Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Γιώργος Κοντογιώργης, Αποκωδικοποιώντας την ελληνική ιδιαιτερότητα



Γιώργος Κοντογιώργης, Αποκωδικοποιώντας την ελληνική ιδιαιτερότητα
Γιώργος Κοντογιώργης
24 Ιουνίου 2019

Η ελληνική ιδιαιτερότητα συνδέεται με τη θέση του Ελληνισμού στην κοσμοϊστορία, σε αναφορά με την σημειολογία της νεοτερικότητας. Εάν προσεγγίσει κανείς την κοσμοϊστορία υπό το πρίσμα της κοσμοσυστημικής ιδιοσυστασίας των κοινωνιών της, ο ελληνικός κόσμος θα καταλάβει μια, όχι απλώς κομβική, αλλά μοναδική θέση: οικοδόμησε για πρώτη φορά και διακίνησε στην ιστορία την ανθρωποκεντρική περίοδο της ανθρωπότητας, μέχρι που την οδήγησε στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα της νεότερης εποχής.
Η ανθρωποκεντρική αυτή περίοδος της κοσμοϊστορίας, ενσωμάτωσε στους κόλπους της επίσης τη ρωμαϊκή Ευρώπη, έως τη στιγμή που αυτή αποσπάσθηκε από το ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι και περιήλθε εκ νέου στη δεσποτεία. Η ανθρωποκεντρική θητεία του Ελληνισμού συνεχίσθηκε εντούτοις με το προσωνύμιο της βυζαντινής οικουμένης και μάλιστα κατά τρόπο ομοθετικά ίδιο με εκείνον της ελληνιστικής περιόδου.
Από αυτήν θα μετακενωθούν στη δυτική παρειά της λατινικής Εσπερίας τα θεμέλια της ανθρωποκεντρικής επανεκκίνησής της. Ο ελληνικός κόσμος, αν και σε καθεστώς αιχμαλωσίας, θα εξακολουθήσει την ανθρωποκεντρική του θητεία, με πρόσημο τη μικρή κοσμοσυστημική κλίμακα (της πόλης/κοινού), έως την είσοδό του στο κράτος-έθνος. Με απλούστερη διατύπωση, το τέλος της ανθρωποκεντρικής/ελληνικής “αρχαιότητας” τοποθετείται στο τέλος του 19ου αιώνα. Υπό μιαν έννοια δε και για την Εσπερία, στο μέτρο που η μετάβασή της από τον Μεσαίωνα στο ανθρωποκεντρισμό θα επισυμβεί ουσιαστικά με όχημα τη μικρή κλίμακα της πόλης.
Η αντιστροφή και ο δίαυλος
Η δυτική ιστοριογραφία θα επιχειρήσει, εντούτοις, να αντιστρέψει την λογική της κοσμοϊστορίας, τοποθετώντας το τέλος της “αρχαιότητας”, δηλαδή το τέλος του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας συνολικά, στο τέλος της δυτικής Ρώμης. Θα ταξινομήσει γι’ αυτό τον βυζαντινό και τον μεταβυζαντινό πολιτισμό ως “ξένο πολιτισμό” και κυριολεκτικά στη δεσποτική σημειολογία, που ορίζει η έννοια του Μεσαίωνα. Θα ισχυρισθεί ότι ο δίαυλος που συνέχει την “αρχαιότητα” με τη νεοτερικότητα, διέρχεται από τη μεσαιωνική Ευρώπη. Και όχι από το Βυζάντιο.
Η επινόηση αυτή της δυτικής ιστοριογραφίας, το μέτρο που τοποθετεί την ακραία δεσποτική απόκλιση (τη δυτική, ιδιωτική και στη συνέχεια κρατική δεσποτεία) ως μέτρο για την περιοδολόγηση της ανθρωποκεντρικής κοσμοϊστορίας, θα την οδηγήσει σε ακραίες επιλογές, οι οποίες δεν είναι χωρίς συνέπειες. Θα σταθώ όλως ενδεικτικά σε ορισμένες εξ αυτών που οδηγούν στην αντιστροφή του επιχειρήματος σε ό,τι αφορά στην πρόσληψη της τελευταίας περιόδου του οικουμενικού Ελληνισμού, δηλαδή της οθωμανοκρατίας, και στην αιτιολογία της νεοελληνικής κακοδαιμονίας.
Η νεοελληνική κακοδαιμονία θα αποδοθεί, πράγματι, στο γεγονός ότι ο Ελληνισμός δεν διήλθε από την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό, τη Μεταρρύθμιση, την απολυταρχία και πολλά άλλα, που σηματοδοτούν τα στάδια της εσπεριανής (δυτικοευρωπαϊκής) μετάβασης στον ανθρωποκεντρισμό. Οι ηρακλείς της ιδεολογικής αυτής προσημείωσης της ιστορίας δεν ομολογούν, ωστόσο, ότι καταλογίζουν τελικά στην ελληνική κοινωνία ότι δεν περιήλθε, όπως η δυτική Ευρώπη, στη φεουδαρχία για να χρειασθεί να ακολουθήσει τα ομόλογα στάδια για την απόσειση της δεσποτείας.
Η πολιτεία του Ρήγα
Αρκεί ως προς αυτό να εντρυφήσει κανείς στο έργο του Ρήγα, σε συγκριτική αναφορά με το αντίστοιχο πρόταγμα των ακραίων, κατά τα λοιπά, στοιχείων της Γαλλικής Επανάστασης, με τα οποία συνομιλούσε, για να αντιληφθεί το μέγεθος της αυθαιρεσίας. Όντως, το πρόταγμα των Ιακωβίνων ήταν επαναστατικό, διότι προϋπέθετε την ολική ανατροπή της φεουδαρχίας, προκειμένου να εγκαθιδρυθεί ένα κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό σύστημα, καθ’ ομολογίαν όμοιο με εκείνο του Σόλωνα και πράγματι αντίστοιχο εκείνου που έφερε τον Σόλωνα στην εξουσία.
Είναι το σύστημα που μόλις από τη δεκαετία του 1970 έγινε αδιαμφισβήτητο στη Δύση! Και το οποίο ευδοκιμεί μονοσήμαντα σήμερα στον πλανήτη. Στον αντίποδα, η πολιτεία του Ρήγα, της μεταοθωμανικής εποχής, ελάμβανε ως θεμέλιο την βιούμενη ήδη ελληνική/ανθρωποκεντρική οικουμένη (τα κοινά, τις συμπολιτειακές ενώσεις τους, την εταιρική οικονομία και αναντιλέκτως τη δημοκρατία), την οποία ενέτασσε σε ένα περιβάλλον κοσμόπολης, με ιδιοσυστασία μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας.
Πουθενά, στο έργο του Ρήγα δεν εμπεριέχεται ο παραμικρός υπαινιγμός για μια οποιαδήποτε ανατροπή μιας τυχόν ενυπάρχουσας φεουδαρχίας. Όχι γιατί το πρόταγμά του συναινούσε στη φεουδαρχία, αλλά επειδή ο ελληνικός κόσμος δεν αντιμετώπιζε το πρόβλημα αυτό. Ο επαναστατικός λόγος του Ρήγα εξαντλείται στην καταγγελία της οθωμανικής αυθαιρεσίας. Στην ίδια ακριβώς κατεύθυνση κινούνται και τα Συντάγματα της Επανάστασης.
Τα θεμέλια στοιχεία
Τι υποδηλώνει τελικά η διαπίστωση αυτή; Ότι για τις όποιες εξελίξεις και παρεκκλίσεις του νεοελληνικού κράτους υπόλογη είναι η ελληνική κοινωνία και οι κληρονομιές της. Όχι το απολυταρχικό δεσποτικό κράτος (αρχικά) και το κράτος-έθνος, που ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα (στη συνέχεια), τα οποία επιβλήθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Εάν οδηγήσουμε ολίγον παραπέρα το συλλογισμό μας, θα παρατηρήσουμε ότι πολλά από τα θεμέλια στοιχεία που καθόρισαν την φυσιογνωμία του νεότερου κόσμου, ενυπήρχαν ήδη στον προεθνοκρατικό ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, σ’ αυτόν που διέρχεται την εποχή του δυτικού Μεσαίωνα. Είναι εκείνα που εκκίνησαν την δυτικοευρωπαϊκή μετάβαση.
Είναι επίσης γνωστό ότι πολλά από τα θεμέλια στοιχεία που αποτέλεσαν την προμετωπίδα της δυτικής μετάβασης στον πρωτο-ανθρωποκεντρισμό, αποτέλεσαν εξαρχής κοινό τόπο στο περιβάλλον του νεοελληνικού κράτους-έθνους, έναν και πλέον αιώνα πριν επικρατήσουν στις χώρες της λεγόμενης πρωτοπορίας. Διαπιστώνουμε μάλιστα ότι εισήχθησαν χωρίς κοινωνικούς κλυδωνισμούς ή και αγώνες (η καθολική ψήφος, τα διαστρωμματικά κόμματα, η αρχή της δεδηλωμένης, κ.ά).


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Γιώργος Κοντογιώργης, Στην αίθουσα με τον Πουλαντζά – Η σχετική αυτονομία του κράτους


Γιώργος Κοντογιώργης, Στην αίθουσα με τον Πουλαντζά – Η σχετική αυτονομία του κράτους
Γιώργος Κοντογιώργης
9 Ιουνίου 2019


Η σκέψη του Νίκου Πουλαντζά είχε μαγνητίσει όχι μόνο τους θεράποντες της Αριστεράς της εποχής –ακόμη και πέραν της μεταρρυθμιστικής Αριστεράς– αλλά και τους θιασώτες του φιλελευθερισμού. Εμφανιζόταν ως νέος φρέσκος αέρας στον μαρξιστικό στοχασμό που τον σκίαζε ακόμη ο άκρατος δογματισμός, η αδυναμία του να εναρμονισθεί με τις εξελίξεις και η βαριά παρουσία του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Παρακάτω, ακολουθεί –για πρώτη φορά δημοσιευμένη– μία από τις παραδόσεις του Νίκου Πουλαντζά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο το 1977 για το ζήτημα της σχετικής αυτονομίας του κράτους*.
«Για να δούμε πώς ακριβώς λειτουργεί η σχετική αυτή αυτονομία του κράτους και πώς εγκαθίσταται αυτή η πρακτική πολιτική, πρέπει να προχωρήσουμε κάπως περισσότερο στη θεωρία. Δηλαδή, ότι το κράτος το ίδιο δεν πρέπει να το βλέπουμε σαν μια οντότητα καθεαυτή. Το κράτος είναι μια σχέση, όπως το κεφάλαιο. Όπως έλεγε ο Μαρξ, το κεφάλαιο δεν είναι ένα αντικείμενο, δεν είναι το χρήμα, δεν είναι μία μεταφυσική οντότητα.
Το κεφάλαιο είναι μια σχέση, η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και μισθωτής εργασίας. Νομίζω ότι πρέπει να πω πως το κράτος είναι μια σχέση. Πιο συγκεκριμένα, η συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ τάξεων και μερίδων τάξεων, έτσι που οι τάξεις ή αυτές οι μερίδες τάξεων να εκφράζονται με τρόπο ειδικό, στο εσωτερικό, μέσα στο ίδιο το κράτος.
Συλλαμβάνοντας το κράτος σαν μια σχέση, σημαίνει ότι βγαίνουμε από το ψευτοδίλημμα το οποίο κυριαρχεί σήμερα στις θεωρίες περί κράτους. Σημαίνει ότι υπερβαίνουμε το πρόβλημα να δούμε το κράτος αποκλειστικά ως υποκείμενο ή ως αντικείμενο. Το κράτος δεν είναι ούτε αντικείμενο ούτε ένα υποκείμενο. Διαφωνώ με την αντίληψη του κράτους ως αντικείμενο, αυτή την οποία ανέλυσα ως μηχανιστική θεωρία του κράτους, που το βλέπει σαν εργαλείο, σαν ένα απλό όργανο στα χέρια της άρχουσας τάξης. Καμία σχετική αυτονομία δεν υπάρχει τότε στο κράτος.
Το κράτος αντικείμενο, το κράτος πράγμα. Αλλά υπάρχει και μια άλλη οπτική, η οποία βλέπει το κράτος ως υποκείμενο. Είναι η κλασική θεώρηση από τον Έγελο μέχρι τον Μαξ Βέμπερ που θεωρεί ότι το κράτος έχει μια απόλυτη αυτονομία απέναντι στις κοινωνικές τάξεις και ότι η απόλυτη αυτονομία του αυτή είναι βασισμένη πάνω στην ίδια βούληση που έχει η λογική η οποία το διέπει απέναντι στην αναρχία της οικονομίας. Αυτή είναι η κλασική ιδεαλιστική αστική αντίληψη περί κράτους. Σε αυτή την αντίληψη του κράτους ως υποκείμενο, η απόλυτη αυτονομία του κράτους απέναντι στις κοινωνικές τάξεις συσχετίζεται με το γεγονός ότι το κράτος έχει μια δική του εξουσία, ανεξάρτητη από τις κοινωνικές τάξεις. Έτσι έχουμε δύο αντιλήψεις για το κράτος. Το κράτος ως αντικείμενο, το κράτος ως υποκείμενο.
Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό που έχουν και οι δύο αυτές αντιλήψεις όσον αφορά τις σχέσεις κράτους και άρχουσας τάξης ή αρχουσών μερίδων τάξης.; Είναι ότι οι σχέσεις κράτους και κοινωνικών τάξεων, συγκεκριμένα αρχουσών κοινωνικών τάξεων, θεωρούνται ως σχέσεις εξωτερικές. Υπάρχουν οι οντότητες, οι άρχουσες τάξεις από το ένα μέρος και το κράτος από την άλλη πλευρά, που είναι κατά κάποιον τρόπο αντιμέτωπες η μία με την άλλη. Ποια είναι η σχέση αυτή κράτους και αρχουσών τάξεων στο κράτος αντικείμενο; Υπάρχει το κράτος εργαλείο από τη μια μεριά, μια οντότητα, και οι κοινωνικές τάξεις και η άρχουσα τάξη που καθυποτάσσει το κράτος.
Στο κράτος ως υποκείμενο υπάρχει το κράτος με δική του εξουσία, με δική του βούληση και το οποίο καθυποτάσσει, αυτή τη φορά, τις άρχουσες κοινωνικές τάξεις. Είναι η κλασική αστική, αν θέλετε, αντίληψη περί εξουσίας. Δηλαδή ότι έχουμε δύο οντότητες: άρχουσες τάξεις και κράτος, και ότι μέσα σε μία κοινωνία υπάρχουν δύο οντότητες αντιμέτωπες, όπου η μία έχει τόσο λιγότερη εξουσία όσο περισσότερη έχει η άλλη. Λόγου χάρη, εάν οι άρχουσες τάξεις έχουν ποσοστό εξουσίας 60%, το κράτος θα έχει 40% και ούτω καθεξής.
Έτσι έχουμε την ποσοτική αντίληψη εξουσίας με τις δύο οντότητες αντιμέτωπες: κράτος και κοινωνικές τάξεις είτε θεωρεί το κράτος ως αντικείμενο είτε το κράτος ως υποκείμενο. Μέσα στην πρώτη από τις δύο αντιλήψεις μπορούμε να δούμε την κρατική οντότητα ως αντικείμενο, που σημαίνει ότι δεν του αναγνωρίζεται η αυτονομία, ενώ στη δεύτερη αντίληψη, που το κράτος λαμβάνεται ως υποκείμενο, η κρατική οντότητα παρουσιάζεται ως κάτοχος της απόλυτης εξουσίας.
Ας ξανάρθουμε στο ερώτημα πώς γίνεται η σχετική αυτονομία στο κράτος. Το κράτος είπαμε ότι είναι μια σχέση. Επαναλαμβάνω, είναι η συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ τάξεων και μερίδων τάξεων. Υπό αυτή την οπτική εντοπίζουμε, με ειδικό πάντα τρόπο, πώς οι τάξεις και οι ταξικές αντιθέσεις υφίστανται μέσα στον ίδιο τον μηχανισμό του κράτους. Αυτό σημαίνει ότι η σχετική αυτονομία του κράτους είναι το αποτέλεσμα ή η συνιστώσα των ταξικών αντιθέσεων, έτσι με τον τρόπο που οι ταξικές αυτές αντιθέσεις είναι εγγεγραμμένες μέσα στην ίδια τη δομή του κράτους.
Αυτό σημαίνει ότι το κράτος, είναι ένας μηχανισμός ο οποίος είναι φτιαγμένος για να αναπαράγει την ταξική διαίρεση, που όμως δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτή ένα μονολιθικό μπλοκ δηλαδή χωρίς ρωγμές. Το κράτος διαπερνιέται απ’ άκρου εις άκρον από τις ταξικές αντιθέσεις και ιδιαίτερα από τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες μερίδες του άρχοντος συγκροτήματος. Αυτό σημαίνει ότι οι διάφοροι κρατικοί μηχανισμοί, τα διάφορα υπουργεία, οι διάφοροι κλάδοι του κρατικού μηχανισμού, οι διάφοροι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, στρατός, διοίκηση κ.λπ. πολύ συχνά αποτελούν τον κατεξοχήν αντιπρόσωπο ή την κατεξοχήν έδρα των συμφερόντων της μιας ή της άλλης μερίδας της αστικής τάξης. Δηλαδή, οι ταξικές αντιθέσεις, έτσι που διαπερνούν το κράτος, έτσι όπως είναι εγγεγραμμένες στην ίδια τη δομή του κράτους, υλοποιούνται και ενσαρκώνονται σαν εσωτερικές ενδοκρατικές αντιθέσεις, οι οποίες δεν έχουν σημασία, παρά στο μέτρο που είναι ταξικές αντιθέσεις και συγκεκριμένα στον βαθμό που υπάρχουν αντιθέσεις μέσα στο άρχον συγκρότημα.
Τι σημαίνει μέσα σε αυτή την αντίληψη η σχετική αυτονομία του κράτους; Δηλαδή, πώς το κράτος φτιάχνει μια πολιτική που μακροχρόνια αντιπροσωπεύει το κοινό συλλογικό συμφέρον της αστικής τάξης; Αυτό δεν γίνεται μέσα από τη βούληση του ίδιου του κράτους ή μέσα από τη μεγαλοφυή σύλληψη κυβερνητικών προσώπων. Αυτή η σχετική αυτονομία και αυτή η πολιτική του κράτους, η μακροχρόνια προς όφελος του συνόλου της αστικής τάξης, εμφανίζεται ακριβώς ως μια διαδικασία τρομερά αντιφατική και ως συνιστώσα των ενδοκρατικών αντιφάσεων, στο μέτρο που εκφράζουν διάφορες μερίδες της αστικής τάξης.
Τι συμβαίνει δηλαδή; Έχουμε μια διαδικασία, που μπορούμε να την πούμε διαδικασία δομικής επιλογής από μέρους του ενός ή του άλλου κρατικού μηχανισμού, ορισμένων μέτρων που λαμβάνουν άλλοι κρατικοί μηχανισμοί, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν κατεξοχήν συμφέροντα άλλων τάξεων. Υπάρχει μια διαδικασία, μια αντιφατική διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά και μια διαδικασία μη αποφάσεων, δηλαδή, αυτό που βλέπουμε πολύ συχνά στα καπιταλιστικά κράτη, ότι από κάπου ξεκινάει κάτι για να παρθεί μια απόφαση και σε κάποιο σημείο κάπου χάνεται. Δεν είναι τεχνικό πρόβλημα. Είναι κατεξοχήν πολιτικό πρόβλημα.
Δηλαδή υπάρχει μια ειδική διαδικασία πολιτική μη αποφάσεων σε ορισμένα σημεία στα οποία δεν πρέπει να παρθούν αποφάσεις. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε αντιδράσεις και αντιστάσεις ενδοκρατικές ορισμένων μηχανισμών που μπλοκάρουν άλλους, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν κατεξοχήν συμφέροντα άλλων μερίδων του άρχοντος συγκροτήματος απ’ ό,τι ο μηχανισμός που μπλοκάρουν. Υπάρχουν ειδικές διαδικασίες διαδοχικού φιλτραρίσματος των διαφόρων μέτρων που πρέπει να πάρει το κράτος απέναντι στα ζωτικά προβλήματα.
Τελικά, είναι αυτό που ονομάζουμε σχετική αυτονομία του κράτους και ρόλο του κράτους ως πολιτικού οργανωτή της αστικής τάξης. Δεν είναι συνειδητή βούληση των κυβερνητικών αντιπροσώπων κ.λπ., αλλά είναι αποτέλεσμα μιας αντιφατικής διαδικασίας, η οποία, αν τη δούμε βραχυχρόνια, παρουσιάζει μια τρομερή χαοτική ή αντιφατική εικόνα, που δεν οφείλεται σε ατέλειες ή σε προβληματικές τεχνικές του κρατικού μηχανισμού, αλλά είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο βγαίνει απ’ όλη αυτή τη διαδικασία, μια πολιτική που αντιπροσωπεύει μακροχρόνια την ασταθή ισορροπία συμβιβασμών μεταξύ των διαφόρων μερίδων της αστικής τάξης».

* ‘Κράτος, Κοινωνικές Τάξεις, Καπιταλισμός, Ιμπεριαλισμός – Τα μαθήματα του Νίκου Πουλαντζά στο Πάντειο το 1977‘ (εκδόσεις Παπαζήση).