Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Γιώργος Κοντογιώργης, Ο Αριστοτέλης και η δημοκρατία



Γιώργος Κοντογιώργης,
Ο Αριστοτέλης και η δημοκρατία[1]
1.Το ζήτημα της θέσης της δημοκρατίας στην προβληματική του Αριστοτέλη για την ορθή και, μάλιστα, για την προτιμητέα κατ’αυτόν πολιτεία έχει απασχολήσει δια μακρόν την νεώτερη στοχαστική σκέψη. Για την οικονομία του χρόνου δεν θα ασχοληθώ εδώ με τις ως τώρα διατυπωθείσες απόψεις, τις οποίες ωστόσο θεωρώ κατά βάσιν εσφαλμένες: επειδή εκκινούν από μια λάθος αφετηρία, ήτοι την αποτίμηση της προσέγγισης του Σταγειρίτη  με γνώμονα τις βεβαιότητες της εποχής μας για τη δημοκρατία, και ιδίως διότι απουσιάζει από αυτές η γνωσιολογία σε ό,τι αφορά στις έννοιες που ορίζουν τα φαινόμενα και τον εξελικτικό τους χρόνο. 
Εκτιμώ ότι για να κατανοήσει κανείς την θέση του Αριστοτέλη για τη δημοκρατία οφείλει να λάβει ως σημείο εκκίνησης τις θεμελιώδεις παραδοχές του για την κατ’αυτόν ορθή πολιτεία, και για το ανθρωποκεντρικό στάδιο που βίωνε ο κόσμος των πόλεων της εποχής του. Όντως, ο Σταγειρίτης εγγράφει την προβληματική του για την ορθή πολιτεία σε ένα πλέγμα συλλογισμών που συνεκτιμά επίσης τη σταθερότητα των πολιτειών, μείζον ζήτημα για την εποχή του, τις αξιακές προτεραιότητες των κοινωνιών της πόλης και τις δικές του αξιωματικές αρχές. Η «πολιτεία» του αποτελεί έναν συγκερασμό των τριών αυτών προϋποθέσεων.
Ποιες είναι οι αρχές της ορθής πολιτείας που υιοθετεί ο Αριστοτέλης.
Πρώτον, η μεσότης ως μέτρο για την κοινωνικο-οικονομική στρωμάτωση της πόλης. Η οποία μεσότης, συνεκτιμά αφενός τις παραγωγικές προτεραιότητες, με έμφαση στην αγροτική και, ιδίως, στη γεωργική οικονομία. Και αφετέρου, στην κατανομή του πλούτου, που πρέπει να κατατείνει προς μια σύγκλιση στο μέσον, και όχι στην υπερβολή της ανισότητας.
Δεύτερον,  η μεσότης ως μέτρο για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος, ήτοι για την κατανομή των αρχών/αξιωμάτων («τίνα τρόπον νενέμηνται»). Εν προκειμένω, ο Αριστοτέλης τάσσεται υπέρ ενός συστήματος, που οδηγεί στη συνάντηση των κοινωνικών αντιπάλων, στο μέσον της πολιτείας. Το σύστημα όμως αυτό δεν μπορεί να είναι αναφορικό στις κατεστημένες πολιτείες της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας, διότι οι πολιτείες αυτές δεν παράγουν συναινέσεις μεταξύ των αντικειμένων κοινωνικών στρωμάτων. Από την άλλη, η «πολιτεία» του Αριστοτέλη εστιάζει την προσοχή της στις πραγματικότητες της εποχής του. Επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε μια κάποια σύνθεση των αξιακών σταθερών που θα μπορούσαν να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη της σύνολης κοινωνίας. Δεν επιχειρεί να οικοδομήσει την ιδεώδη πολιτεία, όπως ο Πλάτων, ούτε να μεταφερθεί σε μια άλλη εποχή, όπως λχ εκείνη του Σόλωνα. Ο Σόλων υπήρξε μέγιστος για την εποχή του, πλην όμως, το πρόταγμά του δεν είναι δεκτικό εφαρμογής στον χρόνο του Αριστοτέλη.
Στο πλαίσιο αυτό, ερωτάται ποιες είναι οι αξιωματικές σταθερές, που ο ίδιος θεωρεί ότι πρέπει να διέπουν, ως συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ, μια πολιτεία.
Οι σταθερές αυτές, προκύπτουν καταρχήν από την ταξινόμηση που επιχειρεί των πολιτειών. Διακρίνει μεταξύ των ορθών και των ημαρτημένων πολιτειών, με γνώμονα τον σκοπό τους. Οι μεν πρώτες, αποβλέπουν στην θεραπεία του κοινού συμφέροντος, οι δε δεύτερες, στο ίδιον συμφέρον (προσωπικό ή μερικό/ταξικό) των κατόχων τους. Όμως, και μεταξύ των ορθών πολιτειών, ο Αριστοτέλης αποκλείει από τις επιλογές του την μοναρχία και την αριστοκρατία. Οι πολιτείες αυτές, εκτιμά ότι, ταξινομούνται ήδη στο παρελθόν του εξελικτικού γίγνεσθαι, ενώ σε ό,τι αφορά στην εποχή του δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει την δυνατότητα να επικρατήσει μια άλλη πολιτεία, πλην της δημοκρατίας, για λόγους που εξηγεί νομίζω με πειστικότητα.  
Συγχρόνως, παρατηρεί, ότι η ολιγαρχία είναι φύσει ημαρτημένη πολιτεία και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ικανοποιήσει τις αξιακές και πραγματολογικές προτεραιότητες της εποχής του. Είναι φύσει ημαρτημένη πολιτεία, διότι είναι εξ αντικειμένου άδικη απέναντι στο πλήθος, αφού θεραπεύει, όχι το κοινό αλλά το ίδιον συμφέρον της ολιγαρχικής τάξης.
Η απόρριψη της δημοκρατίας, από την άλλη, δεν παραπέμπει στην γενική απορριπτική αρχή, που τον οδηγεί στην άρνηση της ολιγαρχίας. Η δημοκρατία ταξινομείται στις ημαρτημένες πολιτείες, αλλά όχι γενικώς, ως αρχή ή ως πολιτεία. Είναι ημαρτημένη, υπό το πρίσμα της ριζοσπαστικής της εκδοχής, που απαντάται στις ημέρες του. Στο συμπέρασμα αυτό, καταλήγει κανείς αβίαστα, όταν εξετάζει την ορθή «πολιτεία», την οποία αξιολογεί ως την επαρκέστερη για τη διασφάλιση της σταθερότητας στην πόλη, και ως φορέα ενός αξιακού συστήματος που ο ίδιος το αποδέχεται ως προσήκον στον ανθρωποκεντρικό κοινωνικό τύπο της εποχής του.
Η ανωτέρω αποκωδικοποίηση του αριστοτελικού συλλογισμού αφήνει σαφώς να εννοηθεί, ότι ο Σταγειρίτης, προκειμένου να συγκροτήσει την ορθή πολιτεία του, διαλέγεται αποκλειστικά με τις αρχές και το σύστημα της δημοκρατίας. Η αντιδιαστολή της, ως ορθής πολιτείας, γίνεται έναντι της ημαρτημένης δημοκρατικής πολιτείας. Η ορθή «πολιτεία» έχει ως αντιλεκτική εκτροπή την δημοκρατία, όχι την ολιγαρχία ούτε την αριστοκρατία ή κάποια άλλη πολιτεία. Το γεγονός ότι, δεν αποκαλεί την «πολιτεία» του ορθή δημοκρατία, δεν υποδηλώνει προφανώς την ταξινόμησή της σε έναν άλλο τύπο πολιτείας, αλλά ως τον διαλεκτικό αντίλογο της δημοκρατίας. Ό,τι είναι η αριστοκρατία έναντι της ολιγαρχίας, είναι και η «πολιτεία» έναντι της δημοκρατίας. Πρόκειται για την ορθή δημοκρατία. Σε τελική ανάλυση, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η ορθή πολιτεία στο δίπολο με τη δημοκρατία, ταυτίζεται με την ορθή πολιτεία κατ’Αριστοτέλη.
Συνάγεται επομένως ότι, η προβληματική του Αριστοτέλη για τη συγκρότηση της κατ’αυτόν  ορθής πολιτείας, καλείται ουσιαστικά να απαντήσει στο ερώτημα, πώς θα γίνει εφικτή η επαναφορά της δημοκρατίας στον ορθό δρόμο. Με λίγα λόγια, η πολιτεία του Αριστοτέλη, υιοθετεί εξ ολοκλήρου το αξιακό, κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό υπόβαθρο της δημοκρατίας, την οποία όμως επιχειρεί να αναμορφώσει με μέτρο τη μεσότητα.
2. Θα επικεντρώσω την προσοχή μου στις κυριότερες από τις αξιακές και πολιτικές επιλογές του Αριστοτέλη για να τεκμηριώσω τον συλλογισμό μου.
Πρώτον, υιοθετεί εξ ολοκλήρου τον σκοπό της δημοκρατίας, ήτοι την καθολική (σωρευτικά την ατομική, την κοινωνική και την πολιτική) ελευθερία. Η ελευθερία, ορίζεται κατά τον τρόπο της δημοκρατίας, ως αυτονομία, δηλαδή, ως αυτοκαθορισμός του βίου, με πρόσημο, «το μη άρχεσθαι υπό μηδενός». Θεωρεί την καθολική ελευθερία ως την προσήκουσα αξιωματική αρχή του ολοκληρωμένου ανθρωποκεντρικά κοινωνικού όντος και την μόνη που είναι, αφ’εαυτού της, ικανή να διασφαλίσει τη σταθερότητα της πολιτείας στις ημέρες του.
Στο κοινωνικο-οικονομικό πεδίο, η εμπραγμάτωση της ελευθερίας συνδυάζεται με δύο καταστατικές προϋποθέσεις: δεν υιοθετεί ως συνάδον ιδίωμα του πολίτη, την εξάρτηση από την ανάγκη (τη φτώχεια) και, συγχρόνως, την εξάρτηση στον τομέα της εργασίας. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι αποδέχεται μεν, όπως και η δημοκρατία, την ολιγαρχική θεμελίωση του οικονομικού συστήματος (την μη εισαγωγή της δημοκρατικής αρχής σε αυτό). Πλην όμως, την συνοδεύει με το αξίωμα της εξόδου του πολίτη από την οικονομική διαδικασία. Διότι μόνον έτσι εκτιμάται ότι είναι δυνατόν να επιτευχθεί η κοινωνική ελευθερία του πολίτη. Όντως, η «συμβατική» εξάρτηση του πολίτη από τον ιδιοκτήτη του οικονομικού συστήματος, ισοδυναμεί με την εκχώρηση ελευθερίας και συνακόλουθα, με την περιαγωγή του, στη θέση του δούλου. Η παραγωγική διαδικασία, εκεί όπου απαιτεί την εξαρτημένη εργασία, καλείται να προστρέξει στην ώνια εργασία/δουλεία.
Έχοντας ο πολίτης επιλύσει, το ζήτημα της κοινωνικής/οικονομικής εξάρτησης, προβάλει το ερώτημα στον Αριστοτέλη, πώς θα συμμετάσχει στην αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος, αφού δεν συμβάλει στην παραγωγή του; Στο σημείο αυτό, ο Σταγειρίτης προστρέχει στο επιχείρημα της δημοκρατίας, υιοθετώντας την αρχή της σχόλης. Η σχόλη, υπεισέρχεται ως θεμέλια αρχή της αριστοτελικής πολιτείας. Θα επισημάνει μάλιστα ότι, η σχόλη δεν επιλύει μόνο το πρόταγμα της κοινωνικής ελευθερίας αλλά αποτελεί επίσης, την καταστατική βάση της πολιτικής ελευθερίας. Διότι το «καλώς σχολάζειν» αξιολογείται ως προϋπόθεση του «καλώς άρχειν».  
 Στο πολιτικό πεδίο, η εμπραγμάτωση της ελευθερίας, διέρχεται από την εγκαθίδρυση μιας πολιτείας, η οποία εισάγει την κοινωνία των πολιτών ως την κυρία θεσμική παράμετρο, στη λειτουργία της. Ο Αριστοτέλης, συντάσσεται εν προκειμένω, με την αξιωματική αρχή της δημοκρατίας, η οποία απορρίπτει εξ ορισμού τη συγκρότηση της πολιτικής, με μέτρο την αυτόνομη πολιτική εξουσία (το ανήκειν του πολιτικού συστήματος στο νομικό πλάσμα του κράτους, που αποδίδει η αρχή της πολιτικής κυριαρχίας). Η πολιτική ελευθερία διασφαλίζεται μόνον εάν η κοινωνία των πολιτών μεταλλαχθεί σε πολιτική κοινωνία και ενδυθεί την κυρία αρμοδιότητα της πολιτείας (δήμος).  
Ο πολίτης, στην «πολιτεία» του Αριστοτέλη, είναι ο πλήρης πολίτης της δημοκρατίας. Εξού και εισάγει ως θεμέλια προϋπόθεση της πολιτειότητας την απλή ιδιότητα του ελεύθερου ατόμου (που ανήκει στην κοινωνία της πόλης), χωρίς τις συνοδές προϋποθέσεις ή περιορισμούς που εγείρει η ολιγαρχία. Επιπλέον, ο Σταγειρίτης επισημαίνει ότι ο πολίτης για να άρχει καλώς, πρέπει διασφαλίζει δια της πολιτείας, τα προς το ζην αναγκαία (την οικονομική του αυτάρκεια). Εν αντιθέσει προς την ολιγαρχία, που αφήνει τη μέριμνα αυτή στον πολίτη. Η λύση για την κοινωνική υποστήριξη της ατομικής ελευθερίας και περαιτέρω, της πολιτειότητας, διαφοροποιείται εντούτοις, στον χρόνο. Στην εποχή της πρωτο-ανθρωποκεντρικής μετάβασης, το ζήτημα αυτό επιλύθηκε, όπως μας πληροφορεί, με τον αναδασμό της γης και την σεισάχθεια. Στην φάση που διέρχεται η εποχή του, διακρίνει την επίλυσή του με μέτρο τη σχόλη. Δηλαδή, στην πολιτική μισθοφορία για την θητική τάξη. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται συχνά στη σχόλη, την οποία διασφαλίζει η πολιτική μισθοφορία: είτε αυτή προκύπτει από την άσκηση των επώνυμων αρχών[2] είτε από την συμμετοχή στις ανώνυμες αρχές (στην εκκλησία, στην Ηλιαία κλπ). Η πολιτική μισθοφορία, πέραν του ότι, αποτελεί τη δικλείδα ασφαλείας για την κοινωνική και πολιτική ελευθερία του πολίτη, εγγυάται επίσης την κοινωνική συνοχή, αφού αποτρέπει την έσχατη φτώχεια που μεταβάλει την θητική τάξη σε εχθρό της πολιτείας και προσάρτημα, όπως θα υποστηρίξει, των δημαγωγών. Υπό τον όρον ότι, δεν διέρχεται από τη «δήμευση» της περιουσίας των πλουσίων.
Με την επιφύλαξη αυτή ο Σταγειρίτης, επιχειρεί να συνδυάσει την γενική αρχή της σχόλης με την εγκατάσταση μιας κοινωνικο-οικονομικής ισορροπίας στην πόλη, η οποία θα αποτρέπει την ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας. Διότι η τελευταία, είναι το αποτέλεσμα της ολικής επικράτησης της θητικής τάξης, η οποία τροφοδοτεί, αφενός την κυριαρχία των δημαγωγών, με ότι αυτό συνεπάγεται για την λειτουργία του όλου, και αφετέρου, την εξώθηση της τάξης των γνωρίμων να επιζητήσει την ανατροπή της δημοκρατίας, ως της μόνης λύσης για τη διασφάλιση των συμφερόντων της.
Εδώ ακριβώς υπεισέρχεται η εμμονή του Αριστοτέλη, στη μεσαία τάξη, η οποία αποτελεί ουσιαστικά ένα μίγμα της τάξης των γεωργών και της μεσότητας στην κατανομή του πλούτου. Η τάξη των γεωργών, μπορεί κατ’αυτόν, να λειτουργήσει ως ρυθμιστική δύναμη μεταξύ της θητικής τάξης, που με κίνητρο τη σχόλη, έχει την τάση να εξωθεί προς τη ριζοσπαστική δημοκρατία, και την ολιγαρχία που μηχανεύεται την ανατροπή της. Η ρυθμιστική αυτή λειτουργία του μεσαίου κοινωνικού χώρου, είναι εφικτή, στο μέτρο που η τάξη των γεωργών, μπορεί να αποτελέσει μια εξ αντικειμένου δύναμη εξισορρόπησης. Επειδή τα μέλη της δεν έχουν το χρόνο (λόγω των ασχολιών τους και της απόστασης που τους χωρίζει από την Πνύκα) να συνεδριάζουν σε πυκνό ρυθμό εν δήμω. Με τον τρόπο αυτόν, αφήνεται στις αρχές/αξιώματα η δυνατότητα να διατηρήσουν μια μεγαλύτερη πολιτική αρμοδιότητα, στην λειτουργία του πολιτεύματος[3].
Αυτό, στο οποίο αποβλέπει ο Αριστοτέλης, είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η τάξη των γνωρίμων να συμφιλιωθεί με τη δημοκρατία και να πάψει να θεωρεί την ανατροπή της και την επιβολή της ολιγαρχίας ως τη μοναδική εναλλακτική λύση για την δική της θέση στην πολιτεία. Εκτιμά δε ότι τούτο είναι εφικτό, χωρίς να υπονομεύει τη θεμέλια βάση της δημοκρατίας, μέσω ενός πραγματικού συμβιβασμού, που θα προέλθει από την κοινωνική αναδιάταξη της πόλης, δηλαδή με την ρυθμιστική παρουσία της μεσαίας τάξης. Έτσι, θα επιφυλαχθεί στις αρχές μια ικανή πολιτική αρμοδιότητα, που θα ικανοποιεί την φιλοδοξία της τάξης των γνωρίμων να ηγείται και να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα. Είναι προφανές ότι ο Αριστοτέλης δεν αναζητεί την ειρήνευση στις πόλεις σε λύσεις που αναπέμπουν, όπως προείπαμε, σε μια άλλη εποχή ή σε ένα ιδεώδες πολιτειακό σχήμα. Είναι πεπεισμένος ότι, η λύση ενυπάρχει στην μετριοπαθή δημοκρατία, την οποία βίωσε στα πρώτα χρόνια της ζωής του, στην Αθήνα. Άλλωστε, θα επισημάνει κάπου στα Πολιτικά, και οι ολιγαρχίες στην εποχή του προσομοιάζουν στη δημοκρατία (η μικρά δημοκρατία) με τη διαφορά ότι επιφυλάσσουν την ιδιότητα του πολίτη (την πολιτειότητα) σε όσους διαθέτουν το αναγκαία περιουσιακό «τίμημα».
3. Στην πολιτεία αυτή, η κυρία πολιτική αρμοδιότητα –η πολιτική κυριαρχία, όπως αποκαλείται χωρίς να ακριβολογεί, στις ημέρες μας- αφήνεται στην κοινωνία των πολιτών, που θεσμοθετείται ως δήμος, δηλαδή ως πολιτική κοινωνία. Η επιλογή αυτή του Αριστοτέλη, κρίσιμη για τη διάγνωση της θέσης του έναντι της δημοκρατίας, προκύπτει από πλήθος παραδοχών του ιδίου, που διατρέχουν το σύνολο του έργου του. Όμως, κορυφαία στιγμή του επιχειρήματός του, είναι η εντομολογική αιτιολόγηση της δημοκρατικής αρχής -σε αντιδιαστολή με την αναίρεση του αξιώματος της ολιγαρχίας-, σχετικά με το ερώτημα του, ποιος είναι ο καλύτερα τοποθετημένος να κατέχει την κυρίαν πολιτική αρμοδιότητα στην πόλη.
Οι πολλοί θα απαντήσει, αναντιλέκτως, για τρεις ουσιώδεις λόγους:
Ο πρώτος, διότι η γνώση των πολλών δεν αποδίδει την άποψη ενός εκάστου, η οποία πιθανόν να είναι κατώτερη εκείνης του επαΐοντος, ούτε το άθροισμα της γνώμης των μελών της εν δήμω κοινωνίας. Είναι το καταστάλαγμα της σοφίας όλου του δήμου, που απορρέει από τη διαβουλευτική διαδικασία.
Ο δεύτερος, επειδή οι ολίγοι και επαΐοντες είναι μάλλον βέβαιον ότι θα κατευθυνθούν στις αποφάσεις τους, εν συνειδήσει ή όχι, προς την ικανοποίηση του συμφέροντος των ομοίων τους ή του ιδίου αυτών συμφέροντος, και όχι αναγκαστικά προς το κοινό συμφέρον.
Ο τρίτος, διότι, στην απόφανση αυτή συντρέχει επίσης το αξιακό επιχείρημα της καθολικής (και, εν ολίγοις, της πολιτικής) ελευθερίας. Ο Αριστοτέλης συνεκτιμά ως θεμελιώδη την αξιακή αυτή παράμετρο για την εποχή του ως εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση, και κατ’επέκταση, για τη σταθερότητα της πολιτείας. Διότι, όπως θα πει, αναφερόμενος στη μεταρρύθμιση του Σόλωνα, εάν το πλήθος δεν μετέχει της πολιτικής διαδικασίας, θα συναγάγει ότι δεν είναι ελεύθερο. Ώστε, η ατομική ελευθερία δεν επαρκεί όπως άλλοτε, για να θεωρήσει κανείς ότι είναι ελεύθερος. Απαιτείται και η πολιτική ελευθερία (η αυτονομία ή αυτοκυβέρνηση) που ως σκοπός υποστασιοποιείται μόνο με την ενσάρκωση της πολιτείας από τον δήμο.
Εάν επιχειρήσουμε να προεκτείνουμε τον συλλογισμό αυτόν του Αριστοτέλη, θα οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι, διακρίνει μεταξύ του καταμερισμού των έργων που είναι αναγκαίος σε μια κοινωνία (λχ η ανάγκη του γιατρού, του μηχανικού κλπ) και εκείνου που συνεπάγεται συμβάσεις οι οποίες υφαίνουν σχέσεις εξάρτησης, και οδηγούν συνακόλουθα, στην αναίρεση της ελευθερίας. Ο Σταγειρίτης, απορρίπτει συγκεκριμένα την αρχή του καταμερισμού των έργων στα πεδία της κοινωνικο-οικονομικής και της πολιτικής ζωής, αφού σε αυτά, κρίνεται το διακύβευμα της ελευθερίας. Ούτως ή άλλως, η βεβαιότητά του ότι η γνώμη των πολλών είναι αξιολογικά ανώτερη από την γνώμη των ολίγων, στο ζήτημα του σκοπού της πολιτείας, τοποθετείται στον αντίποδα της αρχής αυτής. Στο ίδιο αυτό κλίμα, ο Αριστοτέλης αντιπαρέρχεται, εν αντιθέσει προς τον Πλάτωνα, το επιχείρημα της πολυπλοκότητας, το οποίο προέβαλλαν επίσης οι ολιγαρχικοί, για να απορρίψουν τη συμμετοχή της θητικής τάξης και των «βαναύσων» επαγγελμάτων στην πολιτεία. Συνάγω ότι η πολυπλοκότητα γι’αυτόν, δεν αποτελεί έναν εξ αντικειμένου λόγο. Συνδέεται με το βαθμό ωρίμανσης ή αλλιώς, χειραφέτησης της κοινωνίας των πολιτών. Ο Ξενοφών θα απλουστεύσει τη διατύπωση του διακυβεύματος αυτού της πολιτικής ελευθερίας, με την επισήμανση ότι, «ο λαός δεν ενδιαφέρεται να κυβερνάται καλά, αλλά να είναι ελεύθερος».
Η εφαρμογή της θεμελιώδους αυτής δημοκρατικής αρχής –αναφέρομαι στην καθολική ελευθερία και, περαιτέρω, στην ενσάρκωση της πολιτείας από τον δήμο- δεν τελεί, στη σκέψη του Αριστοτέλη, υπό θεσμικούς ή άλλους περιορισμούς. Επιζητεί απλώς, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, τις αναγκαίες εκείνες κοινωνικές ισορροπίες, που θα επιτρέψουν στην πολιτεία να απορροφά τις αντιθέσεις και να επιτυγχάνεται η συνοχή της πόλης.
Για την επίτευξη του σκοπού της ορθής (δημοκρατικής) πολιτείας, ο Σταγειρίτης επικαλείται τη συνδρομή και άλλων παραμέτρων, που υπερβαίνουν την ιστορική αντιπαλότητα της δημοκρατίας με την ολιγαρχία. Αναφέρω ενδεικτικά δύο από αυτές, τις πιο σημαντικές:
Η πρώτη, αφορά στο επικοινωνιακό σύστημα. Ο Αριστοτέλης αφιερώνει πολύ χρόνο στο ζήτημα αυτό, που συνδέεται με το μέγεθος της πόλης. Η πόλη, θα πει, δεν πρέπει να είναι ούτε πολύ μικρή, ώστε να μην είναι αυτάρκης, ούτε πολύ μεγάλη, καθώς τότε θα αναιρείτο η επικοινωνιακή προϋπόθεση της δημοκρατίας. Διότι ποιος θα διέθετε τη στεντόρεια φωνή, να ασκεί τη ρητορική λειτουργία εν δήμω;
Η δεύτερη παράμετρος εστιάζεται στο ζήτημα της πολιτικής παιδείας. Χωρίς να επιμείνω στο μείζον αυτό διακύβευμα, που απασχολεί εντόνως τον Σταγειρίτη, επισημαίνω απλώς την προτίμησή του στην παιδεία της ορθής πολιτείας, που δεν είναι άλλη από εκείνη της μέσης δημοκρατίας. Την οποία πολιτική παιδεία ο Σταγειρίτης ορίζει ως το «έθος και την αγωγήν [του] πολιτεύεσθαι δημοτικώς»[4]. Η παιδεία αυτή, εγγυάται τη συνάντηση όλων στο σκοπό του κοινού συμφέροντος, ενώ συγχρόνως διασφαλίζει ένα περιβάλλον νομιμότητας για όλους, με πρόσημο τον εθισμό και την προσήλωση στο νόμο. Ο νόμος, είναι για τον Αριστοτέλη, ο φύλακας της ελευθερίας ενός εκάστου και το μέτρο για την θεραπεία του κοινού σκοπού της πολιτείας. 
4. Η εκδοχή αυτή της σχέσης του Αριστοτέλη με τη δημοκρατία, δεν θα ήταν ολοκληρωμένη εάν δεν τοποθετούσαμε την προβληματική του, σε διαλεκτική συσχέτιση με το διανοητικό και πραγματικό περιβάλλον της εποχής μας. Ο διάλογος αυτός, κρίνεται αναγκαίος διότι αγγίζει τον πυρήνα του δόγματος της νεοτερικότητας για τη δημοκρατία, αλλά και του ισχυρισμού της ότι, ο Αριστοτέλης συντάσσεται συνολικά εναντίον της και, συγκεκριμένα, εναντίον της ίδιας της δημοκρατικής αρχής.
Η άποψη αυτή, συγκρατεί από το επιχείρημά του, την κριτική που ασκεί στη ριζοσπαστική δημοκρατία και, κατά τούτο, στην ημαρτημένη δημοκρατία. Η γενίκευσή της επομένως, αντιλέγει στην αδιαμφισβήτητη, όπως είδαμε, επιλογή του υπέρ της ορθής (δημοκρατικής) πολιτείας. Το γεγονός ότι, αποκαλεί την ορθή δημοκρατία, απλώς «πολιτεία», δεν αντιλέγει στο ότι το σύνολο του αξιακού και θεσμικού οπλοστασίου της δημοκρατικής αρχής/πολιτείας, συγκαταλέγεται στις επιλογές του.
Από την άλλη, η ορθή δημοκρατική πολιτεία ή, απλώς, «πολιτεία» του Αριστοτέλη, έρχεται σε καταφανή αντίθεση προς το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας.
Πρώτον διότι, απουσιάζει από αυτό η δημοκρατική αρχή, ήτοι ο σκοπός της δημοκρατικής πολιτείας, που είναι η καθολική (σωρευτικά, η ατομική, κοινωνική και πολιτική) ελευθερία. Το νεοτερικό πολιτικό σύστημα, επιλέγει μονοσήμαντα την ατομική ελευθερία, προβάλλοντας ως αναιρετική της ελευθερίας αυτής, την πολιτική/κοινωνική ελευθερία[5]. Ορισμένοι μάλιστα, αρχής γενομένης από τους θυασώτες του δυτικο-ευρωπαϊκού διαφωτισμού θα ταξινομήσουν τη δημοκρατία στις απολυταρχίες, αγνοώντας το στοιχειώδες. Ότι η απολυταρχία όπως και ο ολοκληρωτισμός προϋποθέτουν όχι μόνο τη συγκέντρωση της απόλυτης εξουσίας στα χέρια κάποιου ή κάποιων αλλά και την ύπαρξη του υποκειμένου της κυριαρχίας. Εν προκειμένω της κοινωνίας. Εάν όμως η κοινωνία δεν είναι ιδιώτης, δηλαδή αποκλεισμένη από την πολιτεία, όπως συμβαίνει στη δημοκρατία, απουσιάζει το υποκείμενο της κυριαρχίας. Λογικά σκεφτόμενοι θα λέγαμε ότι θα ήταν παράδοξο η κοινωνία που ενσαρκώνει την πολιτεία υποβάλει εαυτήν σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Το ίδιο θα έπρεπε να δεχθούμε τότε αναλογικά και για τον απολυταρχικό ή τον ολοκληρωτικό άρχοντα!
Δεύτερον, διότι απουσιάζει, επίσης, η προϋπόθεση της δημοκρατικής πολιτείας, η πολιτική θέσμιση της κοινωνίας των πολιτών (ο δήμος) και η περιέλευση σ’αυτήν της κυρίας πολιτικής αρμοδιότητας. Θα έλεγα μάλιστα ότι, απουσιάζει από το νεοτερικό πολιτικό σύστημα ακόμη και η αντιπροσωπευτική αρχή, την οποία άλλωστε η σύγχρονη σκέψη επέλεξε να την ταυτίζει με τη δημοκρατία. Το πολιτικό σύστημα της εποχής μας, κατέχεται εξ αδιαιρέτου από το νομικό πλάσμα του κράτους, εν είδει ιδιοκτησίας, η δε κοινωνία υπέχει θέσιν ιδιώτου. Ο φορέας της πολιτικής εξουσίας είναι συγχρόνως εντολέας και εντολοδόχος.  Ο πολίτης, ως εκ τούτου, είναι υπήκοος του κράτους, όχι εταίρος της πολιτείας. Υπό το πρίσμα αυτό το πολιτικό σύστημα της εποχής μας δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Άλλωστε ή το ένα ή το άλλο θα ηδύνατο να είναι, καθώς η συνύπαρξη και των δύο στην ίδια πολιτεία μόνο με θαύμα θα ήταν εφικτή.
Ώστε, στην πολιτική τυπολογία του Αριστοτέλη, το σημερινό πολιτικό σύστημα ταξινομείται ως μια απλώς «εκλόγιμη» μοναρχία, δηλαδή στην κατηγορία της αυστηρά πρώιμης, μοναρχικά δομημένης ολιγαρχίας.
Με άλλα λόγια, ο Αριστοτέλης, επιλέγει αναντιλέκτως την μέση δημοκρατία ως την πλέον ορθή πολιτεία, προς την οποία αντιλέγει απολύτως η καθόλα ολιγαρχική νεοτερική σκέψη και πράξη.  
Από μια άλλη άποψη, η ανωτέρω προσέγγιση του Σταγειρίτη μας επαναφέρει στο θεμελιώδες πρόβλημα της εποχής μας. Την απουσία μιας θεμέλιας γνωσιολογίας, της οποίας πρωταρχικό καθήκον θα είναι η αποκάθαρση των εννοιών από τις ιδεολογικές αναγομώσεις με τις οποίες τις φόρτωσε από άγνοια, πολλάκις δε ηθελημένα η νεοτερικότητα. Η γνωσιολογία αυτή καλείται να δώσει απαντήσεις σχετικά με την εννοιολογία και την τυπολογία των κοινωνικών φαινομένων, τον εξελικτικό τους χρόνο, ήτοι μια κοσμοσυστημική περιοδολόγηση της κοσμοϊστορίας και, συνακόλουθα, την αυτοσυνείδηση σε ό,τι αφορά στο στάδιο που διέρχεται ο παρών ανθρωποκεντρικός κόσμος και την αποσαφήνιση των φάσεων του μέλλοντός του.     


[1] Ανακοίνωση στο Παγκόσμιο συνέδριο για τα 2400 χρόνια από τη γέννηση του Αριστοτέλη, στη Θεσσαλονίκη (ΔΙΚΑΜ/ΑΠΘ, 23-29/5/2016)
[2] Υπολογίζει ότι στην Αθήνα ζούσαν ως μισθωτοί στις υπηρεσίες του δήμου (πλην των «ανωνύμων» αρχών), πλέον των 35000 πολιτών.
[3] Δεν προκύπτει εάν ο Σταγειρίτης διέκειτο ευνοϊκά ή μη στην ιδέα της κλήρωσης των αρχών. Όντως, με την εκλογή των αρχών αφήνεται περισσότερος χώρος στους γνωρίμους. Ωστόσο, είναι μάλλον βέβαιο ότι διάκειται ευνοϊκά προς την συνοδικότητα των αρχών.

[4] Πολιτικά, 1292b, 11-18. Σχετικά, Γ.Κοντογιώργης, Η θεωρία των επαναστάσεων στον Αριστοτέλη, Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, 1982, σελ. 336 επ. Εντούτοις, συνεπής με την γενική προβληματική για τη σταθερότητα της πολιτείας, θα επισημάνει ότι κάθε πολιτεία για να διατηρηθεί στο χρόνο οφείλει να μεριμνά ώστε οι πολίτες της να εθίζονται στο πολιτεύεσαι κατά το «έθος και την αγωγήν» της.
[5] Παρέλκει να υπογραμμίσω επίσης ότι η νεοτερική επιστήμη διδάσκει ότι οι «Αρχαίοι» και συγκεκριμένα η δημοκρατία δεν γνώρισε την ατομική ελευθερία. Δεν αναλογίζεται προφανώς τι σημαίνει ο  ισχυρισμός αυτός. Ότι ο πολίτης ηδύνατο να αυτοκυβερνάται πολιτικά αλλά να παραμένει δούλος ή δουλοπάροικος!... Ή ενδεχομένως από τη στιγμή που κατέκτησε την πολιτική του αυτονομία (την κοινωνική και πολιτική ελευθερία) αποστέρησε από τον εαυτό του της ατομική ελευθερία. Να υποθέσουμε άραγε ότι ο πολίτης ως πολιτικά ελεύθερη οντότητα μετάβαλε εαυτόν σε δούλο του εαυτού του; Όπως έχω διδάξει πολλές φορές η ατομική ελευθερία μπορεί να υπάρξει μόνη της στην πρώιμη ανθρωποκεντρικά εποχή, όχι όμως η κοινωνική και η πολιτική ελευθερία. Οι οποίες προϋποθέτουν την βίωση ήδη της ατομικής ελευθερίας. Ομοίως όσο το άτομο διευρύνει το πεδίο της ελευθερίας στο κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό, τόσο και η ατομική ελευθερία διευρύνει το δικό της εύρος. Βλέπε σχετικά στο έργο μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Γ. Κοντογιώργης - Ο Ρήγας, η εποχή του και το μέλλον του σύγχρονου κόσμου




Γ. Κοντογιώργης - Ο Ρήγας, η εποχή του και το μέλλον του σύγχρονου κόσμου - 18.6.2016
Lo Mak
Ομιλία του Ομότιμου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Ο Ρήγας, η εποχή του και το μέλλον του σύγχρονου κόσμου», η οποία έγινε στις 18.6.2016, στο πλαίσιο Ημερίδας - Αφιερώματος στη διαχρονικότητα της σκέψης και των μηνυμάτων του Ρήγα Βελεστιλνή με θέμα «Ρήγας, ο οικουμενικός Έλληνας», που φιλοξένησε στους χώρους του το Ιστορικό Αρχείο - Μουσείο Ύδρας.

Κυριακή 26 Ιουνίου 2016

Georges Contogeorgis, L'Europe politique après le Brexit



L’Europe politique après le Brexit
Georges Contogeorgis, professeur de science politique à l'université Panteion d'Athènes et ancien ministre grec, tire les premières leçons du référendum britannique. A ses yeux, l'avenir va dépendre de la capacité de l'Allemagne à surmonter sa prétention hégémonique.
·  Le Brexit n’est pas un événement isolé. Il est intimement lié aux changements intervenus dans les rapports des forces au niveau de l’Europe politique qui a aboutit à l’imposition incontestable de l’hégémonie Allemande. La gestion de la crise grecque a été l’effet de l’institutionnalisation de l’intérêt des marchés comme finalité des politiques de l’Union ; et non pas un événement lié à la particularité de ce pays. La Grèce a été détruite par décision car on savait bien que si on réussit là aucun autre pay s n’osera pas contredire à la volonté de l’hégémon.
J’avais remarqué à plusieurs reprises que le problème de l’Europe est l’Allemagne et essentiellement le fait que ce pays n’a pas conscience des limites de la force (par exemple ici). De ce fait il n’a pas le sens du compromis. Ayant brutalement abusé de sa puissance, il n’a pas donné le temps nécessaire aux pays européens d’absorber sa volonté de puissance. En plus elle a méprisé la volonté des sociétés qui, plus que jamais, se sentirent mis à l’écart, toute autant que leurs intérêts de la politique de l’Union. Schaüble l’a déclaré à plusieurs reprises : les pays membres doivent s’incliner devant l’intérêt des marchés qui est exprimé authentiquement par la volonté Allemande. Ayant choisit la Grèce comme “Cheval de Troie” pour assiéger l’Europe a misé sur un mauvais cheval. J’ai déjà noté dans ces colonnes que la Grèce avait par son soubassement anthropocentrique une volonté de résistance sans mesure, et de ce fait la capacité de maintenir “ouvert” le problème, voire de l’exporter.
L’avenir de l’Europe politique est largement entre les mains de l’Allemagne et de ses alliés. Si elle ne tourne pas la page en tirant les conséquences, elle va entrainer l’Union à l’introversion et son rêve d’hégémonie à l’échec. Il est fort probable qu’elle ne tirera pas cette leçon, si bien que l’Europe risque, d’un espace de liberté et de prospérité, de devenir un club des prêts à s’incliner devant le souverain. Dans ce cadre, il s’agit de savoir si des pays comme la France se chargeront du devoir de former un noyau dur, seul capable de s’opposer à la volonté de puissance Allemande, avant qu’il ne soit trop tard.
Désormais, l’approfondissement de l’Europe s’oppose à la concentration des pouvoirs entre les mains de ceux (Bruxelles et les Conseils) qui ne jouissent même pas d’une légitimité populaire. Plus que jamais, il est indispensable que le système européen soit institutionnellement lié à l’intérêt, voire à la volonté de la société des citoyens. En dernière analyse, la transformation de l’Europe politique d’un simple système politique régit par le rapport des forces entre les pays membres, en supra-État dont le système politique sera destiné à tenir compte la volonté des sociétés, et par voie de conséquence à servir leur finalité, est une condition indispensable pour que l’Union se tourne vers l’avenir. Autrement, la dynamique centrifuge déclenché par la résistance grecque et ouverte par le référendum britannique, va s’accélérer. Avec pour résultat une Europe qu’on ne reconnaitra plus comme nôtre.
Analyse que je partage totalement. L'Allemagne porte la responsabilité des choix politiques de l'union par sa position dominante et je pense sincèrement que cela a pesé dans la décision des britaniques de quitter cette union. Ce qui s'est passé en Grèce a marqué durablement les esprits et provoqué la montée des nationalismes comme un peu partout. La France quand à elle est à genou pour des raisons évidentes de mauvaises gestions politiques et industrielles conduites par des gens compromis et au service de la rente actionnariale qui n'ont cessé de dévaloriser son modèle social comme on le voit encore aujourd'hui avec le gouvernement Valls et sa loi travail. Dévalorisation constante et culpabilisante en comparaison des exemples anglais dans un premier temps dont on mesure aujourd'hui combien il était fondé et ensuite à celui justement de de l'Allemagne qu'on découvrira tout aussi malsain dans quelques temps. Vous aurez compris qu'il n'y a rien à attendre de Hollande qui restera le plus grand gâchis de la 5ème république et malheureusement, les chances de voir un Mélenchon, seul pour l'instant capable de ranimer les principes fondateurs de la république et de créer une nouvelle constitution sont loin d'être au rendez-vous pour des raisons qui ne dépassent pas le simple "j'aime-j'aime-pas" sur sa personnalité. Cette gauche ira jusqu'à la catastrophe Le Pen plutôt que de considérer l'intérêt général dans son réflexe d'amant toujours trompé, qui jure que jamais on ne l'y reprendra plus et qui campe sur son quand à soi plutôt que de prendre le risque de voir ses cornes de cocu s'agrandir. C'est aussi la deuxième responsabilité définie par la vassalisation consentie par les élites de ce pays, trahissant son âme pour un intérêt à court terme, accoutumé comme un junky à sa dope au bien-faits d'une monnaie spéculative inespérée pour la réalité de son économie. 
*****
Je suis tout à fait d'accord avec cette analyse sauf une réserve.
Je cite: "Avec pour résultat une Europe qu'on ne reconnaîtra plus comme nôtre".

Pourquoi conjuguer au furtur? Pour des millions d' Européens, cette Europe n'est plus la leur (la nôtre)!

Nos très coûteuses élites politiques françaises et européennes préféreront toujours la droite extrême ou l'extrême droite que le bien être des classes populaires.
Et pourquoi faudrait-il que la France soit « la nôtre » ? Ce n’est pas la mienne en tout cas.
Ainsi donc, voilà la source de tous nos maux : l’Allemagne.  Le problème de la France, ce n’est évidemment pas d’être dirigé par Hollande-Valls, non, le problème, c’est Merkel. Bref, c’est toujours la faute aux autres.
L'auteur du billet est Grec. Il n'a aucune raison de se positionner par rapport au cas français. Son propos est parfaitement pertinent.

Nous ne sommes pas encore "après le Brexit".
Il y a une pression immense outre-manche dans les médias, dans les milieux de la finance, et chez les politiques en faveur d'un nouveau référendum.
Il faut d'autre part, que le parlement Gb entétine ce vote, et ce ne sera pas forcément le cas, beaucoup de MP s'apprêtent à ne pas tenir compte des résultats du référendum.
Entendu ce matin sur France Inter, une partie des Londoniens demande à être indépendante du Royaume "Uni" ; on hésite, est-ce un extrait de Ubu roi ou d'En attendant Godot ? Je dois avouer que cette nouvelle m'a amusée. La city a visiblement chaud aux fesses : citexit !
le problème allemand est double: d'une part- c'est un peuple vieillissant, d'autre part les élites allemandes sont sous influence. Soumission aux multinationales et à l'administration américaine.
Le peuple allemand est plutôt antiaméricain. Les politiques d'austérité bouleversent la société allemande, elles ont créé une nouvelle pauvreté de masse.
La sociale démocratie est en faillite. A court terme l'avenir est sombre.
Si un noyau dur de pays européens proposaient une autre politique: primat de la démocratie, rupture avec la financiarisation, changement de valeur: solidarité remploacerait concurrence, rupture avec l'OTAN,  une politique d'alliance avec la Russie, une grande partie de la population allemande suivrait.
Mémoire et réalité des actes - Un fait depuis bien des décennies:
Certains pays, certains politiques, certaines familles avec des liens ont une idéologie politique qu'ils font perdurer, qu'ils imposent, dictent à l'Europe; une doctrine nocive, qui nie la vie elle-même depuis des décennies (beaucoup furent démasqués, malheureusement des traîtres les ont blanchis et leurs ont donnés le pouvoir).
Les citoyens, les politiques, avec une conscience et une éthique, au lieu de leur obéir aveuglément aujourd'hui feraient bien de les rejeter, de les mettre en lumière et de les faire condamner (tous ceux qui soutiennent ouvertement ou officieusement ces criminels: ils sont et seront toujours coupables, le monde le sait et ne l'oubliera pas - ils pensent que leur pouvoir peut effacer la mémoire collective, ils ont un esprit trop étriqué pour comprendre que cela est impossible).
Un peu de cran et de respect...
maintenant, il faut sortir nos politiques de nos vies, tous ceux qui sont responsables depuis des décennies de cette logique libérale,  cette logique qui en fait l'addition du chomage,  du travail précaire, de la misère des sans abris !!!!
Dehors tous ces menteurs qui n'ont que le pouvoir en tête et leur réelection !!!! il faut les arrêter, sinon ils vont aller au bout de leur logique !!!!! et là malheur à nous
Et surtout dénoncer ces médiats que ce soit la TV la Radio, les journaux qui sont la transmission du pouvoir en place .
Pour tout ça, il faut lancer une pétition nationnale dénoncer tout ce pouvoir en place
   
Cette analyse pose, fort justement, les points sur lesquels l’Europe a échoué et s’échoue. Elle a échoué sur la démocratie, le social, l’équité envers les peuples. Elle n’a réussi que sur la paix. C’était suffisant en période de stabilité mondiale qu’était l’équilibre de la guerre froide. Ce n’est plus le cas aujourd’hui dans la mondialisation.
L’Europe s’est échouée dans les marais du néolibéralisme où la finance et les multinationales l’ont poussée. Une chose écrite dès ses débuts, comme l’a bien développé le livre de Dardot et Laval, « Ce cauchemar qui n’en finit pas » à La découverte.
Elle s’est échouée dans les pratiques malsaines de ses institutions imparfaites. Arrangements entre pays, règles contraignantes de l’unanimité sur des questions essentielles à résoudre, comme la fiscalité, poids excessif d’une caste de fonctionnaires privilégiés à Bruxelles, etc. Et surtout dans une absence de démocratie au profit d’intérêts privés mondialisés, comme la députée européenne Eva Joly le décrit si clairement en 150 pages de son livre « Le loup dans la bergerie » publié par Les Arènes, ,le loup étant celui qui n’aurait jamais du être placé à la tète de l’Union Européenne, Jean-Claude Juncker. Il est l’homme qui a mis en place au cœur du développement du Luxembourg les turpitudes fiscales qui en ont fait le plus grand paradis fiscal, lequel ne peut figurer sur la liste officielle de ces derniers, puisque cette liste ne prend en compte que les pays non européens.. On pourra donc, peut-être y mettre la City, elle même le cœur d’un réseau de paradis dans le monde. D’ailleurs, Anne Michel vient d’écrire un article dans le Monde du 26 titré : « Londres, futur paradis fiscal en Europe ? ».
Comme l’a écrit Eva Joly avant que le Brexit l’ait emporté « Une autre voie doit être ouverte ».