Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Γιώργος Κοντογιώργης Η εκλόγιμη μοναρχία και ο καθεστωτικός άνθρωπος

Γιώργος Κοντογιώργης

Η εκλόγιμη μοναρχία και ο καθεστωτικός άνθρωπος

Κοντογιώργης Γιώργος

Κοντογιώργης Γιώργος

7 Ιουλίου 2020

Το σημερινό εκπαιδευτικό καθεστώς χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς που “διδάσκουν” την πολιτική παιδεία. Το ίδιο και τα ΜΜΕ. Έτσι συγκροτείται ο καθεστωτικός άνθρωπος. Κάθε Πολιτεία έχει τη δική της πολιτική παιδεία. Οι θεράποντες της “μοναρχικής Πολιτείας” ("εκλόγιμη μοναρχία") επιχειρούν να πείσουν τους υπηκόους τους ότι είναι πολίτες και ότι το σύστημα είναι δημοκρατικό.

Επομένως, εάν αμφισβητήσουν το σύστημα αυτό θα είναι υπόλογοι φιλικών αισθημάτων προς τη δικτατορία. Προφανώς και δεν αναμένεται να ομολογήσουν ότι το κρατούν γενικώς παντού σημερινό σύστημα είναι αυθεντικά ολιγαρχικό. Όχι τόσο γιατί εντρέπονται να αποδεχθούν ότι είναι θεράποντες της ολιγαρχίας, αλλά επειδή θα απωλέσουν τη νομιμοποίησή του.

Καθένας τότε θα αρχίσει να σκέφτεται πώς θα φέρει τη δημοκρατία. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι στο ελληνικό σχολείο διδάσκεται η πολιτική παιδεία της εκλόγιμης, της μοναρχευομένης ολιγαρχίας, σαν αυθεντικά δημοκρατικής. Ταυτοχρόνως, αποφεύγεται κάθε αναφορά στην εκφυλιστική εκδοχή της που επικρατεί στη χώρα, στην κομματοκρατία.

Εάν ο δάσκαλος...

Ας αναλογισθούμε τι θα συνέβαινε στις αίθουσες των σχολείων εάν ο δάσκαλος εξηγούσε στους μαθητές ότι κανένα από τα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα του, επειδή παραβιάζεται από τα ίδια τα κόμματα. Εάν εξηγούσε ότι η Βουλή λειτουργεί ως θεσμός απλής νομιμοποίησης της κυβερνητικής/πρωθυπουργικής βούλησης και καθαγίασης των ανομιών του πολιτικού προσωπικού.

Στον αντίποδα, η πολιτική παιδεία της δημοκρατίας (και της αντιπροσώπευσης) θα απέδιδε στις έννοιες το πραγματικό τους περιεχόμενο. Θα διέκρινε μεταξύ εκλόγιμης μοναρχίας, αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, μεταξύ ελευθερίας και δικαιώματος. Θα εξηγούσε ότι στο σημερινό πολιτικό σύστημα η κοινωνία είναι ιδιώτης, ότι δεν της αναγνωρίζεται καμία θέση στην Πολιτεία. Ότι ο πολιτικός δεν υπόκειται στην Πολιτεία δικαίου, ότι δεν συγχωρείται λάθος στην εκλογική επιλογή της κοινωνίας και συνακόλουθα δικαίωμα ανάκλησης, ελέγχου, αναζήτησης ευθυνών, ή ακόμη αξίωση αλλαγής πορείας της χώρας.

Θα εξηγούσε ότι ο πολιτικός ηγέτης κατέχει συγχρόνως τις ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου, δηλαδή την εξουσία να αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για τις τύχες μιας ολόκληρης χώρας/κοινωνίας, χωρίς η τελευταία να μπορεί να αρθρώσει αντίρρηση. Η επίγνωση του γεγονότος αυτού αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε εφιαλτικά συμπεράσματα και να αποκτήσει συνείδηση της αιτίας της σημερινής κακοδαιμονίας των λαών και ιδίως της ελλαδικής κοινωνίας..

 

Τρίτη, 21 Ιουλίου 2020

Γιώργος Κοντογιώργης Αριστερά: μεταξύ διαμαρτυρίας και καθεστωτισμού


Γιώργος Κοντογιώργης
Αριστερά: μεταξύ διαμαρτυρίας και καθεστωτισμού
Κοντογιώργης Γιώργος
13 Ιουλίου 2020
Το ζήτημα της Αριστεράς συνδέθηκε ιστορικά με μια εκδοχή της προόδου η οποία προέκρινε την επιτάχυνση της ενσωμάτωσης των σε ανθρωποκεντρική υστέρηση κοινωνικών στρωμάτων (ιδίως των δυνάμεων της εργασίας) ή και κοινωνιών (όπως η ρωσική) στη νέα εποχή. Σε θεωρητικό επίπεδο, το πρόταγμα της Αριστεράς, το πρόταγμα του σοσιαλισμού, αξιολογήθηκε ως μέτρο, και μάλιστα ως η αρχετυπική εκδοχή της μετάβασης της ανθρωπότητας σε μια μετακαπιταλιστική φάση, που άγγιζε ουσιαστικά το ιδεώδες της ανθρώπινης κατάστασης.
Η Αριστερά, έως σήμερα, δεν έπαψε να προβάλλει τον ιστορικό της προορισμό ως την ειμαρμένη που προόρισται να φέρει την ανθρωπότητα στη μετακαπιταλιστική εποχή και όχι ως εναλλακτικό δρόμο για τη μετάβαση από τη δεσποτεία στον πρώιμο ανθρωποκεντρισμό. Το γεγονός αυτό αποτελεί μια κρίσιμη παράμετρο για την κατανόηση της Αριστεράς στις ημέρες μας, η οποία επιπλέον αναδεικνύει το έλλειμμα γνωσιολογίας και προτάγματος που τη διατρέχει.
Η Αριστερά της κρίσης, τα αριστερά κόμματα των χωρών της νότιας Ευρώπης, αποτελεί από την άποψη αυτή το εργαστήρι που επιμαρτυρεί την αντινομία, η οποία συνοδεύει την πολιτική πράξη της Αριστεράς σε όλη τη διάρκεια της νεοτερικότητας. Θα έλεγα, με μεγαλύτερη ακρίβεια, την αδυναμία του κόσμου της να ανασυνδεθεί με την πρόοδο. Η εμπειρία της ελληνικής Αριστεράς είναι εξόχως αποδεικτική της πολιτικής πράξης της Αριστεράς στη νότια Ευρώπη, θα λέγαμε μάλιστα της δυτικής Αριστεράς στο σύνολό της.
Η οβιδιακή μετάλλαξη
Η κρίση που ενέσκηψε στον δυτικό, και ιδιαίτερα στον ευρωπαϊκό κόσμο, από το 2008 έφερε στην επικαιρότητα το ζήτημα της Αριστεράς, ως ιδεολογίας και ως πολιτικής πρότασης. Ο διάλογος που ακολούθησε, εντούτοις, ανέδειξε μάλλον την αδυναμία της να αρθρώσει ένα αξιόπιστο πρόταγμα που να δείχνει ότι έχει επίγνωση των φαινομένων που πρωτοστατούν στην εποχή μας, μια ερμηνεία του παρόντος και μια πρόταση για την έξοδο από την κρίση.
Η παραδοχή αυτή έφερε αντιμέτωπη την Αριστερά με τη Δεξιά στο πεδίο του πολιτικού γίγνεσθαι. Η Αριστερά έχει ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία να διαφοροποιηθεί με τη Δεξιά σε κοσμοθεωρητικό, πραγματολογικό και οπωσδήποτε οντολογικό επίπεδο. Πράγμα που εγείρει ένα μείζον ερώτημα σε ό,τι αφορά στην ανάγκη να καταδειχθούν οι διαφορές της αριστερής ρητορικής από εκείνη της δεξιάς και προφανώς το προοδευτικό της πρόσημο.
Η συζήτηση για τη φυσιογνωμία της Αριστεράς είναι απολύτως αναγκαία, προκειμένου να αντιληφθούμε τι κομίζει στην ανθρωποκεντρική εποχή μας. Για να κατανοήσουμε εν τέλει την έννοια του αριστερώς πολιτεύεσθαι στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Από τη δεκαετία του 1980, εμφανίζεται ενώπιόν μας μια νέα Αριστερά. Σπεύδω να επισημάνω πως, ενώ αποστασιοποιείται από το παρελθόν, αδυνατεί να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της μαζί του. Και, σε κάθε περίπτωση, δεν δείχνει ότι έχει βρει έναν κάποιο βηματισμό ως προς τον χαρακτήρα της κρίσης που διέρχεται η εποχή μας και την κατεύθυνση του μέλλοντος.
Αυτή ακριβώς η απουσία προοπτικής, μιας ιδέας για την κοινωνία της επόμενης ημέρας, την οδηγεί σε έναν ασφυκτικό εναγκαλισμό με ένα παρελθόν που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, εν προκειμένω τον Διαφωτισμό. Ένα παρελθόν που ταξινόμησε ως το αυθεντικό παράγωγο της αστικής ή –ορθότερα– της φιλελεύθερης οπτικής για τη νεοτερικότητα.
Πράξη διαμαρτυρίας
Το γεγονός αυτό εξηγεί ευρέως γιατί η απήχηση της αριστερής ρητορικής στο εκλογικό σώμα των χωρών του δυτικού κόσμου έχει πάψει να έχει ως επίκεντρο τη σοσιαλιστική ιδεολογία, με την οποία σταδιοδρόμησε στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Η εκλογική της επιτυχία, εκεί όπου επισημαίνεται, ιδίως στις χώρες της νότιας Ευρώπης, έχει ομολογηθεί ότι εγγράφεται ως τυπική πράξη διαμαρτυρίας, και όχι ως απόρροια της ιδεολογίας ή του προγράμματός της. Συνέχεται, δηλαδή, με την απόρριψη των φιλελευθέρων κυβερνήσεων, οι οποίες ενοχοποιήθηκαν στα μάτια του εκλογικού σώματος για τη μετάλλαξή τους σε παρακολούθημα της διεθνούς των αγορών. Και κατ’ επέκταση, για την υιοθέτηση πολιτικών που έπληξαν ευρύτατα κοινωνικά στρώματα.
Δεύτερη, συνακόλουθη προς την ανωτέρω, διαπίστωση είναι ότι ο πολιτικός λόγος της Αριστεράς έχει αποβεί θεμελιωδώς καθεστωτικός. Η κοινωνία που ευαγγελίζεται δεν διαφέρει σε τίποτε από εκείνη οποιασδήποτε άλλης ιδεολογίας/πολιτικής δύναμης, από την Άκρα Δεξιά έως την Άκρα Αριστερά. Η διαπίστωση αυτή επαληθεύεται πλήρως ως προς το πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό σύστημα που προτάσσει.
Είναι, όμως, εξίσου ισχυρή και ως προς τις προτεινόμενες πολιτικές που εισηγείται. Το αδιέξοδο αυτό της Αριστεράς έχει βαθιές ρίζες στην ιστορική φυσιογνωμία της και στη φιλοσοφική της βάση. Όντως, μια πρώτη διαπίστωση είναι ότι, τόσο η Αριστερά, όσο και η Δεξιά, ταξινομούνται στην εποχή της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, δηλαδή από την απολυταρχία στο λεγόμενο κράτος-έθνος. Και στο πλαίσιο αυτό, η συγκριτική αποτίμηση της Αριστεράς με τη Δεξιά μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι συναντώνται στα θεμελιώδη.
Αριστερά και φιλελευθερισμός
Η Αριστερά υιοθετεί εξ ολοκλήρου το πολιτικό σύστημα του φιλελευθερισμού, δηλαδή της ενσάρκωσής του από το νομικό πλάσμα του κράτους. Θα έλεγα ότι υιοθετεί πλήρως και την αρχή της απολύτως διαφοροποιημένης ιδιοκτησίας του οικονομικού συστήματος από τους συντελεστές του. Η διαφορά της έναντι της Δεξιάς έγκειται στο ότι απευθυνόταν σε ένα διαφορετικό κοινωνικό ακροατήριο, την κοινωνία της εργασίας, έναντι της αστικής κοινωνίας.
Μια εκδοχή της Αριστεράς επιχείρησε να διαφοροποιηθεί στο πεδίο του φορέα της ιδιοκτησίας του οικονομικού συστήματος: αντί να το κατέχει ουσιωδώς ο ιδιώτης, το απέδιδε στο κράτος. Είναι δεδομένη η παραδοχή της Αριστεράς (όπως και της Δεξιάς) ότι το κράτος ως νομικό πλάσμα, και επομένως ο κάτοχός του, κατέχει αδιαιρέτως το σύνολο του πολιτικού συστήματος, της δημόσιας διοίκησης, της Δικαιοσύνης κ.λπ. Με την προσκύρωση σε αυτό και της ιδιοκτησίας της οικονομίας, οδήγησε στον ολοκληρωτισμό.
Το σημείο συνάντησης επομένως της Αριστεράς με τη Δεξιά, έγκειται στο ότι αμφότερες συμφωνούν ότι στην κοινωνία επιφυλάσσεται μια θέση ιδιώτη, έξω από το οικονομικό και το πολιτικό σύστημα. Κατά τούτο, δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα, η αντιπαράθεση μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού συμπυκνώθηκε στο διακύβευμα εάν η ιδιοκτησία του οικονομικού συστήματος θα περιήρχετο κατά κύριο λόγο στον ιδιώτη ή στο κράτος.
Η κοινωνία εκτός
Και στις δύο ιδεολογίες, η κοινωνία παρέμενε, αυτονοήτως, έξω από το οικονομικό σύστημα. Η σύμβαση, που εκαλείτο να συνάψει ο φορέας της εργασίας με τον ιδιοκτήτη του συστήματος, εμπεριείχε το περιεχόμενο της πώλησης εργασίας με αντίτιμο την αποτίμησή της σε χρήμα. Στο μέτρο, επομένως, που η σύμβαση αυτή υπονοεί την παραίτηση του συμβαλλομένου πολίτη από τη συμμετοχή του στη διοίκηση του συστήματος, υποκρύπτει εκχώρηση ελευθερίας.
Οίκοθεν νοείται ότι η διελκυστίνδα για την οικονομική ιδιοκτησία ανάμεσα στο κράτος και στον ιδιώτη δεν υπεισέρχεται στο ζήτημα του πολιτικού συστήματος. Γι’ αυτό όλοι ομοφωνούν ότι παραμένει αυτονοήτως στην αποκλειστική ιδιοκτησία του νομικού πλάσματος του κράτους, δηλαδή στους νομείς του. Και η σχέση αυτή είναι μέσα στη φύση του πράγματος, άρα δεν προορίζεται να αλλάξει στον ιστορικό χρόνο.
Στην αντιπαράθεση αυτή διαπιστώνεται -όντως και στις ημέρες μας- η απόλυτη ομοφωνία ιδίως σε ό,τι αφορά στο πολιτικό σύστημα: Το ενσαρκώνει απολύτως το κράτος, εγκαθιδρύοντας μια σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που εγκιβωτίζει την πρώτη στην ιδιωτεία, μεταβάλλοντάς τη σε υποκείμενο κυριαρχίας. Το κράτος-σύστημα αντιτείνεται στην κοινωνία-ιδιώτη, πράγμα που σημαίνει ότι απουσιάζει από αυτό η σχέση εντολέα-εντολοδόχου.
Το πολιτικό προσωπικό κατέχει αδιαιρέτως τόσο την ιδιότητα του εντολέα όσο και την ιδιότητα του εντολοδόχου. Η προσχηματική αναφορά στην πολιτισμική έννοια του “λαού”, που ανακηρύσσεται κυρίαρχος, αλλά δίκην αυτομάτου η πολιτική κυριαρχία εκχωρείται και ασκείται από την πολιτική εξουσία, στο όνομα ενός “γενικού συμφέροντος”. Το περιεχόμενό του το ορίζει αυθεντικά ο πολιτικός ηγέτης, επιβεβαιώνοντας τον προ-αντιπροσωπευτικό και καταφανώς μη δημοκρατικό χαρακτήρα του.

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2020

Γ. Κοντογιώργης, Από τον Οικουμενικό Ελληνισμό στην Ελλαδική Κοινωνία. Ένας απολογισμός δυο αιώνων από την Ελληνική Επανάσταση

Διαδικτυακή διάλεξη του Οµότιµου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήµης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστηµίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Από τον Οικουμενικό Ελληνισμό στην Ελλαδική Κοινωνία. Ένας απολογισμός δυο αιώνων από την Ελληνική Επανάσταση», την οποία διοργάνωσε στις 5.6.2020 το BCA.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2020

Γ. Κοντογιώργης : Ο βαθύτερος συμβολισμός και γεωπολιτικά της Αγίας Σοφίας



Γ. Κοντογιώργης: Ο βαθύτερος
συμβολισμός και γεωπολιτικά της Αγίας Σοφίας
 
https://www.neakriti.gr/article/editors-blogs/giorgos-sahinis-blog/1584121/g-kodogiorgis-o-vathuteros-sumvolismos-kai-geopolitika-tis-agias-sofias/

Ακούστε τη
ραδιοφωνική συνέντευξη στον Γιώργο Σαχίνη
Ο ομότιμος
καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο, Γιώργος Κοντογιώργης , μιλώντας στον
98.4 ανέλυσε γιατί κατά την γνώμη του, η
εγχώρια ελίτ επιχειρεί να «διαβάσει» την Αγία Σοφία είτε με έναν δυτικό
μιμητισμό απλά περί συμβόλου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς , είτε
από-εθνικοποιώντας τον συμβολισμό της ως ένα μεγαλοπρεπή απλά Χριστιανικό ναό,
αποσιωπώντας τον βαθύτερο πυρήνα της Αγίας Σοφίας ως συμβολισμός, ανάλογος του
Παρθενώνα, για τον ελληνικό κόσμο και το κοσμοσύστημα που αντιπροσώπευε ως το
υψηλότερο δημιούργημα του ελληνικού κόσμου του Βυζαντίου με ευρύτερες
πολιτειακές και γεωπολιτικές προεκτάσεις.
Αντίθετα , η
κίνηση Ερντογάν, δεν αποσκοπεί απλά να υπερκεράσει την συνθήκη της Λωζάννης ,
που υπογράφτηκε στις 24 Ιουλίου του 1923 , αλλά να επανασυνδέσει ως διεύρυνση
των επιτευγμάτων του Κεμάλ, το κράτος-έθνος της Τουρκίας ως απότοκο του
ρήγματος που δημιούργησε ο Ελληνισμός  με το οθωμανικό παρελθόν της
περιοχής, με την ίδια την ιδέα του Οθωμανισμού, ως αιχμή ενός νέου γεωπολιτικού
δόγματος στρατηγικού βάθους στην περιοχή.