Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Ελληνικό έθνος και ιδεολογικός μεταπρατισμός



 
Γιώργος Κοντογιώργης, Ελληνικό έθνος και ιδεολογικός μεταπρατισμός
Δημοσιεύθηκε 2 Μαρτίου 2018 - Γιώργος Κοντογιώργης 39
 
Η ιστορική σχολή που ερμηνεύει την εξέλιξη του ελληνικού κόσμου με τον ιδεολογικό μεταπρατισμό του μοντέλου της Εσπερίας ενοχοποιεί την κοινωνία και αποδίδει θεωρεί το έθνος κατασκευή του κράτους.
Γράφει ο Γιώργος Κοντογιώργης  – 
Οι Έλληνες των κοινών/πόλεων στις συνθήκες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βίωναν την θεσμική υποστασιοποίηση της κοινωνίας στην πολιτική διαδικασία (αντιπροσώπευση, δημοκρατία κλπ), την οποία ο κατακτητής αναγκάσθηκε να αποδεχθεί, πρωταρχικά διότι υπάκουε στην αρχή της ανθρωποκεντρικής ανωτερότητας. Και σε κάθε περίπτωση να ανεχθεί επειδή εμπεριείχε το στοιχείο του συμφέροντος γι’ αυτόν.
Το πρόταγμα του Ρήγα, ο οποίος προέκρινε την οικουμενική κοσμόπολη και στο πλαίσιό της τη δημοκρατία, από τα κοινά και τις συμπολιτειακές περιφερειακές ενώσεις τους έως την κεντρική Πολιτεία, εμπνεόταν προφανώς από την ελληνική οικουμένη των κοινών. Όπως ακριβώς και τα συνταγματικά κείμενα της Επανάστασης.
Το αδιέξοδο της ιδεολογικά διατεταγμένης και, καταφανώς, ανιστορικής σχολής σκέψης, που βλέπει την Ελλάδα μέσα από το εσπεριανό πρότυπο, γίνεται πασιφανές μέσα από την αγωνία της να διαψεύσει τις πηγές και να ισχυρισθεί ότι οι Έλληνες δεν είχαν συνείδηση εθνικής κοινωνίας πριν από την Επανάσταση. Συγχέουν, χωρίς άλλο, το αδιαμφισβήτητο γεγονός της εθνογενετικής διαδικασίας στην Εσπερία και, επέκεινα, στον κόσμο, που εμφανίζεται σιγά σιγά με τη μετάβαση από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, με το έθνος ως κοινωνικό και κατ’ επέκταση, ως ιστορικό φαινόμενο.
Πολιτικό και πολιτισμικό
Το έθνος ως συνείδηση κοινωνίας, αποτελεί ένα μοναδικά ανθρωποκεντρικό φαινόμενο, το οποίο εμπεριέχει δύο θεμέλια στοιχεία: το πολιτισμικό και το πολιτικό. Η ανθρωποκεντρική φυσιολογία του έθνους διαψεύδει μια σειρά από ισχυρισμούς της νεοτερικής ιδεολογίας στο ζήτημα αυτό:
  • Πρώτον, ότι το έθνος είναι νεοτερική επινόηση, καθώς απαντάται σε κάθε ανθρωποκεντρικώς ζώντα κοινωνικό οργανισμό, όπως εν προκειμένω στον Ελληνισμό.
  • Δεύτερον, ότι το έθνος είναι επινόηση του κράτους. Το έθνος στις εσπεριανές κοινωνίες γεννήθηκε μεταξύ των ανθρωποκεντρικών θυλάκων της περιόδου της κρατικής δεσποτείας, δεν το κατασκεύασε το κράτος.
  • Τρίτον, το έθνος δεν είναι τεχνητό δημιούργημα που προόρισται να εκλείψει άμα τη εξαφανίσει του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας. Και τούτο διότι ως κοινωνικό φαινόμενο υπάρχει επειδή η ελευθερία του συλλογικού ανάγεται στην συνείδηση κοινωνίας, δηλαδή στον συνεκτικό ιστό που υφαίνεται γύρω από τις πολιτισμικές αναγωγές της συλλογικής ταυτότητας.
Το μέλλον επιφυλάσσει για τις κοινωνίες το τέλος του κράτους/συστήματος όχι το τέλος του έθνους, την μετάθεση της ευθύνης για το έθνος στην κοινωνία, αντί των νομέων του κράτους. Ώστε, το πολιτικό στοιχείο είναι αυτό που μεταβάλει μια εθνοτική κοινότητα σε έθνος. Το περιεχόμενο του πολιτικού του προτάγματος, ωστόσο, δεν είναι μονοσήμαντο. Διαφοροποιείται στον ανθρωποκεντρικό χρόνο και, προφανώς, αναλόγως με την κοσμοσυστημική κλίμακα.
Τούτο γίνεται εμφανές στην περίπτωση του προ-εθνοκρατικού Ελληνισμού, οπότε το πολιτικό πρόσημο του έθνους απέδωσε η έννοια του Γένους. Το Γένος, με την σημερινή εννοιολόγηση αποδίδει το πολιτικό πρόταγμα του έθνους κοσμοσυστήματος. Η εθνική ελευθερία των Ελλήνων ανάγεται στον κοσμοσυστημικό του χρόνο σε διακύβευμα περί την ελευθερία των πόλεων ή, μετά από μια στιγμή, σε κοσμοπολιτειακό συμβολισμό, με σημείο αναφοράς την μητρόπολη.
Ενοχοποίηση του παρελθόντος
Η ίδια σχολή σκέψης, μολονότι ενοχοποιεί το παρελθόν της ελληνικής κοινωνίας για την κακοδαιμονία της, δηλαδή για τις αρνητικές επιδόσεις του κράτους, από την άλλη αρνείται την όποια συνέχεια της κοινωνίας του νεοελληνικού κράτους με εκείνη της προεπαναστατικής περιόδου. Πολλώ μάλλον αφού φθάνει μέχρι του σημείου να απορρίπτει ακόμη και την εθνική ιδιοσυστασία της προεπαναστατικής κοινωνίας, την οποία αποκαλεί απλώς ελληνόφωνη.
Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι τόσο ότι η σχολή αυτή «διαψεύδει» τις πηγές που επιβεβαιώνουν αδιατάρακτα την εθνική συνείδηση κοινωνίας των Ελλήνων, αλλά η ιδεολογική της στόχευση. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο επιχειρείται με την επιλογή αυτή είναι να αποφευχθεί η σύγκριση των πεπραγμένων του ελληνικού έθνους του κράτους με τον Ελληνισμό του έθνους κοσμοσυστήματος. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε συντριπτικά συμπεράσματα για τις ευθύνες του συγκεκριμένου κράτους /συστήματος για την ελληνική κακοδαιμονία.
Το ζήτημα αυτό, μας φέρνει, επομένως αντιμέτωπους με το ερώτημα εάν η ιστόρηση του Ελληνισμού θα γίνει με γνώμονα τα πεπραγμένα του έθνους, ή με εκείνα του κράτους, το οποίο εξέφρασε το ουσιώδες της ελληνικής κοινωνίας, μόλις στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Διότι, σε τελική ανάλυση, η ιστόρηση του Ελληνισμού με βάση τα πεπραγμένα του κράτους, εμφανίζουν μια κοινωνία με “τριτοκοσμικά” χαρακτηριστικά, εκείνα του “εθνικού” κράτους.
Αντιθέτως, η ιστόρηση του Ελληνισμού με γνώμονα τα πεπραγμένα της ελληνικής κοινωνίας, εμφανίζει ένα «τριτοκοσμικό» κράτος να δυστυχεί μια κοινωνία με υψηλού διαμετρήματος ανθρωποκεντρική ανάπτυξη. Διότι αυτό που συνέβη ήταν, στο όνομα του “εξευρωπαϊσμού”, το κράτος της νεοτερικότητας, το απολυταρχικό και στη συνέχεια το κυρίαρχο κράτος, να οπισθοδρομήσει την ελληνική κοινωνία, από την ανθρωποκεντρική φάση της οικουμένης σε εκείνη της κρατικής δεσποτείας ή, έστω, του πρώιμου ανθρωποκεντρισμού.
Οι δυνάμεις της δεσποτείας
Εν προκειμένω συντρέχει αφενός η σύγχυση ανάμεσα στην μοναδική πρωτοτυπία της μετάβασης στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα και στην εντελώς πρώιμη ανθρωποκεντρική αφετηρία της νεοτερικότητας. Αφετέρου, η άγνοια του γεγονότος ότι η μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα δεν έθετε ως προϋπόθεση την οπισθοδρόμηση αυτή.
Έγινε αναπόφευκτη από τη στιγμή που ο Ελληνισμός ηττήθηκε από τις δυνάμεις της δεσποτείας και την ηγεσία της ανθρωποκεντρικής μετάβασης ανέλαβε η τελευταία. Η οποία, όχι μόνο αδυνατούσε να συλλάβει και προφανώς να οικειοποιηθεί το ανθρωποκεντρικό διακύβευμα της οικουμένης που βίωνε δίπλα της ο ελληνικός κόσμος, αλλά και επέβαλε σ’ αυτόν την μεταστέγασή του στη δεσποτική της ορθοταξία.
Εάν επομένως καταλογίσουμε στην ελληνική κοινωνία ότι δεν διήλθε από την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό κλπ, είναι σαν να της προσάπτουμε ότι κακώς δεν εξέπεσε από τον ανθρωποκεντρισμό -που βίωνε αδιατάρακτα στο περιβάλλον της πόλης/κοινού- στη φεουδαρχία για να χρειασθεί μέσα από τα στάδια αυτά να την αποσείσει. Με άλλα λόγια, η αγνόηση του γεγονότος ότι ο Ελληνισμός σταδιοδρόμησε έως τη μετάβασή του στο κράτος έθνος σε περιβάλλον ανθρωποκεντρικής οικουμένης με θεμέλια κοινωνία την μικρή (κοσμοσυστημική) κλίμακα της πόλης, αποτελεί κεφαλαιώδες όσο και ασύγγνωστο ατόπημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: