Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2021

Γ.Κοντογιώργης, Σκηνές από την παρουσίαση στον Ιανό 19.4.2007


 





Γιώργος Κοντογιώργης, Ο Μίκης Θεοδωράκης και το ζήτημα της ελληνικότητας στην https://www.huffingtonpost.gr/

 

  •  
  •  

06/09/2021 07:11 EEST | Updated 25 λεπτά πριν

Ο Μίκης Θεοδωράκης και το ζήτημα της ελληνικότητας

Εις μνήμη Μίκη Θεοδωράκη.


 https://www.huffingtonpost.gr/entry/o-mikes-theodorakes-kai-to-zetema-tes-ellenikotetas_gr_6134a32fe4b0f1b970627a00

  •  
  •  

Ο Μίκης Θεοδωράκης και το ζήτημα της

JOHN KOLESIDIS VIA REUTERS

Το 1973 ο Μίκης Θεοδωράκης, το ιερό τέρας για όλους εμάς την εποχή εκείνη, πραγματοποίησε μία συναυλία στο αμφιθέατρο της διεθνούς πανεπιστημιούπολης του Παρισιού. Δίπλα μου ακριβώς καθόταν ένας ιεραπόστολος της καθολικής εκκλησίας και όταν μας άκουσε να μιλάμε ελληνικά μου λέει: ”Εάν είχαμε εμείς τον Θεοδωράκη θα είχαμε κατακτήσει την Αφρική μαζί του!”.

Είναι συγκλονιστικό να το ακούει κανείς από έναν άνθρωπο που τοποθετείται στην άλλη όχθη, όταν μάλιστα γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η αντιμετώπιση όσων εξέχουν από την ελλαδική άρχουσα τάξη. Στην περίπτωση του Μίκη εφαρμόσθηκε συχνά το αρχαίο ρητό των τυράννων «το τους υπερέχοντας στάχεις κολλούειν». 

Τον Μίκη Θεοδωράκη τον γνώρισα πραγματικά το 1992 όταν είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι ένα βιβλίο μου «Ελληνική Ιστορία - Histoire de la Grèce», το οποίο διαπραγματευόταν την ελληνική εξέλιξη στις σταθερές της και στη συνέχειά της από τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους μέχρι τότε (μέχρι το 1992).

 

Με το που βρεθήκαμε κάποια στιγμή στον δρόμο μου είπε με περισσή ικανοποίηση ότι το είχε διαβάσει. Με κάλεσε να ανέβω στο σπίτι του (μέναμε πολύ κοντά στην ίδια γειτονιά) και είχαμε έναν μακρύ διάλογο για το επιχείρημα του βιβλίου. Από τότε αρχίσαμε έναν διάλογο για τα μεγάλα ζητήματα του ελληνισμού και της ανθρωπότητας, τον οποίο λυπάμαι απολογιστικά που δεν είχα την πρόνοια να κρατήσω σε μαγνητόφωνο.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, εκτός από την αφηγηματική του ικανότητα η οποία εντυπωσιάζει, ήταν και βαθιά στοχαστικός ως φιλόσοφος. Γι′ αυτό και η τέχνη του θεωρώ ότι είναι φιλοσοφούσα τέχνη· δεν απευθύνεται απλώς στο απολαυστικό μέρος της ζωής. 

Συνεχίσαμε με αραιότερο ρυθμό και στην Ελλάδα να βρισκόμαστε και να μιλάμε, ώσπου το 1995 ο Έρικ Χομπσμπάουμ (ένας Άγγλος ιστορικός) έδωσε συνέντευξη με αφορμή το Σκοπιανό που είχε ως τίτλο «Μύθος η ελληνική συνέχεια 3000 χρόνων». Έλεγε διάφορες ανοησίες που κυριολεκτικά δεν στέκουν στη λογική της επιστήμης, όπως για παράδειγμα ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί Έλληνας ένας Θηβαίος αγρότης ο οποίος δεν γνωρίζει Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Ως εάν ο Άγγλος χωρικός στην χώρα του δεν μπορεί να δηλώσει Άγγλος επειδή δεν γνωρίζει Σαίξπηρ.

Εν πάση περιπτώσει, είχα προβεί στην αντίκρουση του επιχειρήματος αυτού, η οποία συγκέντρωσε τότε την ομοβροντία μιας χυδαίας επίθεσης από σύσσωμη τη λεγόμενη «Αριστερή διανόηση» –και όταν λέω χυδαία, εννοώ κυριολεκτικά χυδαία και στον τρόπο, στις εκφράσεις. Εθίγη ο μύθος, ο μέντορας των αρχών της επιστήμης και της Ιστορίας στον οποίο έθυε η διανόηση της Αριστεράς.

Σημειώνω ότι ο Νίκος Πουλαντζάς σε ένα ανέκδοτο έργο του που εξέδωσα αργότερα (Νίκος Πουλαντζάς, Κράτος, κοινωνικές τάξεις, καπιταλισμός, ιμπεριαλισμός, με εκτενή Προλεγόμενα δικά μου, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019) γράφει για την εν λόγω Αριστερά ότι έχει τεράστιο πρόβλημα με το έθνος διότι έχει τεράστιο πρόβλημα με τον εαυτό της. Ότι είναι καθεστωτική.

Μόλις πληροφορήθηκε ο Μίκης τα συμβάντα με κάλεσε στο σπίτι του και είχαμε μία πολύ εκτενή συζήτηση. Στο τέλος μου είπε ότι πάντα ήθελε να κάνει μια παρέμβαση με βάση το επιχείρημα της δικής μου ανάλυσης για το ζήτημα του έθνους και της ελληνικής συνέχειας. Μου πρότεινε να την πραγματοποιήσουμε από κοινού.

Συνέβη τότε να είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει το βιβλίο που άνοιξε το ζήτημα του έθνους στη μεταπολίτευση και περιείχε την αντίκρουση του Χομπσμπάουμ καθώς και άλλα συναφή θέματα, επιπλέον και τις ανοίκειες επιθέσεις που δέχθηκα. Έφερε τον τίτλο «Έθνος και Εκσυγχρονιστική Νεοτερικότητα»(Εναλλακτικές Εκδόσεις).

Του πρότεινα λοιπόν να λάβουμε αυτό ως αφετηρία. Στον χώρο του Ιανού έγινε η παρουσίαση του ανωτέρω βιβλίου, στο πλαίσιο της οποίας αναπτύχθηκε ένας εξαιρετικά ενδιαφέρων διάλογος. 

Ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τον Γιώργο

.Ο Μίκης Θεοδωράκης μαζί με τον Γιώργο Κοντογιώργη

Το κείμενο της παρουσίασης του βιβλίου από τον Μίκη, ένα πρόσθετο κείμενό του και δύο δικά μου κείμενα για την ελληνική διανόηση στο Παρίσι στα δύο επάλληλα κύματα του εμφυλίου και της δικτατορίας αποτέλεσαν το σώμα του κοινού μας βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Ελληνικότητα και Διανόηση»(Εκδόσεις Ιανός, 2007). 

Στην πραγματικότητα με την παρέμβασή του αυτή ο Μίκης θέλησε να δώσει το στίγμα της συνηγορίας του σε έναν διάλογο που, με αφετηρία τις πραγματικότητες του ελληνισμού, αναδείκνυε το έθνος σε φαινόμενο συστατικό της ελευθερίας, δηλαδή στο βάθος σε ανάχωμα κατά του αποκαλούμενου  «ιμπεριαλισμού» ή, ορθότερα, της «διεθνούς των αγορών». Τον ενόχλησε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η λεγόμενη «ανανεωτική» Αριστερά ανελάμβανε εργολαβικά να στρατευθεί εναντίον της προόδου και να υπηρετήσει ως θεραπαινίδα ένα κατεξοχήν ιμπεριαλιστικό δόγμα. 

Αυτό που εντυπωσίασε ιδιαίτερα τον Μίκη, και μάλιστα συνέλαβε με πάρα πολύ παραστατικό τρόπο στο μάθημα της ελληνικής Ιστορίας ήταν η επισήμανσή μου  ότι ο ελληνισμός με τις λεγόμενες «κοινότητες» στην Τουρκοκρατία συγκροτούσε μια αδιάπτωτη συνέχεια από την απώτατη αρχαιότητα.

Οι κοινότητες αποτελούσαν την ομοθετική συνέχεια των πόλεων κρατών με το ίδιο πολιτειακό σύστημα, ως επί το πλείστον με τη μέση δημοκρατία στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο και με τις ίδιες αρχές, όπως εναρμονίσθηκαν σταδιακά την περίοδο της οικουμένης. Αυτές οι θεμέλιες κοινωνίες των Ελλήνων ήσαν η αιτιακή βάση του ελληνικού ταυτοτικού ιδιώματος και πολιτισμού.

Κατάλαβε δηλαδή ότι ουσιαστικά η συγκρότηση του νεοελληνικού απολυταρχικού/δεσποτικού κράτους μετέβαλε τον ελληνισμό που έως τότε σταδιοδρομούσε ως έθνος με όρους κοσμοσυστήματος σε προσάρτημα της δεσποτικής Δύσης και, το χειρότερο, τον επανέφερε εξ επόψεως εξέλιξης στους προ-σολώνειους χρόνους.

Ο Μίκης αντελήφθη μέσα από την ανάγνωση της «Ελληνικής Ιστορίας»/ Histoire de la Grèce ότι η εξαναγκαστική προσομοίωση της ελληνικής κοινωνίας με το φεουδαλικό ιδιώνυμο της Δύσης είναι το πρόβλημα για τη νεοελληνική πραγματικότητα του κράτους έθνους και, βεβαίως, το κεντρικό πρόβλημα με το οποίο δεν μπορεί να συμβιβαστεί η Αριστερά.

Έχει σημασία να αναφέρω ένα μικρό απόσπασμα αυτής της συνάντησης του Μίκη με τον εαυτό του και τη φιλοσοφία που έχει για τον ελληνικό κόσμο όπως την παρουσίασε στις σελίδες του κοινού μας βιβλίου και είναι ένα ψυχογράφημα του ιδίου:

«…Στα 1954 βρέθηκα στο Παρίσι για να σπουδάσω σε βάθος τη μοναδική κατάκτηση των Ευρωπαίων στον τομέα της τέχνης, τη συμφωνική μουσική. Για έναν Έλληνα όπως εγώ, όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη πρόκληση και δοκιμασία.

Γιατί κινδύνευα να πνιγώ είτε να αφομοιωθώ, όπως οι περισσότεροι νέοι συνθέτες που προέρχονταν από χώρες της περιφέρειας, μέσα στη μεγάλη θάλασσα της ευρωπαϊκής μουσικής τέχνης.

Γι’ αυτόν τον λόγο έπρεπε να μεγαλώσει μέσα μου και να ατσαλωθεί η πίστη μου στην ελληνικότητα, γνωρίζοντας ότι μονάχα έτσι θα κατόρθωνα να διατηρήσω την ιδιαιτερότητά μου ως Έλληνας με το διαχρονικό βάρος και σημασία αυτής της έννοιας προκειμένου να προβάλλω ακόμα και μέσα από τα τόσο ισχυρά ευρωπαϊκά ηχητικά υλικά την ουσία της ελληνικότητας».

Κι αφού εξηγεί πως γέμιζε τους πνεύμονές του και οικοδομούσε τις αντιστάσεις του απέναντι σε θεωρίες που υιοθετούσε κυρίως η Αριστερά των Φαλμεράγιερ, Χομπσμπάουμ και Ζαχαριάδη, καταλήγει:

«… Τότε, σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές, διάβασα το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Κοντογιώργη, το Ελληνική Ιστορία - Histoire de la Grèce στα γαλλικά, και στη συνέχεια γνώρισα τον ίδιο προσωπικά στο Παρίσι. Και ομολογώ ότι έκτοτε το ταξίδι μου έγινε ευκολότερο καθώς ο ήλιος της βεβαιότητας έσβηνε σιγά-σιγά τις μαυρίλες που μας σκέπαζαν και που δυστυχώς μας απειλούν ακόμα με τον σκοταδισμό τους και σήμερα».

Αναφέρει και αναλύει ακριβώς αυτήν την ταύτισή του όχι με τον Κοντογιώργη, αλλά με ένα επιχείρημα το οποίο είναι απολύτως οφθαλμοφανές γιατί βασίζεται στις πηγές και έχει να κάνει με την καθαρότητα της έννοιας ελληνικότητα.

Αυτή η αντίστιξη της ελληνικότητας και της ελλαδικής κρατικής ιδεολογίας οδήγησε τα βήματά του σε μία εντυπωσιακή, αν θέλετε, προσέγγιση του ελληνικού προβλήματος. Στον πυρήνα του σημερινού ελληνικού προβλήματος. 

Στο κλίμα αυτό, ο Μίκης συνειδητοποίησε ότι η άρνηση της ελληνικής συνέχειας έχει να κάνει με την άρνηση της προόδου. Διότι άλλο είναι η δυτική δεσποτική/φεουδαλική πραγματικότητα και άλλο η ελληνική ανθρωποκεντρική οικουμένη, η οποία, μόνο αυτή, διδάσκει τη διαχρονική εξέλιξη της ανθρώπινης κατάστασης εν ελευθερία, δηλαδή με πρόσημο την πρόοδο εν δημοκρατία.

Το ερώτημα που θέτει ο Μίκης είναι ακριβώς αυτό: τι είναι εκείνο που κάνει την Αριστερά να αρνείται τον εαυτό της, να αρνείται την ταυτότητά της, να αρνείται την ίδια την ιστορική της μήτρα, να βλέπει τον εαυτό της μέσα από τους αντικατοπτρισμούς του άλλου;

Το συμπέρασμά του είναι ότι έχει βαθιά αντιδραστικά αντανακλαστικά, τα οποία ανάγονται στις ιδεολογικές δουλείες του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ακριβώς αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα του ελληνισμού σήμερα, το οποίο διέκρινε ότι ήταν διάχυτο σε όλο το ελληνικό πολιτικό φάσμα με προέχουσα τη διανόηση.

Εν πάση περιπτώσει, θέλω να επανέλθω εν κατακλείδι σε μία επισήμανση που διατύπωσα στην αρχή του λόγου μου, την οποία θεωρώ κρίσιμη για την κατανόηση του Μίκη.

Η τέχνη του είναι, όπως και η σκέψη του, φιλοσοφούσα. Ο Μίκης, όταν οι άλλοι παρακολουθούσαν τις αποφάσεις του με αφετηρία τις κομματικές τους οριοθετήσεις, εκινείτο με μέτρο το βάθος των πραγμάτων, με πρόσημο το εθνικό και μέτρο την πρόοδο.

Ο Μίκης έφερε τους μεγάλους της ποίησης και το Βυζάντιο στη ζωή μας! Έβγαλε κυριολεκτικά την ποίηση από το μαυσωλείο και το Βυζάντιο από την εκκλησία και τα κατέθεσε ως κοινό κτήμα πάνω στο οποίο όφειλε να οικοδομηθεί το ελληνικό πολιτισμικό παράδειγμα στον διάλογό του με τη Δύση και τον κόσμο.

Τούτο όμως δεν είναι εφικτό χωρίς να αντλήσει κανείς από τη μεγάλη δεξαμενή της ελληνικής κοσμοσυστημικής παγκοσμιότητας. Το να μηρυκάζει κανείς αμάσητες τις ιδεολογικές παλινωδίες της Δύσης, το να υιοθετεί τις περί Βυζαντίου απόψεις της δυτικής ταξινομίας, τις οποίες η Δύση οικοδόμησε για να αρνηθεί την ελληνική συνέχεια και να παρεμβληθεί η ίδια ως γέφυρα της αρχαιότητας με τη νεοτερικότητα, σημαίνει ότι αρνείται ουσιαστικά την έννοια και της Αριστεράς, αλλά κυρίως την έννοια της προόδου.

Ο Μίκης είχε πεισθεί ότι ο Έλληνας όφειλε να τα βρει με τον εαυτό του και μάλιστα ότι η πρόοδος της ανθρωπότητας σήμερα συμβαδίζει με τη σημειολογία της εξέλιξης που διδάσκει ο ελληνικός κόσμος από την αρχαιότητα έως και την Τουρκοκρατία.

Γνώριζε καλά ότι ο ελληνικός πολιτισμός στο σύνολό του διατηρεί ατόφια την επικαιρότητά του και εμπνέει την εποχή μας υπό το πρίσμα του μέλλοντος της προόδου. Αν το έργο του κατέκτησε τον πλανήτη και συγκέντρωσε τον σεβασμό όλων οφείλεται ακριβώς στο ότι εγγράφεται ως ομοθετική προέκταση της ανθρωποκεντρικής οικουμενικότητας του ελληνικού παραδείγματος. 

Λέγεται συχνά ότι ο Μίκης υπήρξε αντιφατικός στην πολιτική του πράξη. Θα έλεγα ότι η αντιφατικότητά του οφείλει να αναζητηθεί στους άλλους, στις διαφορετικές αφετηρίες που υπαγόρευαν τις αποφάσεις του.

Οι κριτές του διέκριναν σ’αυτόν την αποστασία από την κομματική τους ορθοταξία ή ιδιοτέλεια, τη στιγμή που ο Μίκης διέκρινε στις επιλογές του το συμφέρον της κοινωνίας και του έθνους. Είναι οι ίδιοι αυτοί που τώρα που έφυγε σπεύδουν να τον περιβάλλουν με πλήθος εγκωμίων για να επενδύσουν στην φήμη του, ενώ λίγο πριν δεν δίσταζαν να τον περιλούσουν με δακρυγόνα και να καταστείλουν τις ιδέες του. 

Εν ολίγοις ο Μίκης υπήρξε συγχρόνως ένας συνεπής και ασυμβίβαστος αγωνιστής, ένας στοχαστής του βάθους των πραγμάτων και ένας απαράμιλλος δημιουργός. Ο στοχασμός του οδηγούσε την πράξη του και τα δύο μαζί το δρόμο της δημιουργίας. Κοινός παρονομαστής της ενότητάς τους η ελληνικότητα ως πρόταση ζωής και ως πολιτισμός, ο λαός ως χρέος δικαιοσύνης και ελευθερίας, η ανθρωπότητα ως πρόοδος.

Κατά τούτο, η μοναδικότητα του Μίκη έγκειται στο ότι μια μεγάλη μουσική δημιουργία εφάμιλλη αν όχι ανώτερη των μεγάλων του κόσμου έγινε κτήμα του λαού και των αγώνων του. Οι μεγάλοι μουσικοί δημιουργοί που γνωρίζουμε ήσαν συνήθως τρόφιμοι της αυλικής δεσποτείας.

***

 

Ο Γιώργος Κοντογιώργης είναι ομ.καθηγητής και πρώην πρύτανης
του Παντείου Πανεπιστημίου.

ΠΡΙΝ ΦΥΓΕΤΕ

 

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2021

Γ. Κοντογιώργης, «Ο Μίκης Θεοδωράκης, ως στοχαστής του πνεύματος και της μουσικής»

Ο Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης στις 2.9.2021 στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά FM 90.1 και στον δημοσιογράφο Πέτρο Κουσουλό.

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2021

Γιώργος Κοντογιώργης, Με αφορμή τις δασικές πυρκαγιές των ημερών, ας αναλογισθούμε την θεμελιώδη αιτία

 

Με αφορμή τις δασικές πυρκαγιές των ημερών

Μόλις στις 16 Ιουνίου επισήμαινα για πολλοστή φορά τις πολιτικές που εφαρμόζει η κομματική νομενκλατούρα και οι συγκατανευσιφάγοι της εξουσίας στο ζήτημα της ιδιοκτησίας και του δασικού περιβάλλοντος στο εγχείρημά τους να μεταβάλλουν την ελληνική χώρα σε αποικιακό χώρο.

Στις 16 Ιουνίου 2021 στην εκπομπή του Νέα Κρήτη και στον Γιώργο Σαχίνη.  Cosmosystème -Cosmosystem- Κοσμοσύστημα: Γ. Κοντογιώργης: Να βγει ο πολίτης από τα πλαστά διλήμματα του συστήματος (contogeorgis.blogspot.com)

Το 2012 στο Γ.Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος. Μια ερμηνεία του ελληνικού αδιεξόδου, Εκδόσεις Πατάκη (2012):

«…Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, αλλά της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΠΕκΚΑ), για την οποία η κοινωνία αποτελεί τη μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.

Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεύθεν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.

Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», που εν προκειμένω αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία, συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων, που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο, και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κτλ.) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.

Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τότε υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το «λαδόσημο» στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξ επόψεως υποδομών, στο καθεστώς του 1923, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει η πολεοδομία και σ’ αυτό το παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές. Είναι όμως διδακτικό, αφού καταδεικνύει ότι το κράτος αντί να προστατεύει το δάσος, να συγκροτήσει χωροταξικά την επικράτεια, επινοεί «τερτίπια» για να χειραγωγήσει την κοινωνία.

Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («Νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίσθηκε ότι σε απόσταση τελικά 350 μ. από τις ακτές –φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών– η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται, το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία[1]. 

Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση του μετασχηματισμού του κοινωνικο-οικονομικού ιστού της χώρας και της ανάπτυξης. Για τους «ταλιμπανιστές» του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ’ αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος, είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής αγροτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας. Και φυσικά, ουδείς λόγος για το κτηματολόγιο και τη χωροταξία».

Στο Γ.Κοντογιώργης, Οι Ολιγάρχες. Η δυναμική της υπέρβασης και η αντίσταση των συγκατανευσιφάγων, Εκδόσεις Πατάκη (2014),

«….Η ελληνική νομοθεσία δομείται με γνώμονα τη διαπλοκή και τη διαφθορά, όπως και οι πολιτικές του κράτους. Οι πολιτικές δημόσιου συμφέροντος απουσιάζουν ή, όπου νομοθετούνται, διαφθείρονται μέσω των εφαρμογών τους. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει η έννοια της πολιτικής χωροταξίας. Αντιθέτως, έχουμε πλήθος νόμων (π.χ. ο νόμος περί δασικών εκτάσεων κ.λπ.) που κρατάει σε ομηρία όλη την κοινωνία. Στην πολεοδομία και παντού, αντί να διαμορφώνονται γενικές πολιτικές και, στο πλαίσιο αυτό, να διευκολύνονται οι επενδύσεις και να παρακολουθείται στη συνέχεια η συμπεριφορά του επιχειρείν ώστε να μην καταδολιεύεται το δημόσιο συμφέρον, γίνεται το αντίθετο. Βρισκόμαστε ενώπιον επάλληλων στρωμάτων ολιγαρχικών συμμοριών, που δομούν το κράτος, ενορχηστρώνονται και προστατεύονται από την πολιτική τάξη. Τα πεπραγμένα της Βουλής επιβεβαιώνουν πέρα για πέρα την άποψη αυτή!....

…Η μεταπολίτευση, ιδίως από τη δεκαετία του 1980, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η ολική επαναφορά στο καθεστώς της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Το πολιτικό σύστημα, δομημένο ως κομματοκρατία, έχει μεταβάλει το κράτος σε πυλώνα λεηλασίας και καταδυνάστευσης της κοινωνίας. Ας αναλογισθούμε, λοιπόν, συμπληρωματικά, το επίπεδο της Ελλάδας εάν διέθετε επιπλέον στοχευμένες πολιτικές ανάπτυξης σε τομείς όπως του πολιτισμού, των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, της γεωργίας κ.λπ., και εάν επίσης αξιοποιούσε επωφελώς την γεωπολιτική της θέση». 

Στο Γ.Κοντογιώργης, Η ΣΥΡΙΖΑΙΑ Αριστερά ως «Νέα Δεξιά». Το συντηρητικό ιδιώνυμο της Αριστεράς, Εκδόσεις Πατάκη, (2016)

«..Η άγνοια, σε συνδυασμό με την υψηλή περιφρόνηση με την οποία αντιμετωπίζεται το δημόσιο συμφέρον, και οι επιληπτικές εμμονές που συνοδεύουν σύσσωμη την πολιτική τάξη έχουν οδηγήσει σε ένα τραγελαφικό αδιέξοδο την κοινωνία. Το οποίο, καθώς επικρέμαται ως ανέκκλητη απειλή, οδήγησε στην ολική φυγή του ελληνικού κεφαλαίου και σημαντικού μέρους του πνευματικού δυναμικού από τη χώρα.

Απέναντι στο αδιέξοδο αυτό, η πολιτική τάξη κάνει ό,τι της είναι δυνατόν να δημιουργήσει στην κοινωνία συνθήκες θεσμικής ομηρίας και στα μέλη της ένα περιβάλλον πλήρους ασφυξίας. Εξόχως χαρακτηριστική, αλλ’ όχι μοναδική, είναι η προσέγγιση, διαχρονικά, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας της γης.

Επανέρχομαι στο ζήτημα αυτό, διότι το θεωρώ παραδειγματικό της πελατειακής αλλοτρίωσης και της αντιδραστικής ιδεοληψίας στην οποία έχει εγκιβωτισθεί σύσσωμη η πολιτική τάξη. Αναφέρομαι στη μοναδική διεθνώς πρωτοτυπία της έννοιας «δασική έκταση» (και πολλών άλλων συνοδών προς αυτήν «επινοήσεων»), η οποία ήρθε να υποκαταστήσει την αβελτηρία της πολιτικής τάξης, σε συνδυασμό με τη μη αποκρυπτόμενη βούλησή της να εμποδίσει την οργάνωση του χώρου και την ανάπτυξη παραγωγικών ή άλλων δραστηριοτήτων, στο μέτρο που θα διέφευγαν από την πελατειακή της λογική. Η δήμευση, με απλή διοικητική πράξη, ή η δέσμευση/αδρανοποίηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, με πρόσχημα την προστασία του περιβάλλοντος, αποτελεί ένα διαχρονικό σκάνδαλο, καθόσον στρέφει την προσοχή του κράτους από τη δασική γη που καλύπτει το ουσιώδες του ελληνικού χώρου στην ιδιωτική γη που συνέβη για λόγους ανάγκης να μείνει ακαλλιέργητη για ορισμένα χρόνια ή, έστω, δεκαετίες και, συγκεκριμένα, μετά τον εμφύλιο. Θεωρώ το ζήτημα αυτό μείζον διότι αφορά, καθ’ όλες τις ενδείξεις, πλέον του ημίσεος της ιδιωτικής αγροτικής γης και, εάν δεσμευθεί οριστικά, η Ελλάδα κινδυνεύει να μεταβληθεί ευρέως σε μια απαγορευμένη χώρα. Διότι, με τον τρόπο αυτόν, η μεν ιδιωτική γη δεσμεύεται απολύτως (η «δασική έκταση» τίθεται εκτός κάθε μορφής εκμετάλλευσης και η όποια παρέμβαση του ιδιοκτήτη σ’ αυτήν αποτελεί αξιόποινη πράξη!). Η δε δασική και δημόσια γη αφήνεται εκτός κρατικού ενδιαφέροντος, στη διάθεση των καταπατητών. Συγχρόνως, το σύστημα αυτό έχει συμβάλει τα μέγιστα στη δημιουργία ενός από τα πρώτιστα εκτροφεία διαπλοκής και διαφθοράς, πέραν του ότι στρέφεται κατά των κοινωνικών εκείνων στρωμάτων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γη τους επειδή στρατεύθηκαν στον πόλεμο, στην αντίσταση, στον εμφύλιο ή που διώχθηκαν στη συνέχεια, ή διότι αυτή δεν επαρκούσε να τους θρέψει στο νέο οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε μετά τη δεκαετία του 1950/1960. Η σταθερά αυτή της πολιτικής τάξης δεν αναλογίζεται, προφανώς, τις συνέπειες της δέσμευσης του μεγίστου μέρους της ιδιωτικής γης της υπαίθρου, για την οικονομική ανασύνταξη της χώρας, εν μέσω κρίσης, και, μάλιστα, για την προστασία των ενεργών καλλιεργειών (ελαιώνων, πορτοκαλεώνων κ.λπ.) στις εύφορες πεδιάδες, που καταστρέφονται συστηματικά. Αντί επομένως να επιδοτείται η επιστροφή στην καλλιέργεια της αγροτικής γης, μηχανεύονται τα πάντα για να αποτραπεί η αναβίωση της υπαίθρου. Η ρύθμιση αυτή είναι επίσης υπόλογος της ανεξέλεγκτης συγκέντρωσης δυσανάλογα μεγάλων πληθυσμιακών μεγεθών σε περιορισμένους αστικούς χώρους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής. Να υποθέσουμε άραγε ότι η ελληνική χώρα πριν από τον πόλεμο υπέφερε από την έλλειψη επαρκούς δασικού πλούτου ή από υποβάθμιση του περιβάλλοντος;

Οπωσδήποτε, τα ανωτέρω ολίγα συνομολογούν και αναδεικνύουν το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία έχει τεθεί σε διαχρονική ομηρία, με όχημα το δικαίωμά της στην ιδιοκτησία και στη ζωή στην πατρίδα της. Δεν αναλογίζεται καν η πολιτική τάξη ότι η χώρα αυτή, που «άδειασε» πολλές φορές στην ιστορία της και «ξαναγέμισε» με κατοίκους, κινδυνεύει, με τη ρύθμιση αυτή, να μεταβληθεί σε απαγορευμένη ζώνη.

Οίκοθεν νοείται ότι οι ρυθμίσεις αυτές εγγράφονται στο ευρύτερο ιδεοληπτικό κλίμα που θέτει εκποδών το «επιχειρείν», ενοχοποιώντας το για τα δεινά της ανθρωπότητας και της Ελλάδας. Η κοινωνία, που εισήγαγε το «επιχειρείν», τη νομισματική οικονομία, ως θεμέλια παράμετρο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και σταδιοδρόμησε με αυτήν μέχρι τους νεότερους χρόνους, υπό το έθνος κράτος την έχει θέσει υπό απαγόρευση….»

Και σε πολλές άλλες παρεμβάσεις μου δεκαετίες πριν



[1] Ανακλήθηκε μπρος στη γενική κατακραυγή και στην προσπάθεια ορισμένων νουνεχών πολιτευτών.

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2021

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ, 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821: ΣΚΕΨΕΙΣ, ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ, ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


 


ΥΠΟΤΡΟΦΟΙ FULBRIGHT ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021 
ώρα 7:00-8:30

Διαδικτυακή Ομιλία


ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ

200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821:
ΣΚΕΨΕΙΣ, ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ, ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ


Συντονίζει η Δήμητρα Σφενδόνη-Μέντζου
Πρόεδρος των ΥΠΟΤΡΟΦΩΝ FULBRIGHT ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ομότιμη Καθηγήτρια Φιλοσοφίας της Επιστήμης, Α.Π.Θ.

 

 

 

Μπορείτε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση από τους συνδέσμους του
ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ WEB TV:
www.anixneuseis.gr
https://www.youtube.com/user/pantelisavvidis/featured
https://www.facebook.com/pantelis.savvidis