοσμοσυστήματος, θα παραμείνει τελικά εξαρτημένο από δύο θεμελιώδεις καταναγκασμούς : ο πρώτος, συνάπτεται με την αφετη-ρία του και συνεπώς, με την προτεραιότητά του να υπερβεί τα ίχνη της κοινωνίας υποκειμένων φεουδαλικού τύπου και να ολοκληρώσει την κοινωνία πολιτών. Ο άλλος, αφορά στις δουλείες του επικοινω-νιακού περιβάλλοντος που υπαγορεύονται από τη μεγάλη κλίμακα του θεμελιώδους πολιτειακού συντελεστή της νέας κρατοκεντρικής εποχής. Η σταθερή ηγεμονία της πολιτικής στους κόλπους της νεο-ελληνικής κοινωνίας του κράτους-έθνους δεν θα αποτρέψει ασφα-λώς την εξίσωση του πολιτικού φαινομένου με την πολιτική εξουσία ούτε την αναπόφευκτη άλλωστε καθυπόταξη των επιστημών της πο-λιτικής στις επιστήμες του κράτους-έθνους (στο δημόσιο δίκαιο, στην εθνοκεντρική ιστορία και οικονομία κλπ). Έτσι, παρά την ι-σχυρή παρουσία της κοινωνίας στην πολιτική ζωή, οι κοινωνικές ε-πιστήμες και, συχνά, οι πραγματικότητες του τυπικού πολιτικού συ-στήματος, θα αναδεχθούν ως περίπου αυτονόητες τις αρχές της «νε-οτερικότητας». Στο πλαίσιο αυτό, η επάνοδος της πολιτικής επιστή-μης ήταν φυσικό να συνδυασθεί με την άρθρωση της προβληματικής της σε στενή συνάφεια με τις νέες κυρίαρχες παραδοχές, δηλαδή ως ομόλογη του κράτους και στην καλύτερη περίπτωση, της πολιτικής εξουσίας.
Παρόλ’αυτά, οι κληρονομιές του ελληνικού κοσμοσυ-στήματος είναι ευρέως υπεύθυνες για την ιδιαίτερη θέση όχι μόνον του πολιτικού συστήματος αλλά της επιστήμης της πολιτικής στην Ελλάδα.
Η σύγχρονη ελληνική πολιτική επιστήμη χαρακτηρίζεται από ένα υψηλό επίπεδο αυτονομίας στους τομείς της διδασκαλίας και της έρευνας. Ένα Πανεπιστήμιο κατά το ουσιώδες προσανατολι-σμένο στις επιστήμες της πολιτικής, δύο άλλα τμήματα και αρκετοί τομείς πολιτικής επιστήμης, στους οποίους προστίθενται σειρά συγ-γενών προς την πολιτική επιστήμη τμημάτων, τομέων, καθώς και ερευνητικών θεσμών, συνθέτουν ένα σύνολο που της εξασφαλίζουν μια αναμφίβολη αναγνώριση στο χώρο των κοινωνικών επιστημών.
Είναι αναμφίβολο ότι οι πραγματικότητες αυτές στην Ελλάδα εγγράφονται ολοένα και περισσότερο σε μια σχετική πα-ραλληλία με τις εξελίξεις του σύγχρονου κόσμου. Για πρώτη φορά στο νεότερο πολιτικό σύστημα παρατηρείται μια ουσιαστική διεύ-ρυνση του πεδίου της πολιτικής πέραν από τα περιορισμένα όρια του λεγόμενου δημόσιου χώρου. Το γεγονός αυτό εισάγει ήδη μια προ-βληματική ως προς την κυρίαρχη θέση του κράτους και εν προκει-μένω της εξουσίας του, στο πολιτικό σύστημα, η οποία αποδέχεται πια με δυσκολία την αντίληψη που το θέλει ως κατεξοχήν, αν όχι μονοσήμαντο, εκφραστή του έθνους και του γενικού συμφέροντος. Η προοπτική μιας επανεκτίμησης της θέσης αυτής, την οποία υπο-βάλλει η ιδέα ενός κράτους θεράποντος του πολιτικού συστήματος, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια αλλαγή των ρόλων στο πλαίσιο του πολιτικού γίγνεσθαι και ιδιαίτερα της πολιτικής λειτουργίας του κοινωνικού σώματος. Τούτο σημαίνει ότι ο λαός αποκτά μια πολιτι-κή διάσταση την οποία αφαιρεί από το έθνος καθώς μεταβάλλεται σε εσωτερικό συντελεστή του πολιτικού συστήματος. Η αρχή "ένα έθνος, ένα κράτος, ένα πολιτικό σύστημα (ενιαίο ή μη)", η οποία, α-φού συνέβαλε στη μετάβαση από το δεσποτικό στο ανθρωποκεντρι-κό κοσμοσύστημα, αποτέλεσε την αφετηρία ή τη νομιμοποιητική βάση για σημαντικές πολιτικές «αναστολές» (εθνικισμοί, ολοκληρω-τισμοί, πολιτικοί καταναγκασμοί,κ.λπ.), έχει απολέσει στις μέρες μας μεγάλο μέρος από τον αρχικό της δυναμισμό. Η προοπτική υπέρ-βασης της αρχής αυτής αποκαλύπτει ασφαλώς τον αμφίβολο χαρα-κτήρα ορισμένων υποθέσεων που θεωρούνται ακόμη θεμελιώδεις, όπως αυτή της πολιτισμικής ή της πολιτικής μειονότητας. Η διάσταση ανάμεσα στο τυπικό και το πραγματικό πολιτικό σύστημα, που κα-ταγράφεται με σαφήνεια στα τέλη του 20ου αιώνα, θέτει ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα από εκείνο του πολιτισμικού ή του πολιτικού πλουραλισμού, ο οποίος είτε αναπαράγει απλώς το κεντρικό πρότυ-πο στο τοπικό και το περιφερειακό επίπεδο είτε απλούστερα συν-δυάζει την εξουσιαστική λογική του συστήματος με τις παραμέτρους των συσχετισμών ισχύος στο πλαίσιο της κοινωνίας πολιτών. Εγεί-ρει κυρίως το μείζον πρόβλημα της μετάβασης από το δίλημμα μειο-νότητα/κυριαρχία στην ιδέα της πολιτικής αυτονομίας του κοινωνι-κού σώματος και, κατ’επέκταση, σε μια πολυσυστημική πραγματικό-τητα στο εσωτερικό του κράτους, στενά συνυφασμένη με την ανα-θεώρηση των θεμελίων που διέπουν τη σχέση κοινωνίας και πολιτι-κής.
Για την ελληνική κοινωνία, η εξέλιξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως η αρχή του τέλους μιας παρένθεσης, η οποία επιβλή-θηκε στην πολιτική πράξη και συνακόλουθα στην πολιτική επιστήμη ως επακόλουθο της αναπόφευκτης, μετά από κάποια στιγμή, εναρ-μόνισης, του πολιτειακού της συστήματος με τις προδιαγραφές του βιούμενου την ίδια περίοδο σταδίου του εθνοκεντρικού συστήματος. Μια εναρμόνιση, ωστόσο, που χαρακτηρίσθηκε ως παρεκκλίνουσα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό "κανόνα", επειδή εισήγαγε από την πρώτη στιγμή αρχές όπως η καθολική ψηφοφορία, το σύστημα των "μετα-ταξικών" και, συνεπώς, "μετα-ιδεολογικών" κομμάτων, την άμεση "αντι-αντιπροσωπευτική" πολιτικοποίηση του κοινωνικού σώματος, στο πλαίσιο ενός ευρέως πολιτικού χώρου, διάχυτου στο κοινωνικό σώμα και ελάχιστα συμβατού με την ταύτιση του «δημο-σίου» με το κράτος.


2. Το κεκτημένο της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης

Σε ότι αφορά το σώμα του διδακτικού και του ερευνητι-κού προσωπικού στις κοινωνικές επιστήμες, διαπιστώνεται, πριν από το τέλος του ψυχρού πολέμου, μια σημαντική ανάπτυξη. Το γεγονός αυτό αντικατοπτρίζεται στην αριθμητική αύξηση των μελών του δι-δακτικού και του ερευνητικού προσωπικού από τη μεταρρύθμιση του 1982, η οποία απελευθέρωσε την πανεπιστημιακή δυναμική, μέ-χρι τις μέρες μας. Για να επανέλθουμε στο παράδειγμα του Παντείου Πανεπιστημίου: ενώ το 1982 είχε 36 διδάσκοντες με την ιδιότητα του καθηγητή - και πράγματι ένα μοναδικό τμήμα με δύο κατευθύν-σεις - σήμερα αριθμεί 178 καθηγητές και των τεσσάρων βαθμίδων - με οκτώ τμήματα και πολυάριθμους τομείς - στους οποίους δεν συ-νυπολογίζονται οι βοηθοί, κ.λπ. Το παράδειγμα του Παντείου είναι ευρύτατα αντιπροσωπευτικό του συνόλου του ελληνικού πανεπι-στημιακού συστήματος και της ελληνικής έρευνας37.
Ο μέσος όρος ηλικίας των διδασκόντων και των ερευνη-τών μειώθηκε επίσης σημαντικά. Από εξήντα χρόνια περίπου που ήταν το 1982, σήμερα κυμαίνεται γύρω στα σαρανταπέντε. Το γεγο-νός αυτό καταδεικνύει ότι οι κοινωνικές επιστήμες, και συγκεκριμέ-να οι περί την πολιτική επιστήμη κλάδοι, εμφανίζουν μια αδιαφιλο-νίκητη δυναμική. Συγχρόνως, μια νέα γενιά πολιτικών επιστημόνων, που αντιπροσωπεύει ένα αξιόλογο επιστημονικό κεφάλαιο, προετοι-μάζεται ήδη να αναλάβει τη σκυτάλη.
Το σύνολο των μελών του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού γνωρίζει επαρκώς μια ξένη γλώσσα, ενώ εκείνοι που χειρίζονται τουλάχιστον δύο ξένες γλώσσες υπερβαίνουν το 72%. Παρατηρείται επίσης ότι το 86% των ελλήνων διδασκόντων και ε-ρευνητών έχουν πραγματοποιήσει μέρος ή το σύνολο των μεταπτυ-χιακών σπουδών τους (D.E.A., Master, Διδακτορικό) σε ένα ή πε-ρισσότερα ξένα πανεπιστήμια (κατ’αρχήν, σε ευρωπαϊκά ή αμερικα-νικά). Πολλοί από αυτούς εργάστηκαν ως διδάσκοντες ή ως ερευνη-τές σε ξένα ιδρύματα πριν επιστρέψουν στην Ελλάδα ή διατηρούν στενή επιστημονική επικοινωνία (διδακτική ή ερευνητική) με ιδρύ-ματα άλλων χωρών. Η διεθνής κινητικότητα ενθαρρύνεται σε σημα-ντικό βαθμό από την πανεπιστημιακή νομοθεσία. Κάθε μέλος ΔΕΠ δικαιούται εκπαιδευτική άδεια έξι μηνών για κάθε τρία χρόνια (ή ένα έτος για κάθε έξι χρόνια) υπηρεσίας, ενώ ο μισθός του διπλα-σιάζεται στην περίπτωση που επιλέξει μια διαμονή σε ξένο πανεπι-στημιακό ίδρυμα.
Στους κόλπους της ελληνικής πολιτικής επιστήμης πα-ρατηρείται μια τάση προς συγκρότηση ενδο-επιστημονικών ή κλα-δικών «οικογενειών». Τούτο μαρτυρεί την ύπαρξη μιας δυναμικής προς την εξειδίκευση που ανταποκρίνεται στην κοινωνική ζήτηση. Αναφέρουμε τις «οικογένειες» της εκλογικής κοινωνιολογίας και της κοινωνιολογίας της κοινής γνώμης, της πολιτικής ζωής, των μέσων επικοινωνίας, της συγκριτικής πολιτικής, της πολιτικής θεωρίας, των πολιτικών θεσμών, των κρατικών πολιτικών, των πολιτικών δυνάμε-ων ( κομμάτων, ομάδων συμφερόντων, κοινωνικών κινημάτων), πο-λιτικής κουλούρας, δημόσιας διοίκησης, τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, διεθνών σπουδών (διεθνών οργανώσεων και διεθνών σχέσεων, στρατηγικών σπουδών, ευρωπαϊκών, βαλκανικών, αραβι-κών σπουδών), κ.λπ.
Το πολιτικό σύστημα του νεοελληνικού κράτους συγκε-ντρώνει ασφαλώς το κυρίως ενδιαφέρον της πολιτικής έρευνας. Ε-ντούτοις, με αξιοσημείωτη εξαίρεση τις πολιτικές ιδέες, το παρελθόν που αναφέρεται στην περίοδο του ελληνικού κοσμοσυστήματος, δεν προκάλεσε ιδιαίτερα την προσοχή τους. Η περίοδος από την αρχαιό-τητα έως την οθωμανική εποχή αφέθηκε ουσιαστικά στους ιστορι-κούς, τους φιλολόγους και δευτερευόντως σε άλλες επιστήμες. Η πολιτική επιστήμη αναπτύχθηκε σε τελευταία ανάλυση ως η επιστήμη του κράτους-έθνους. Πράγμα που, εξάλλου, εξηγεί ευρέως την μονο-σήμαντη θέαση της ιστορίας του ελληνισμού από μια στενά εθνοκε-ντρική σκοπιά. Αρκεί να επισημανθεί ότι η πρώτη μη εθνοκεντρική συστηματική προσέγγιση των ελληνικών πολιτειακών θεμελίων της οθωμανικής περιόδου θα δει το φως μόλις το 1982, ενώ η σφαιρική προσέγγιση του ελληνισμού υπό το πρίσμα της κοσμοσυστημικής θεωρίας θα κάμει την εμφάνισή της δέκα χρόνια αργότερα.
Το μέρος των πολιτικών επιστημόνων που καταγίνεται με το διεθνές γίγνεσθαι δεν είναι ευκαταφρόνητο: Ασχολείται ιδίως με την κίνηση των ιδεών από τη δυτικο-Ευρωπαϊκή Αναγέννηση μέ-χρι τη σύγχρονη εποχή, με το κοινωνικό και πολιτικό παράδειγμα άλλων χωρών (π.χ. με τις χώρες της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης, της Εγγύς Ανατολής), και ιδίως με τη μελέτη του πολιτικού συστήματος των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπογραμμίζεται ως προς αυτό η σημασία του φαινομένου των μεταφράσεων στα ελληνικά ενός ση-μαντικού αριθμού έργων που αφορούν στις κοινωνικές επιστήμες και, εν προκειμένω, στην πολιτική επιστήμη. Το φαινόμενο αυτό, που υποστηρίζεται οπωσδήποτε από το σύστημα της δωρεάν διανο-μής των συγγραμμάτων στους φοιτητές, συμβάλει ώστε η σχετική βιβλιογραφία να έχει εμφανίζει έναν επαρκή και ισόρροπο χαρακτή-ρα.


3. Προς ένα νέο "παράδειγμα" πολιτικής επιστήμης

Η δυναμική επιστροφή της πολιτικής επιστήμης σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βιώνει σχεδόν βασανιστικά την πραγμα-τικότητα του περιορισμένου θεσμικού χώρου της πολιτικής στο Πε-ριβάλλον του κράτους-έθνους, κάνει σχεδόν αυτονόητη την έγερση ζητημάτων τόσο ως προς την έννοια όσο και ως προς τη μέθοδο της προσέγγισης του πολιτικού φαινομένου. Η ανάδειξη ενός άλλου "παραδείγματος", πλάι στο κυρίαρχο "παράδειγμα" που αναπαράγει καταπόδας την εποχή του και την προβάλει ως μοναδικό μη υποκεί-μενο σε σύγκριση εργαστήρι της πολιτικής επιστήμης, αποτελεί μια φυσιολογική συνέπεια.
Το κατεστημένο «παράδειγμα» εγγράφεται στην προο-πτική της νεότερης πολιτικής επιστήμης, η οποία, όπως είδαμε, αντι-λαμβάνεται το πολιτικό φαινόμενο σε συνάρτηση με την οργανωτι-κή ή τη δομική του έκφραση στο πλαίσιο του κράτους-έθνους κατά το πρώτο μεταφεουδαλικό του στάδιο. Η πολιτική έχει ως αντικεί-μενο την εξουσία διότι μόνη αυτή και οι συσχετισμοί ισχύος που αρθρώνονται γύρω της θεωρείται ότι είναι δεκτικοί να παράγουν πο-λιτική. Και ως εκ τούτου, είναι αδιανόητη οποιαδήποτε άλλη δομική προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου.
Το νέο "παράδειγμα", που εκκολάπτεται στο τμήμα πολιτικής επιστήμης του Παντείου Πανεπιστημίου, καταλογίζει στη νεότερη πολιτική επιστήμη ότι διαθέτει περιορισμένο εννοιολογικό και με-θοδολογικό βάθος, ρηχή συγκριτική προοπτική και μια στρατευμένη λογική αφετηρία, με σημείο αξιωματικής αναφοράς την αναγόρευση της εποχής της σε καθολικό πρότυπο. Η εθνοκεντρική αναγωγή του πολιτειακού φαινομένου παραμορφώνει καθολοκληρίαν τον ιστορι-κό ορίζοντα, ενώ συγχρόνως προβάλει τη διαδικασία γένεσης του έθνους και της κοινωνίας πολιτών στη δυτική Ευρώπη ως μέτρον κρίσεως και αιτιότητα οικουμενικής εφαρμογής. Σημειώσαμε ήδη ότι, στο πλαίσιο αυτό, η ιστορία του ελληνισμού μεταλλάχθηκε σε ιστορία της Ελλάδας αντί της ιστορίας ενός πλήρους κοσμοσυστήμα-τος. Η εισαγωγή της έννοιας του κοσμοσυστήματος απορρίπτει τη γραμμική θεωρία από κάθε προσέγγιση της μακράς ιστορικής διάρ-κειας, επειδή αποστερεί τη συγκριτική προσέγγιση από το ουσιαστικό της περιεχόμενο, που έγκειται στη σχετική αναλογία του κοινωνικού φαινομένου. Η συγκριτική αναλογία προτάσσει καταρχάς τη δη-μιουργία μιας κοσμοσυστημικής τυπολογίας. Ακολούθως, επιδιώκει τη διατύπωση μιας τυπομορφικής υπόθεσης σχετικά με την εσωτερι-κή εξέλιξη ενός εκάστου κοσμοσυστήματος. Τέλος, και σε συνάρτη-ση με τα προηγούμενα, η πολιτική επιστήμη θα μπορούσε να προ-σβλέψει στην επεξεργασία μιας γενικής θεωρίας της εξέλιξης και της τυπολογίας του κοινωνικού και του πολιτικού φαινομένου. Στην πε-ρίπτωση αυτή, το σημερινό στάδιο του ανθρωποκεντρικού κοσμο-συστήματος δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα πρότυπο αναφοράς και ολοκλήρωσης, αλλά ως ένα απλό ιστορικό συμβάν, μεταξύ των άλλων, το οποίο καλούμαστε να προσεγγίσουμε με όρους συγκριτι-κής αναλογίας.
Πράγματι, το "παράδειγμα" αυτό θεωρεί το νεότερο κρατικο-κεντρικό σύστημα ως μια τυπολογική εξέλιξη του όλου ανθρωποκε-ντρικού κοσμοσυστήματος. Ο πρώτος τύπος ταυτίζεται με το κρατι-κοκεντρικό σύστημα της πόλεως, ο δεύτερος με το οικουμενικό σύ-στημα της κοσμοπολιτείας, ενώ ο τρίτος τύπος δεν αποτελεί παρά την προβολή τους στη μεγάλη κλίμακα του κράτους-έθνους. Από τη σκο-πιά αυτή, τα πολιτικά συστήματα της πόλεως, όπως για παράδειγμα η δημοκρατία, δεν εγγράφονται σε μια περιορισμένη χρονική περίο-δο της κρατοκεντρικής αρχαιότητας (5ος-4ος αι.). Αποτέλεσαν μια ταυτολογική σταθερά σε όλες τις φάσεις του ελληνικού κοσμοσυ-στήματος, στο περιβάλλον της πόλης, μέχρι τις παρυφές του 20ού αιώνα.
Η πρόσκληση που απευθύνει η αναλογική μέθοδος στο συγκριτικό διάβημα να αποδεσμευθεί από το «συγχρονικό» επιχεί-ρημα και να αναπτυχθεί στο τυπολογικό πεδίο του συνολικού αν-θρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και μάλιστα πέραν αυτού, επα-νεισάγει ουσιαστικά το ζήτημα του επανορισμού της έννοιας της πο-λιτικής. Απορρίπτει επομένως την κατεστημένη προσέγγιση της πο-λιτικής συναρτώντας την έννοια της πολιτικής με την ίδια τη φύση της. Αποδέχεται ότι εγγενές προς την κοινωνία είναι το πολιτικό φαι-νόμενο ως τέτοιο και όχι η εξουσία ή ο καταναγκασμός. Η προβολή της υπόθεσης ότι το πολιτικό φαινόμενο δεν εμφανίζει μια μοναδική "όψη" στο συνολικό ιστορικό γίγνεσθαι, διευρύνει δραματικά τη γνωσεολογική βάση και το πεδίο αναφοράς της πολιτικής επιστήμης. Με όρους προοπτικής, το ερώτημα αφορά στις συνθήκες υπό τις οποίες η κοινωνία μπορεί να υπερβεί την κυρίαρχη πολιτική εξουσία ή με άλλους λόγους την ιδιότητά της ως "κοινωνίας πολιτών", την οποία αντανακλά η φύση του πολιτικού συστήματος. Σε ποιό βαθμό, επομένως, μπορούμε να προσβλέψουμε στην εναλλακτική δυνατό-τητα της «πολιτικής κοινωνίας", το ανώτερο υπό μιαν έννοια στάδιο ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης, ως εκ του γεγονότος ότι παραπέ-μπει, μεταξύ των άλλων, σε ένα πολιτικό σύστημα χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι η καθολική ελευθερία, δηλαδή η διάχυση του πολιτικού στο κοινωνικό και συνακόλουθα η κατάλυση της πολι-τικής εξουσίας;
Η θεμελιώδης υπόθεση του "παραδείγματος" αυτού α-ναγγέλλει μια ριζική επανεκτίμηση όλου του εννοιολογικού και με-θοδολογικού οπλοστασίου, και ταυτόχρονα την καθοριστική διεύ-ρυνση του πεδίου της πολιτικής επιστήμης. Αμέσως, αντιπαρέρχεται τη γενικά αποδεκτή άποψη που τοποθετεί το νεότερο κοσμοσύστημα σε ένα γραμμικό ορίζοντα σε σχέση με την ιστορία και ταυτίζει το δημοκρατικό πρόταγμα με το ακριβώς αντίθετό του, δηλαδή με το σύστημα κυρίαρχης εξουσίας. Συγχρόνως, καταλογίζει στην εθνοκε-ντρική σχολή ότι ορίζει ένα πολιτισμικό γεγονός, το έθνος, σε συνάρ-τηση με το συγκεκριμένο ρόλο του ως πολιτικού οχήματος της νεό-τερης κρατοκεντρικής συγκυρίας, αποκλείοντας τη σύνολη κοινότη-τα, το λαό, από το συστατικό του περιβάλλον, το πολιτικό σύστημα.
Στο επίπεδο της ελληνικής κοινωνικής επιστήμης, το εγ-χείρημα της εναρμόνισης των προσεγγίσεων του ελληνικού κοσμο-συστήματος, και εννοείται των εσωτερικών πολιτειακών του παρα-μέτρων, με τις προδιαγραφές του εθνοκεντρικού κοσμοσυστήματος και ερμηνείας της νεοελληνικής πολιτικής σύμφωνα με τον σύγχρο-νο "κανόνα", αποτέλεσε βασική μέριμνα38. Μια μέριμνα, που δεν εί-ναι άσχετη με τις δυσκολίες τις οποίες συναντά το πολιτικό σύστημα ως προς την ενσωμάτωσή του στην εθνοκεντρική εκδοχή και στις προδιαγραφές του νεότερου κοσμοσυστήματος.



ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Μετά την οριστική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στις συνθήκες του νεότερου κοσμοσυστήματος, η ελληνική πολιτική επιστήμη έμελλε να προσαρμοσθεί, αναπόφευκτα, στις επιστημολο-γικές παραδοχές της νέας τάξης. Οι ιδιαιτερότητες της προσαρμογής αυτής, όσο σημαντικές κι αν υπήρξαν, δεν αναιρούν το γεγονός ότι η διερεύνηση του πολιτικού φαινομένου στην Ελλάδα καταχωρήθηκε όπως παντού ως αρμοδιότητα σε συγγενείς επιστημονικούς κλάδους (το δίκαιο, η ιστορία κλπ). Μια επιστήμη της πολιτικής δεν είχε λό-γους ύπαρξης στο πλαίσιο του κράτους-έθνους, κατά το μεταφεου-δαλικό στάδιο της τιμοκρατικής κοινωνίας ή και στην πρώτη φάση της κοινωνίας πολιτών. Έχοντας απορροφηθεί από το δημόσιο χώρο ή τουλάχιστον από την κρατική πολιτική εξουσία, το πολιτικό φαι-νόμενο δεν θα μπορούσε να ελπίζει σε μια οριοθέτηση του πεδίου του έτσι ώστε να καλύπτει την περιοχή μιας επιστήμης διακριτής από τις επιστήμες του κράτους και της εθνοκεντρικής ενόρασης της εξέλιξης. Άλλωστε, στο μέτρο που το κοινωνικό σώμα δεν διέθετε ούτε την απαραίτητη πολιτικοποίηση ούτε το καθεστώς του πολι-τειακού εταίρου, η πολιτική πράξη δεν συνιστούσε παρά εμμέσως μια υπόθεση της κοινωνίας και ως εκ τούτου ήταν μάλλον αδύνατο να διεκδικήσει τον δικό της επιστημονικό χώρο39. Επομένως, η κα-θυστέρηση της πολιτικής επιστήμης και η σχετικά περιορισμένη πρόοδος που έχει να επιδείξει στις μέρες μας, συγκρίνεται με το κε-κτημένο του ελληνικού κοσμοσυστήματος, κι όχι με τις πραγματικό-τητες της εποχής μας, με τις οποίες είναι σαφώς εναρμονισμένη και τις αποδίδει με ακρίβεια.
Από την άλλη, η σταδιακή χειραφέτηση της πολιτικής επιστήμης, που άρχισε πριν από λίγα μόλις χρόνια, δεν έκαμε εφικτή την καλλιέργεια ενός δημιουργικού διαλόγου σχετικά με τις μείζονες επιλογές της ως προς την έννοια και το αντικείμενο του πολιτικού φαινομένου ή την προσφορότερη μέθοδο που θα της επέτρεπε να υπερβεί το περιβάλλον που τη γέννησε. Γι’αυτό, το ζήτημα της έν-νοιας και της μεθόδου αποκτά για την πολιτική επιστήμη, στο τέλος του αιώνα, μια αδιαμφισβήτητη προτεραιότητα. Είναι σαφές ότι ει-σερχόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο που θέτει σε αμφισβήτηση τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνίας πολιτών. Η μετάβαση από την κοι-νωνική στην πολιτική εποχή, που κάνει την εμφάνισή της συντοχρό-νω και στο βαθμό που το νεότερο κοσμοσύστημα εισέρχεται στην τεχνολογική του φάση, εγείρει το ζήτημα της επεξεργασίας κατάλ-ληλων θεωρητικών εργαλείων που θα επιτρέψουν τη σύλληψη και κατανόηση των νέων φαινομένων. Στη θέση μιας επιστήμης που πε-ριγράφει το αντικείμενό της με βάση τη ζώσα πραγματικότητα, ανα-δύεται στον ορίζοντα η υπόθεση μιας πολιτικής επιστήμης το αντι-κείμενο της οποίας ορίζεται με όρους καθολικής αναφοράς, εγγενείς σε κάθε τύπο κοινωνίας. Η πολιτική επιστήμη καλείται να ανιχνεύσει τις διάφορες εκφάνσεις που επενδύεται το "αντικείμενό" της, το πο-λιτικό φαινόμενο, ανάλογα με τη φύση και τη φάση του συνολικού κοσμοσυστήματος. Οι εκφάνσεις αυτές ποικίλουν κατά περίπτωση, από την ιδιωτική ή απόλυτη εξουσία έως την απλή και καθαρή πολι-τική αυτονομία του κοινωνικού σώματος.
Η επισήμανση αυτή δεν έχει μόνο ρητορική αξία. Ως υπόθεση εργασίας επιτρέπει, αφενός, τη διερεύνηση του πολιτικού φαινομέ-νου μέσα στο συνολικό ιστορικό περιβάλλον, και αφετέρου, την α-ναζήτηση της βαθύτερης σημασίας των προσφάτων εξελίξεων που σηματοδοτεί η μετάβαση στην τεχνολογική εποχή. Συνεπώς, το έργο της πολιτικής επιστήμης, είτε πρόκειται για ελληνική, την ευρωπαϊκή ή την παγκόσμια, δεν εστιάζεται πλέον σε μια απολογητική λειτουρ-γία προς όφελος της μίας ή της άλλης μορφής εξουσίας ή στον όποιο συνωστισμό της πίσω από τις βραχυπρόθεσμες επιλογές της. Η πολι-τική επιστήμη οφείλει, κυρίως, να εγερθεί υπεράνω της μικρής ιστο-ρίας και να εναρμονίσει το βηματισμό της με τον "κανόνα" που α-πορρέει από τη μακρά ιστορική διάρκεια. Πράγμα που επιβεβαιώνει την άποψη ότι η πολιτική επιστήμη, πολύ περισσότερο από κάθε άλ-λο κλάδο των κοινωνικών επιστημών, δεν θα ανακτήσει έναν ανοδι-κό δείκτη αξιοπιστίας εάν προηγουμένως δεν αποκτήσει ένα οικου-μενικό γνωστικό αντικείμενο. Σε τελική ανάλυση η συζήτηση για το αντικείμενο της πολιτικής επιστήμης παραπέμπει σε ένα θεμελιώδες πρόβλημα ταυτότητας.



ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

N.Diamantouros & M. Spourdalakis, ”Political Science in Greece”, Euro-pean Journal of Political Research, no.20, 1991, pp.375-387.

M.Tsinisizelis, ”Recent Political Science Writing in Greece”, European Journal of Political Research, no.23, 1993, pp.483-501.

M.Spourdalakis, The Study of Political Parties in Greece, in European Journal of Political Research, no.25, 1994, pp.499-518.

D.Easton(ed.), Regime and Discipline, Michigan, 1995.

UNESCO, La science politique contemporaine, Paris, 1950.

Σ. Φλογαϊτης, Θεμελιώδεις έννοιες διοικητικής οργανώσεως, Αθήνα, 1982.

G.Contogeorgis, Histoire de la Grèce, Paris, 1992.

G.Contogeorgis, ”La politique locale entre la tendance centralisatrice de l’Etat grec et la dynamique communautaire: administration ou autonomie locale?”, in Pôle Sud, no.3, 1995.

Γ.Κοντογιώργης, Κοινωνική δυναμική και πολιτική αυτονομία. Οι ελλη-νικές «κοινότητες» στην τουρκοκρατία, Αθήνα, 1982.

Γ.Κοντογιώργης, Κοινωνία και πολιτική, Αθήνα, 1991

Γ.Κοντογιώργης, Η δημοκρατία, από την πόλη κράτος στην τεχνολογική κοινωνία, Αθήνα, 1991

Γ.Κοντογιώργης, «Η ενότητα του ελληνικού ανθρωπισμού. Από το βυζα-ντινό στο νεοελληνικό ανθρωπισμό», Αφιέρωμα στον Α. Αντωνακόπου-λο, Αθήνα, 1997

Γ.Κοντογιώργης, «Η ιδεολογία της 4ης Αυγούστου», Το Βήμα των κοινω-νικών επιστημών, 22/1997

Guy Haarscher-M.Telo, Μετά τον κομμουνισμό (ελλ.μτφ), Αθήνα, 1997

New Handbook of Political Science, Oxford University Press, 1996

ΕΚΚΕ, Για το άνοιγμα των κοινωνικών επιστημών, 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια: