Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Ολιγαρχική αντίληψη η ενοχοποίηση της κοινωνίας


Γιώργος Κοντογιώργης, Ολιγαρχική αντίληψη η ενοχοποίηση της κοινωνίας
Δημοσιεύθηκε 11 Απριλίου 2018 - Γιώργος ΚοντογιώργηςΓιώργος Κοντογιώργης 936


Γράφει ο Γιώργος Κοντογιώργης  – 
Η στρατηγική του μνημονίου και οι εφαρμογές του συνομολογούν ότι δεν ευσταθεί το βασικό επιχείρημα πως απέβλεπε στην εξισορρόπηση του επιπέδου ζωής της ελληνικής κοινωνίας («οι Έλληνες ζούσαν πάνω από τις δυνατότητές τους«) με τις συνθήκες της πραγματικής οικονομίας. Όντως, δεν είναι αληθές ότι οι Έλληνες ζούσαν με δανεικά. Είναι αληθές, ωστόσο, ότι επιχειρήθηκε η ενοχοποίηση της κοινωνίας.
Η ελληνική κοινωνία με την είσοδό της στην κρίση ήταν από τις λιγότερο δανεισμένες στην Ευρώπη, χωρίς να συνεκτιμάται το γεγονός της συστηματικής λεηλασίας της από τους νομείς του κράτους. Έχει εκτιμηθεί ότι εάν ο παραχθείς πλούτος στην Ελλάδα και αυτός που εισήχθη από την ΕΕ και άλλες εξωτερικές πηγές, επενδύετο παραγωγικά, το κατά κεφαλήν εισόδημα του πληθυσμού θα ήταν εφάμιλλο εκείνου των σκανδιναβικών χωρών.
Σε κάθε περίπτωση, η αρχή ότι η “εσωτερική υποτίμηση” αποβλέπει στην εξίσωση του επιπέδου ζωής της κοινωνίας με τις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας, δεν απαντά στο ερώτημα της τελικής ισορροπίας, αφού οι πολιτικές του είναι καταφανώς στοχευμένες στην αποδόμηση του οικονομικού ιστού της χώρας. Κατά τούτο, δεν δύναται να εξισωθεί με την λεγόμενη πολιτική λιτότητας, όπως υποστηρίζεται.
Μετάθεση ευθυνών
Επιπλέον, το επιχείρημα αυτό, δεν διακρίνει μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας, πράγμα θεμελιώδες εάν πρόκειται να μιλήσουμε για ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο ανήκει καθ’ ολοκληρίαν στο κράτος, δηλαδή στο πολιτικό προσωπικό. Η μετάθεση των ευθυνών της πολιτικής τάξης στην κοινωνία αποτελεί αυθαίρετη και οπωσδήποτε ολιγαρχική πολιτική αντίληψη.
  • Πρώτον, διότι υπεύθυνος για το αξιόπλοο του “πλοίου”, για την καλή ή την κακή πορεία του είναι ο κυβερνήτης και το πλήρωμα, όχι οι επιβάτες / πολίτες.
  • Δεύτερον, ο κυβερνήτης και το πλήρωμα καθορίζουν τους κανόνες που αφορούν στην πορεία του “πλοίου”, με τους οποίους οι επιβάτες καλούνται να εναρμονισθούν. Υπονοώ με αυτό ότι η ηθική τάξη και η συμπεριφορά των πολιτών συναρτάται άμεσα, θα έλεγα οργανικά, με την ηθική, με τις συμπεριφορές και τις υπαγορεύσεις της Πολιτείας.
Εάν η Πολιτεία επιβάλει ως όρο για την οποιαδήποτε επικοινωνία ή συναλλαγή του πολίτη με το κράτος, ακόμη και για τις μεταξύ των πολιτών υποθέσεις, τη διαπλοκή και τη διαφθορά, την αναξιοκρατία και την πελατειακή προσχώρησή του, ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να εναρμονισθεί. Ειδάλλως θα πρέπει να «μονάσει» ή να μεταναστεύσει. Εάν μάλιστα η Πολιτεία σπεύδει να επιβραβεύσει τον πολίτη που εναρμονίζεται με την λογική της έκφυλης ολιγαρχικής κομματοκρατίας, θα επισπεύσει την ένταξή του στο σύστημα.
Ο πολίτης, δεν διανοείται να βάλει μέσον για να ευνοηθεί στις εισαγωγικές εξετάσεις στον πανεπιστήμιο. Θα αναζητήσει όμως να προσεγγίσει τον πολιτικό ή τον δήμαρχο, για να διορισθεί ακόμη και σε πολυκατάστημα της περιοχής του. Η συζήτηση αυτή αφορά γενικώς στο είδος της Πολιτείας. Μας ενδιαφέρει όμως εν προκειμένω για να αντιδιαστείλουμε την ηθική της μόναρχης ολιγαρχίας που επικρατεί στη Δύση, προς την εκφυλισμένη εκδοχή της ομόλογης ελληνικής κομματοκρατίας.
«Μαζί τα φάγαμε»
Υπό το πρίσμα αυτό, η εκλογή του πολιτικού προσωπικού από το σώμα των πολιτών, επιβεβαιώνει τον ανωτέρω συλλογισμό. Διότι πρόκειται ουσιαστικά για επιδιαιτησία και όχι για εκλογή του πολιτικού προσωπικού από τον πολίτη. Και σε κάθε περίπτωση, η φύση του πολιτικού συστήματος κρίνεται από την επομένη της εκλογής, δηλαδή από τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που προνοεί η Πολιτεία.
Κατά τούτο, δυσκολεύομαι να αποδεχθώ την ευθύνη του πολίτη και συγκεκριμένα του υπηκόου, στη λειτουργία μιας Πολιτείας, στην οποία ουδαμώς μετέχει και η θέση του αξιολογείται από τον βαθμό της εναρμόνισής του με το διατακτικό της. Ώστε, η εμπλοκή του πολίτη / υπηκόου σε ένα καθεστώς που προτάσσει την διαπλοκή και τη διαφθορά, την ιδιοποίηση του δημοσίου χώρου και την καταδολίευση της κοινωνίας, κρίνεται βασικά από την φύση της Πολιτείας και όχι από την συμπεριφορά του.
Ο ισχυρισμός επομένως ότι «μαζί τα φάγαμε» αντιστρέφεται, για να ενοχοποιηθεί αυτός που ενορχήστρωσε το λεηλατικό «πανηγύρι». Με άλλα λόγια, εάν η ορχήστρα στο «πανηγύρι» τραγουδάει σε ένα ρυθμό (λ.χ. τσάμικο), θα είναι παραφωνία η επιμονή κάποιου να θέλει στο μέσον του χορού να χορέψει έναν άλλο ρυθμό (λ.χ. καλαματιανό). Για να είμαστε ακριβείς, στο ναό, την ώρα που τελείται η θεία λειτουργία, που εφαρμόζεται ο κανόνας της εκκλησίας, είναι αδιανόητο να συνάδει μια ορχήστρα που θα άδει δημοτική ή όποια άλλη μουσική. Ούτε και οι πιστοί να χορεύουν στο ρυθμό της, αγνοώντας το σκοπό της παρουσίας τους εκεί.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό που οφείλουμε να συγκρατήσουμε είναι ότι η τρόικα, η οποία καταγίνεται ακόμη και για λεπτομέρειες (λ.χ. με τη φορολόγηση του ανέστιου και του άνεργου) δεν άγγιξε ούτε δίκην προσχήματος τις κραιπαλώδεις προνομίες της πολιτικής τάξης. Αναφέρουμε παραδειγματικά τα σκάνδαλα, την λειτουργία της Βουλής ως πλυντηρίου για τις ανομίες τους, τα ποικίλα όσα «μυστικά» ή προσωπικής αναφοράς κονδύλια, τις ευθύνες για την υπερχρέωση της χώρας κλπ.

Τρίτη 10 Απριλίου 2018

Γ. Κοντογιώργης – Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα και η εποχή μας. Η νεοτερικότητα στο σπήλαιο του Πλάτωνα




Γ. Κοντογιώργης – Το Ελληνικό
Κοσμοσύστημα και η εποχή μας. Η νεοτερικότητα στο σπήλαιο του Πλάτωνα και η
κοσμοσυστημική ερμηνευτική διέξοδος 15.11.2015
Ομιλία του
Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ.
Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Ελληνικό Κοσμοσύστημα και Επικαιρότητα», που έγινε
στις 15 Νοεμβρίου 2015 στο Εμπορικό Επιμελητήριο Κορίνθου, με αφορμή την έκδοση
του δεύτερου τόμου του βιβλίου του για το ελληνικό
κοσμοσύστημα (Εκδόσεις Σιδέρη).

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Γ. Κοντογιώργης - Ελευθερία και ιδιοκτησία στη δημοκρατία - 24.4.2015







Γ. Κοντογιώργης - Ελευθερία
και ιδιοκτησία στη δημοκρατία
Δημοσιεύτηκε
στις 6 Μαΐου 2015
Ομιλία του
Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ.
Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Ελευθερία και ιδιοκτησία στη δημοκρατία», η οποία
έγινε στην Αίθουσα Τελετών του Παντείου Πανεπιστημίου στις 24.4.2015, στο
πλαίσιο Ημερίδας με θέμα «Δημοκρατία & Πόλη» που διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή
Ένωση Εκπαιδευτικών (Τμήμα Ελλάδας).

Δευτέρα 2 Απριλίου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Που διαφέρει η ελληνική από την κρίση στη Δύση


Γιώργος Κοντογιώργης, Που διαφέρει η ελληνική από την κρίση στη Δύση
Δημοσιεύθηκε 2 Απριλίου 2018 - Γιώργος ΚοντογιώργηςΓιώργος Κοντογιώργης 369

Γράφει ο Γιώργος Κοντογιώργης  – 
Η ολιγαρχική κομματοκρατία, που συμβολίζει ακριβώς την οπισθοδρομική εκδοχή του κράτους, διασφάλισε διαχρονικά την ιδιοποίησή του, με αποκορύφωμα τη μεταπολίτευση. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί την ολική επαναφορά της χώρας στο καθεστώς της πλέον απεχθούς φαυλοκρατίας που καταγράφεται τον 19ο αιώνα. Όντως, στη μεταπολίτευση διαμορφώθηκαν οι προϋποθέσεις και τα αντίστοιχα ιδεολογήματα για την κρίση που βιώνουμε σήμερα: για την ολική αποδόμηση και την απόλυτη ιδιοποίηση του κράτους, για την υπερχρέωσή του, για τον παρασιτικό εκφυλισμό της οικονομίας και για την πελατειακή προσομοίωση της κοινωνίας.
Ο ρόλος της Αριστεράς στο ζήτημα αυτό υπήρξε καταλυτικός. Τα ανωτέρω υποδηλώνουν ότι η σημερινή ελληνική κρίση παρουσιάζει μια θεμελιώδη ιδιαιτερότητα σε σχέση με την γενικότερη δυτική κρίση. Είναι πρωτογενώς πολιτική, δημιούργημα εξ ολοκλήρου του πολιτικού συστήματος. Η δυτική κρίση είναι εξίσου πρωτογενώς πολιτική. Όμως, με την έννοια ότι προέκυψε όχι από την ιστορική αναντιστοιχία του πολιτικού συστήματος προς την κοινωνία, αλλά ως αποτέλεσμα της μη εναρμόνισής του με την εν γένει ανθρωποκεντρική εξέλιξη του κόσμου της νεοτερικότητας. Εξέλιξη, η οποία χρεώνεται την εκτροπή του δόγματος της αυτορύθμισης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Διαθέτοντας εντούτοις μια ιστορική λειτουργικότητα, το πολιτικό σύστημα μερίμνησε ώστε να το επαναφέρει σε κανονιστική τροχιά. Στον αντίποδα, το ελληνικό πολιτικό σύστημα βρέθηκε εκτεθειμένο, καθώς είχε ήδη οδηγήσει στην υπερχρέωση της χώρας, ενώ διένυε την κορυφαία στιγμή της εκφυλιστικής του πορείας, με την αποδόμηση και τη λεηλασία του κράτους και του παρασιτικού μετασχηματισμού της οικονομίας.
Υπέρβαση του πολιτικού συστήματος
Η διαφορά αυτή μεταξύ της δυτικής και την ελληνικής κρίσης συνομολογεί και για το αδιέξοδό της. Διότι η υπέρβαση της κρίσης στην ελληνική περίπτωση προϋποθέτει την υπέρβαση του πολιτικού συστήματος. Και όπως όλα δείχνουν, το πολιτικό του προσωπικό ούτε γνωρίζει, λόγω της ολικής αλλοτρίωσής του, ούτε δύναται ούτε –το κυριότερο– θέλει να υπερβεί τον εαυτό του, προκειμένου να ανατάξει τη χώρα.
Απουσιάζει, με άλλα λόγια, ο πολιτειακός εκείνος παράγων που θα επανέφερε την χώρα σε κανονιστική τροχιά, αναλαμβάνοντας σε τελική ανάλυση την θεραπεία των κακώς κειμένων του κράτους. Εάν παρακολουθήσουμε την πορεία της χώρας προς την άβυσσο, θα διαπιστώσουμε αβίαστα ότι, παρόλη την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν το 2008, η είσοδός της στο “μνημόνιο” δεν ήταν αναπόφευκτη.
Επελέγη ως λύση διότι η ελληνική πολιτική τάξη αρνιόταν να λάβει τα αναγκαία διαρθρωτικά μέτρα, προκειμένου να την αποτρέψει. Προτίμησε να εξαγάγει το ελληνικό πρόβλημα στο εξωτερικό. Δεν θέλησε για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι κάτι τέτοιο συνεπήγετο την υπέρβαση του καθεστώτος της δυναστικής κομματοκρατίας και κατά τούτο της λογικής του συστήματος που την εξέθρεψε. Ο άλλος συνέχεται με το πρόσημο των πολιτικών του κράτους.
Πρυτανείο σίτισης
Σε ένα τυπικό ολιγαρχικό καθεστώς, όπως το νεοτερικό, ο σκοπός της πολιτικής είναι εξ αντικειμένου ολιγαρχικός, παρ’ όλον ότι εμφανίζεται να συνεκτιμά το πολιτικό κόστος που συνέχεται με την κοινωνική συνοχή. Για την ελληνική πολιτική τάξη, η έννοια του πολιτικού κόστους, εστιάζει στις αντιδράσεις των συμμετεχόντων στο πρυτανείο σίτισης του κράτους και όχι στην κοινωνία.
Το πολιτεύεσθαι έναντι της κοινωνίας επικεντρώνει το ενδιαφέρον του αποκλειστικά στην αποδόμηση της συλλογικότητάς της, προκειμένου να αφήνεται ανεξέλεγκτη στη νομή της εξουσίας. Η παράδοση της χώρας στους «δανειστές» και η χρησιμοποίησή της ως εργαστηρίου για την οικοδόμηση της γερμανικής Ευρώπης, οδήγησε στην αποδόμηση της παραγωγικής βάσης της χώρας και στην φτωχοποίηση της κοινωνίας. Άφησε, όμως, άθικτη την αιτία της κρίσης, δηλαδή το πολιτικό σύστημα, το κράτος (Δημόσια Διοίκηση και Δικαιοσύνη) και τη νομοθεσία που οικοδομεί τη διαπλοκή, τη διαφθορά και την εν γένει ιδιοποίηση του κράτους / δημόσιου αγαθού.
Εξίσου ενδιαφέρον, στο πλαίσιο αυτό, είναι ότι η άρχουσα πολιτική τάξη επέλεξε τη διαχείριση του μνημονίου δίκην εντεταλμένου λογιστή της “τρόικας” εις τρόπον ώστε να μην αγγίξει τα αίτια της κρίσης. Ιδίως να αποφύγει να ελέγξει το παρελθόν της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, καθώς και τα δικά της προνόμια. Η προσέγγιση αυτή, η οποία εστιάζει στην ικανοποίηση των δανειστών και, μάλιστα, εξαντλεί το κατ’ αυτήν περιεχόμενο των δημοσίων πολιτικών, σ’ αυτό, συνάδει με την λογική του πολιτεύεσθαι της κομματοκρατίας.
Η ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού
Όντως, παρουσιάζεται το φαινόμενο ένας πολιτικός, εν προκειμένω το σύνολο της πολιτικής τάξης, να πολιτεύεται επί δεκαετίες και να αγνοεί εντελώς τα της πολιτικής διοίκησης του κράτους, τις ανάγκες του και, το χειρότερο, το διεθνές και το ευρωπαϊκό περιβάλλον, μέσα στο οποίο κινείται η χώρα. Εύλογα, θα έλεγε κανείς, αφού έχει ζυμωθεί στα πλέον απεχθή κομματικά ή κομματοκρατούμενα κρατικά καταγώγια, αφού έχει διδαχθεί πώς να καταδολιεύει τους θεσμούς, να χειραγωγεί την κοινωνία και να ιδιοποιείται το δημόσιο αγαθό.
Δεν έχει διδαχθεί πώς θα διαχειρισθεί επ’ αγαθώ της χώρας τα συμφέροντά της, ή πώς θα κατευθύνει τις δημόσιες πολιτικές με άξονα αναφοράς την κοινωνική συλλογικότητα. Εάν για παράδειγμα αποφασιζόταν μια λελογισμένη περισυλλογή και ανασυγκρότηση του κράτους, στην αρχή της κρίσης, δεν θα ήταν αναγκαία η είσοδος στο 1ο μνημόνιο.
Και εάν ελαμβάνοντο στη συνέχεια τα απαιτούμενα μέτρα ανάταξης της χώρας, αντί να διαχειρίζονται την κρίση δίκην “ναρκομανούς”, δεν θα υπήρχε λόγος ενός 2ου και ενός 3ου μνημονίου. Όποιος γνωρίζει με πόση ανευθυνότητα προσεγγίζουν οι αξιωματούχοι του ελληνικού κράτους τη συμμετοχή τους στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δηλαδή στα δρώμενα όπου αποφασίζεται η τύχη της χώρας, μπορεί και να συναγάγει τα αναγκαία συμπεράσματα.