Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Γ.Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2007, σελ. 824.

6. ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, σελ.744-762)

α. Διαφθορά και πολιτική ιδιοποίηση. Η ηθική και η πολιτική προσέγγιση

Το ζήτημα της διαφθοράς αποτελεί επιμέρους παράγραφο που ανάγεται στο μείζον κεφάλαιο της ιδιοποίησης της πολιτικής, ειδικότερα δε του «δημοσίου» χώρου και, συγκεκριμένα, της οικονομικής πτυχής του κράτους. Η ιδιοποίηση της πολιτικής συντρέχει, με τη σειρά της, σε σχέση με τον φορέα της πολιτικής έναντι του οποίου το πολιτικό σύστημα δεν έχει άμεση ή έμμεση «ιδιοκτησιακή» θεμελίωση. Δεν τίθεται θέμα ιδιοποίησης της πολιτικής και, περαιτέρω, διαφθοράς, εκ μέρους του φορέα της πολιτικής εξουσίας, εάν ο τελευταίος ενσαρκώνει, δυνάμει ενός πρωτογενούς δικαιώματος, το πολιτικό σύστημα. Ο δεσπότης, στην ιδιωτική (πχ στο φέουδο) ή στην κρατική (στην ασιατικού τύπου) δεσποτεία, και, οπωσδήποτε, ο δήμος στη δημοκρατία, μπορεί να πολιτεύονται εσφαλμένα, να είναι σπάταλοι ή μη «παραγωγικοί» κτλ, δεν είναι όμως υπόλογοι ιδιοποίησης ή διαφθοράς, αφού η πολιτική λειτουργία και το προϊόν της πολιτικής τούς ανήκουν ενείδει ιδιοκτησίας.
Επομένως, η έννοια της ιδιοποίησης ή, ειδικότερα, της διαφθοράς, προσιδιάζει στο πολιτικό σύστημα (ή στην πολιτική σχέση) που εδράζεται στην αντιπροσωπευτική αρχή ή που περιέχει μιαν έστω γενική αναφορά σε έναν δικαιούχο της πολιτικής, άλλον από τον πραγματικό της κάτοχο (νομέα της πολιτικής διαδικασίας). Προϋποθέτει, με διαφορετική διατύπωση, τη σχέση (έστω συναγόμενου) εντολέα - εντολοδόχου και, συνακόλουθα, την υπέρβασή της. Εν προκειμένω, ο κάτοχος της πολιτικής λειτουργίας οικειοποιείται μέρος του «δημόσιου» αγαθού ή το διαχειρίζεται κατά τρόπο καταχρηστικό, που δεν συνάδει με το σκοπό της πολιτικής, τον οποίον προσδοκά ο εντολέας και ιδίως με τη βούλησή του. Με διαφορετική διατύπωση, η ιδιοποίηση της πολιτικής και, κατ’επέκταση, η διαφθορά, εντοπίζονται εκεί όπου ο κάτοχος της πολιτικής λειτουργίας (ενόλω ή ενμέρει) είναι άλλος από τον εντολέα και, σε κάθε περίπτωση, από τον δικαιούχο του ‘προϊόντος’ της πολιτικής.
Ώστε, η έννοια της πολιτικής διαφθοράς διέρχεται αφενός, από μια εντολιακή σχέση μεταξύ του δικαιούχου και του λειτουργού της πολιτικής και, επομένως, από τη μη σύμπτωση των ιδιοτήτων του εντολέα και του εντολοδόχου στο ίδιο πρόσωπο ή φορέα. Και αφετέρου, από την καταστρατήγηση του περιεχομένου της εντολής. Εάν δεχθούμε ότι δεν συντρέχει η σχέση μεταξύ εντολέως και εντολοδόχου, εάν δηλαδή ο κάτοχος της πολιτικής λειτουργίας αντλεί πρωτογενές δικαίωμα στην πολιτική, τότε προφανώς δεν τίθεται θέμα διαφθοράς. Εάν όμως συντρέχει όντως η αντιπροσωπευτική σχέση, το επόμενο ερώτημα εστιάζεται στο πώς θα συγκροτηθεί το κανονιστικό πλαίσιο της σχέσης μεταξύ εντολοδόχου -κατόχου ή νομέα της πολιτικής λειτουργίας– και δικαιούχου (του αποτελέσματος) της πολιτικής, προκειμένου να αποτραπεί η αυτονόμηση του πρώτου και εντέλει πώς αυτός θα ελεγχθεί, εάν διαπιστωθεί η αποκλίνουσα συμπεριφορά του.
Μια ειδικότερη πτυχή του ζητήματος αυτού, αφορά στο προ-αντιπροσωπευτικό σύστημα, όπου δηλώνεται ότι ο νομέας της πολιτικής λειτουργίας (ο φορέας του κράτους) κατέχει μεν μια θέση εντολοδόχου, αναλαμβάνει όμως εξολοκλήρου την καθολική πολιτική αρμοδιότητα, την οποία καλείται να ασκήσει, εν λευκώ, στο όνομα όχι ενός συγκεκριμένου εντολέα (πχ του κοινωνικού σώματος) αλλά του έθνους. Εν προκειμένω, το έθνος-εντολέας χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να συγκαλυφθεί το γεγονός της ιδιοκτησιακής σχέσης κράτους - πολιτικού συστήματος και, κατ’επέκταση, της πρόσκτησης σ’αυτό όλων των πολιτικών λειτουργιών, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιότητας του εντολέα. Με τον τρόπο αυτό, ο φορέας του κράτους/συστήματος δηλώνει εντολοδόχος, συνάμα δε αρμόδιος να καθορίσει το συμφέρον του εντολέα (του έθνους), να υλοποιήσει τις πολιτικές του και, φυσικά, να ασκήσει τις λειτουργίες του εντολέα. Το κράτος αφού ενσαρκώνει τον εντολέα-έθνος, ουσιαστικά ορίζει το σκοπό της πολιτικής με αυθεντικό τρόπο (αυτό αποφασίζει τι είναι εθνικό, τι εθνικό συμφέρον, ποιες πολιτικές προσιδιάζουν σ’αυτό, τις οποίες και ασκεί ελευθέρως) και ασκεί το εξελεγκτικό δικαίωμα για λογαριασμό του. Η σύμπτωση αυτή στο κράτος του φορέα της πολιτικής, του ελεγκτή και του ελεγχόμενου, δημιουργεί προφανώς μια ιδιάζουσα πολιτική κατάσταση, μοναδική για την εκκόλαψη του θερμοκηπίου της διαφθοράς, η οποία επιπλέον εννοεί να ενοχοποιεί το «θύμα» (την έννοια του έθνους) και στο βάθος την κοινωνία για την καθολική ιδιοποίηση της πολιτικής και, κατ’επέκταση, για τη διαφθορά των φορέων της.
Σε κάθε περίπτωση, η διαφθορά επιδέχεται δύο προσεγγίσεις: η μία είναι ηθική, η άλλη πολιτική.
Η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς αναπέμπει το όλο ζήτημα σε ένα σύστημα κανόνων συμπεριφοράς, που έχουν ως συνισταμένη, αφενός, την παραδοχή ότι ο άνθρωπος έχει από τη φύση του τη δυνατότητα της ηθικής λειτουργίας και, αφετέρου, ότι η τήρηση του ηθικού κανόνα εναπόκειται στην αυτοδέσμευση του υπευθύνου . Κατά τούτο, η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς στην πολιτική, αντιλαμβάνεται την ηθική αυτή καθεαυτή ως μέρος της ατομικής συνείδησης και, κατ’επέκταση, την πολιτική λειτουργία ως προϊόν προσωπικής «χρέωσης» του φορέα και όχι ως σχέση που τον συνέχει με τον εντολέα. Η πρόσληψη όμως αυτή της πολιτικής αντιβαίνει στην ίδια τη λογική της, ως του φαινομένου που συγκροτεί την έννοια της συνολικής κοινωνίας.
Η επισήμανση αυτή δεν υποδηλώνει ότι απουσιάζει από την πολιτική λειτουργία το ηθικό της πρόσημο. Υποδηλώνει, απλώς, ότι το πολιτικό σύστημα συναντάται με την ηθική, κάθε φορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, ανάλογα με το πεδίο της σχέσης που συνέχει τον κάτοχο της πολιτικής λειτουργίας (και, μάλιστα, του πολιτικού συστήματος) με το κοινωνικό σώμα. Πράγμα που σημαίνει, επίσης, ότι δεν υπάρχει μια, αλλά πολλές εκδοχές της πολιτικής ηθικής, όσες και οι προσλήψεις του πολιτικού φαινομένου ή, με διαφορετική διατύπωση, όσοι και οι τύποι των πολιτικών συστημάτων.
Οπότε όμως, το πρόβλημα εστιάζεται, όχι στην προσωπική συνείδηση ή αυτοδέσμευση του φορέα της πολιτικής λειτουργίας, αλλά στη δυνατότητα της ύπαρξης ή μη ενός συμπαγούς κανονιστικού περιβάλλοντος όπου θα εγγραφεί η ηθική συμπεριφορά και, κατ’επέκταση, στις δικλίδες ασφαλείας του συστήματος. Οι δικλίδες αυτές συναρτώνται με το είδος της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής ή, σε ό,τι αφορά στην ανθρωποκεντρική κοινωνία, του δικαιούχου της πολιτικής και του φορέα της πολιτικής λειτουργίας. Από αυτό θα κριθεί αν το σύστημα μπορεί να ελαχιστοποιήσει τη δυνατότητα του τελευταίου να παρεκκλίνει από το ηθικό διατακτικό της κοινωνίας ή αν η εφαρμογή του θα αφεθεί τελικά στην καλή προαίρεση του εντολοδόχου.
Η ηθική προσέγγιση της πολιτικής λειτουργίας ευδοκιμεί βασικά στις κοινωνίες, δηλαδή σε εποχές, που η πολιτική είναι δομημένη με όρους εξουσιαστικής αυτονομίας, διατηρεί όμως μια ενδιάθετη έστω αναφορά στο κοινωνικό σώμα. Η κοινωνία, στην περίπτωση αυτή, επικαλείται την ηθική ως υποκατάστατο της αδυναμίας της να προσεγγίσει το ζήτημα της διαφθοράς και ευρύτερα της ιδιοποίησης με πολιτικούς όρους.
Η πολιτική προσέγγιση της διαφθοράς, αντιθέτως, προϋποθέτει, κατ’ελάχιστον, το έμμεσο έστω αντιπροσωπευτικό πρόσημο της πολιτικής εξουσίας. Ο πολιτικός, εν προκειμένω, ασκεί λειτουργία εντολοδόχου, δεν είναι δικαιούχος της πολιτικής. Δεν ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου εντολέως. Δεν νοείται, επομένως, όπως είδαμε, το επιχείρημα της διαφθοράς στην περίπτωση του εντολέα, του δεσπότη ή του δήμου.
Το αξίωμα αυτό προδικάζει ότι στο πολιτικό σύστημα συναντώνται ο εντολέας και ο εντολοδόχος σε μια σχέση όπου ο πρώτος εξουσιοδοτεί τον δεύτερο να πραγματοποιήσει ορισμένο έργο: ειδικότερα, να διαχειρισθεί την πολιτική λειτουργία της κοινωνίας.
Στη σχέση αυτή, σύμφωνα με την αντιπροσωπευτική αρχή, ο εντολέας επιλέγει τον εντολοδόχο, ορίζει τον χρόνο και το περιεχόμενο της εντολής, διατηρεί το δικαίωμα του πλήρους ελέγχου των σταδίων υλοποίησης του έργου και, βεβαίως, μπορεί ανά πάσα στιγμή να την ανακαλέσει ή να υποχρεώσει τον εντολοδόχο να εναρμονισθεί με τη βούλησή του. Ο εντολοδόχος υπέχει ευθύνη για την ενδεχόμενη βλάβη, που θα προκαλέσει στον εντολέα. Βλάβη, η οποία μπορεί να προέλθει είτε από μια καταχρηστική ιδιοποίηση της θέσης του, είτε λόγω της εσφαλμένης πολιτικής, που ακολούθησε ή στην οποία υπέβαλε τον εντολέα.
Η ευθύνη αυτή δεν συμψηφίζεται με την ανάκληση της εντολής ή έστω με την αλλαγή του εντολοδόχου της πολιτικής για το μέλλον. Είναι ανεξάρτητη, υποκείμενη μόνον στον έλεγχο της δικαιοσύνης, η οποία εν προκειμένω μπορεί να αφεθεί στην αρμοδιότητα ενός ανεξάρτητου δικαιοδοτικού οργάνου ή να αναληφθεί από τον ίδιο τον εντολέα. Σε κάθε περίπτωση, ο εντολέας δύναται να μεταβάλει ελευθέρως το περιεχόμενο της εντολής ή, πιο συγκεκριμένα, τον σκοπό και το περιεχόμενο της πολιτικής, όχι ο εντολοδόχος.
Τα ανωτέρω θεμέλια της αντιπροσωπευτικής σχέσης αποτελούν συγχρόνως τον καταλύτη για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος, με όρους ‘δημοσιότητας’, έτσι ώστε να αποτρέπονται η λογική της ιδιοποίησης του δημοσίου χώρου και συνεπώς, η όποια ενδιάθετη τάση του πολιτικού προσωπικού να υποκύπτει στη διαφθορά.
Διαπιστώσαμε όμως ήδη ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας δεν εγγράφει στα θεμέλιά του τη διαφοροποίηση του εντολέα από τον εντολοδόχο. Και οι δύο αυτές ιδιότητες κατέχονται εξολοκλήρου από το κράτος/σύστημα, οπότε και οι ιδιότητες του ελεγκτή και του ελεγχόμενου συμπίπτουν στον ίδιο φορέα, δηλαδή στον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας του κράτους.
Η μη αντιπροσωπευτική θεμελίωση του νεοτερικού πολιτικού συστήματος ενισχύεται από την πρόταξη, όπως είδαμε, ως σκοπού της πολιτικής εννοιών, όπως του εθνικού ή του γενικού ή του δημοσίου συμφέροντος, που δεν «προσωποποιούνται» με ένα συγκεκριμένο «ένσαρκο» συντελεστή της πολιτείας και των οποίων η μορφοποίηση ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική εξουσία του κράτους, καθώς αυτή κατέχει την ιδιότητα του εντολέως. Η κοινωνική βούληση ή το κοινωνικό συμφέρον απουσιάζουν από το σκοπό της πολιτικής .
Απόρροια του γεγονότος αυτού είναι ότι η πολιτική ως πράξη (δηλαδή το αποτέλεσμα της πολιτικής) και η πολιτική τάξη (εν προκειμένω, οι φορείς της πολιτικής λειτουργίας), τοποθετούνται υπεράνω του νόμου, δεν υπόκεινται στη δικαιοσύνη. Η έννοια του πολιτικού δικαίου είναι άγνωστη ή, μάλλον, αφορά αποκλειστικά, σε ορισμένες πτυχές της δυναμικής αμφισβήτησης της πολιτικής από την πλευρά της κοινωνίας και όχι στον φορέα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία, ο πολίτης, ως μη εντολείς, δεν θεωρείται ότι έχουν «έννομο συμφέρον» να εγκαλέσουν την πολιτική τάξη για τυχόν βλάβη που τους προξένησε. Μάλιστα, η ασυλία, ως έννοια, καλύπτει και τα αδικήματα που αφορούν στο κοινό ή ιδιωτικό δίκαιο.
Έτσι, ενώ στον ιδιωτικό ή κοινωνικό βίο αναγνωρίζεται ρητώς η υποχρέωση για την αποκατάσταση της βλάβης, που υφίσταται ο εντολέας από τον εντολοδόχο, στην πολιτική η ρήτρα αυτή, όχι μόνον δεν συντρέχει, αλλά και συμψηφίζεται, εν αντιθέσει προς την αντιπροσωπευτική αρχή, με την εκλογική διαδικασία. Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, όπως είδαμε, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι, ευλόγως, το πολιτικό έγκλημα – το έγκλημα του εντολοδόχου ή και του απλού ρήτορα - τιμωρείται αυστηρότερα, στη δημοκρατία - θα προσθέταμε και στην αντιπροσωπευτική πολιτεία -, επειδή προκαλεί συλλογική, άρα μεγαλύτερη βλάβη, απ’ό,τι το κοινό έγκλημα .
Η αναγωγή της πολιτικής ευθύνης, από πρόβλημα δικαίου (και δικαιοσύνης), σε ζήτημα πολιτικής εναλλαγής στην εξουσία, δημιουργεί απλώς πλάσμα ευθύνης, καθώς είναι σαφές ότι η «εκλογή» συνιστά «επιλογή» διακυβέρνησης για το μέλλον, όχι απονομή δικαιοσύνης. Κατά τούτο, η έννοια της πολιτικής κριτικής, αποτελεί άσκηση ατομικής ελευθερίας, δεν υποβάλει τον κρινόμενο στη δοκιμασία της δικαιϊκής ευθύνης.
Πολιτική αυτονομία και πολιτική ασυλία της κρατικής εξουσίας, απουσία πολιτικού δικαίου και, συνακόλουθα, δικαιϊκής ευθύνης της πολιτικής εξουσίας, σκοπός της πολιτικής που ορίζει κατά βούληση η πολιτική τάξη, πολιτικό προσωπικό που ενσαρκώνει εν λευκώ τις ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου, του ελέγχοντος και του ελεγχομένου, συνθέτουν το πολιτειακό θερμοκήπιο της ιδιοποίησης και της διαφθοράς στο πολιτειακό περιβάλλον της νεοτερικότητας.

β. Η διαφθορά και η «διαπλοκή» ως συμφυείς παράμετροι του προ-αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος

Το πολιτειακό αυτό περιβάλλον επιβαρύνεται από το γεγονός ότι και οι ελάχιστες θεσμικές πρόνοιες, που κατέλειπε το ύστερο φεουδαλικό παρελθόν –με πρώτη τη διάκριση των εξουσιών μεταξύ των θεσμικών φορέων του κράτους– αποδείχθηκαν ελάχιστα επιχειρησιακές -περιήλθαν ουσιαστικά σε αχρησία-, αφού με την ανθρωποκεντρική ενοποίηση της κοινωνίας –ιδίως με την εισαγωγή της καθολικής ψήφου και την κυριαρχία του κομματικού φαινομένου-, συνέβη ο κάτοχος της πλειοψηφίας στις εκλογές να καταλαμβάνει αδιαίρετα το σύνολο της πολιτικής εξουσίας: ελέγχει τη Βουλή, την κυβέρνηση και, φυσικά, τον κρατικό μηχανισμό. Ώστε, ο κάτοχος της πλειοψηφίας και, εντέλει, ο ηγετικός πυρήνας του κόμματος αποβαίνει πολιτικός αυθέντης της κρατικής εξουσίας. Το πολιτικό προσωπικό δεν κυβερνά «ιδίω ονόματι», πολιτεύεται όμως με όρους πλήρους αυτονομίας, αφού αυτό καθορίζει ελευθέρως τόσο το περιεχόμενο της ακολουθητέας πολιτικής (ή τις μεταβολές της), όσο και τα όρια άσκησης της ελεγκτικής, της ανακλητικής κτλ αρμοδιότητας. Και τούτο διότι, ναι μεν δεν είναι το ίδιο ιδιοκτήτης της πολιτικής/πολιτικού συστήματος, ορίζεται όμως αποκλειστικός διαχειριστής του κράτους/συστήματος που κατέχει την ιδιότητα αυτή.
Το πρόβλημα ετίθετο με μικρότερη οξύτητα στο παρελθόν καθώς οι ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης (η φιλελεύθερη και η σοσιαλιστική) δημιουργούσαν τη συνθήκη μιας σχετικής, εξωθεσμικής, δηλαδή έμμεσης και, πάντως, μη δεσμευτικής, αντιπροσωπευτικής συνάντησης της κοινωνίας με τους φορείς της κρατικής εξουσίας. Η παρέλευση της φάσης αυτής και, ιδίως, ο συνδυασμός του μετα-κυρίαρχου κράτους, που επάγεται η λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση», με την πρόταξη της αρχής της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» (ή όπως, ευφημιστικά, αποδίδεται νεοελληνιστί, της «κοινωνίας πολιτών», και, όντως, υπηκόου κοινωνίας), ως θεμελιώδους εταίρου του πολιτικού συστήματος, δεν ανέδειξαν μόνον τις αδυναμίες της μη αντιπροσωπευτικής υποστασιοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Σηματοδότησαν την ολοσχερή υποταγή του πολιτικού προσωπικού στους συσχετισμούς των παραγόντων της ιδιωτικής ισχύος.
Όντως, η «διαμεσολαβημένη» ή υπήκοος κοινωνία, υπόσχεται τη συγκρότηση της πολιτικής σύνθεσης στο επίπεδο του συσχετισμού των ομάδων συμφερόντων με την εξουσία, και όχι μέσω μιας συνάντησης της τελευταίας με το κοινωνικό σώμα, στη βάση της αντιπροσωπευτικής αρχής. Συγχρόνως, οι θιασώτες της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» δεν αποκρύπτουν την αποστροφή τους προς κάθε θεσμική συμμετοχή του κοινωνικού σώματος στην πολιτική διαδικασία. Η έννοια της πολιτικής συμμετοχής ορίζεται ταυτολογικά με την αγελαία προσχώρηση της ιδιωτικής κοινωνίας στις δυνάμεις της διαμεσολάβησης ή ως «εξωπολιτειακή» αμφισβήτηση, όχι υπό το πρίσμα μιας διαρκούς πολιτειακής συγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δηλαδή της μεταβολής του σε δήμο. Εξού και ο πολίτης, που δεν έχει να επιδείξει μια διαμεσολαβητική ιδιότητα, δεν προσλαμβάνεται ως μέλος του πολιτικού συστήματος, δεν διαθέτει καν δικαίωμα πρόσβασης στο δημόσιο λόγο και, οπωσδήποτε, στο μέτρο που δεν καταγράφεται ως εντολέας, δεν νομιμοποιείται, ως έχων έννομο συμφέρον, στην πολιτική.
Τέλος, το και σπουδαιότερο, η αντιμετώπιση της πολιτικής ως σχέσης δύναμης, που συνεπάγεται το καθεστώς της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας», δημιουργεί το κλίμα μιας εξωθεσμικής, σε περιβάλλον παρασκηνίου, λειτουργίας της πολιτικής διαδικασίας, η οποία «στρώνει» κυριολεκτικά το έδαφος για την καταλυτική ομηρία του πολιτικού προσωπικού.
Η ομηρία αυτή, απόρροια της μη αντιπροσωπευτικής θωράκισης της πολιτικής εξουσίας έναντι των κατόχων οικονομικής, κοινωνικής και επικοινωνιακής ισχύος, καθώς και των προκλήσεων που συνεπάγεται η προσωποπαγής διαχείριση ενός μείζονος αντικειμένου, όπως η πολιτική, του οποίου ο δικαιούχος παραμένει ασαφής, εμφανίζεται στις μέρες μας ως συμφυές γνώρισμα του πολιτικού συστήματος. Εννοούμε με τη διατύπωση αυτή ότι η φύση του πολιτικού συστήματος δεν διευκολύνει απλώς την ιδιοποίηση του (οικονομικού κτλ.) αντικειμένου της πολιτικής. Η ίδια η λογική του εγγράφει την εξάρτηση του πολιτικού προσωπικού, από τους φορείς της οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος, ως συστατικό του γνώρισμα. Οι φορείς αυτοί –με απλούστερη διατύπωση, οι ισχυροί της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας»– καλούνται να στηρίξουν το κόμμα ή/και τους επιμέρους πολιτικούς, με αντάλλαγμα μια ανάλογη εκχώρηση μεριδίου του δημοσίου χώρου.
Όντως, η πολιτική παρουσία ενός κόμματος –ιδίως αυτού που φιλοδοξεί να ανέλθει στην εξουσία– και του σημαίνοντος πολιτικού προσωπικού, συναρτάται άμεσα από το διαθέσιμο χρήμα και τον επικοινωνιακό χρόνο που τους εκχωρούνται από την ιδιωτική σφαίρα. Είναι προφανές ότι οι «χορηγοί» χρήματος ή επικοινωνίας δεν αλλοιώνουν μόνον την ιδεολογία και το πρόγραμμα του κόμματος, μεταβάλλουν τον πολιτικό και το κόμμα σε προσωπικό τους «πελάτη». Στο ισοζύγιο της πολιτικής ή εκλογικής επιρροής, η πελατειακή διαπλοκή του πολιτικού προσωπικού αποτελεί την καταλυτική προϋπόθεση της όποιας φιλοδοξίας.
Εντούτοις, η διαφορά ανάμεσα στην οικονομική και στην επικοινωνιακή διαπλοκή είναι θεμελιώδης: η πρώτη, οδηγεί βασικά στην ιδιοποίηση μέρους του δημοσίου αγαθού• η δεύτερη, προάγει την ιδιοποίηση της ίδιας της πολιτικής και, ως εκ τούτου, οδηγεί στην ιδιοποίηση και, συνάμα, στην ομηρία της κοινωνίας .
Πόσο συμφυές με το σύστημα είναι το φαινόμενο της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, προκύπτει από το γεγονός ότι, αντί θεραπείας, επιχειρείται γενικώς η νομιμοποίησή του, η ενσωμάτωση της διαφθοράς (και της διαπλοκής) στις λειτουργίες του: είτε κανονικοποιώντας την ιδιωτική «χορηγία» είτε εισάγοντας συμπληρωματικά τη δημόσια «χορηγία». Η νομιμοποίηση της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνον δεν εμποδίζει την αφανή χρηματοδότηση, αλλά και συνομολογεί για τη μεταβολή των κομμάτων και της πολιτικής τάξης σε εντολοδόχους των ιδιωτών, κατόχων/χορηγών οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος. Όντως, η επισημοποίηση της «χορηγίας» αποποινικοποιεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά που υποκρύπτουν και θεσμοθετούν, συγχρόνως, την εξάρτηση του φορέα της πολιτικής λειτουργίας και την αλλοίωση του σκοπού της πολιτικής.
Από την πλευρά της, η δημόσια «χορηγία» υπονοεί ότι το κόμμα και η πολιτική τάξη αναγνωρίζονται ως θεσμοί «δημοσίου» δικαίου. Συνεπάγεται, ως εκ τούτου, το δικαίωμα του «χορηγού» να ελέγχει τους αποδέκτες της «χορηγίας», τόσο ως προς τον τρόπο της διαχείρισης, όσο και προς την εκπλήρωση του σκοπού της πολιτικής, που την επέβαλε. Συνεπάγεται, εντέλει, τη δημοκρατική ανα-συγκρότηση και λειτουργία του κόμματος ως «δημόσιου» θεσμού και όχι τη λειτουργία του ως κλειστής λέσχης. Πράγμα που, όμως, η άρχουσα πολιτική τάξη δεν είναι έτοιμη να αποδεχθεί, καθώς το κόστος λειτουργίας του συστήματος είναι απαγορευτικό για να γίνει διαφανές και το διακύβευμα της πολιτικής εξουσίας ασύμμετρο, σε σχέση με την κοινωνική της αναφορά.
Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι οι κατευθύνσεις αυτές της νεοτερικής σκέψης δεν είναι ουδέτερες. Ήρθαν να καλύψουν ιδεολογικά τις εξελίξεις στην περιοχή του φιλελευθερισμού, οι οποίες αξιώνουν από το κράτος/σύστημα να αντιμετωπίσει εφεξής τις δυνάμεις της «αγοράς» ως εταίρους της πολιτικής εξουσίας, μάλιστα δε να εισαγάγει την λογική της στη λειτουργία του. Ζητούμενο για τη σχολή αυτή, στην οποία έχει προσχωρήσει πλήρως και η μετα-σοσιαλιστική ‘Αριστερά’, δεν είναι η αποκατάσταση μιας νέας, εξωθεσμικής έστω, συνάντησης της πολιτικής εξουσίας του κράτους με την κοινωνία, αλλά η συγκρότηση μιας νέας πολιτικής σχέσης, στην οποία θεμελιώδεις συντελεστές προβάλλουν οι ομάδες συμφερόντων που εκκολάπτονται βασικά στο θερμοκήπιο της ιδιωτικής οικονομίας και εξουσίας. Η κοινωνία ως πολιτική και, ιδίως, ως πολιτειακή συνιστώσα, απουσιάζει παντελώς από την προβληματική αυτή.
Η συγκρότηση της προ-αντιπροσωπευτικής πολιτικής σχέσης σε ένα περιβάλλον κλειστού εξουσιαστικού θερμοκηπίου, συνδυάζεται με άλλα φαινόμενα, που μεταβάλλουν τη διαπλοκή και τη διαφθορά σε αναγκαία συνθήκη της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
Ένα τέτοιο φαινόμενο είναι η εξαιρετική γιγάντωση του κεφαλαίου και η δραματική εστίαση του ενδιαφέροντός του σε περιοχές επιχειρηματικής δράσης που άλλοτε εθεωρείτο ότι ανήκαν στη ζώνη του «δημοσίου» χώρου. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά την υγεία και την πρόνοια, τις συγκοινωνίες και τις επικοινωνίες, αλλά και πολλές άλλες δράσεις. Το γεγονός αυτό κάνει τον φορέα της πολιτικής έναν ευάλωτο διαπραγματευτή και ευεπίφορο στη σύγχυση μεταξύ ενός «δημόσιου» συμφέροντος χωρίς υπαρκτό αποδέκτη και του ιδίου συμφέροντος.
Ένα άλλο φαινόμενο είναι το εξαιρετικά μεγάλο κόστος της πολιτικής. Το κόμμα και ο πολιτικός για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της προ-εκλογικής αναμέτρησης -και εννοείται της καθημερινής πολιτικής δράσης- χρειάζονται ιλιγγιώδη χρηματικά ποσά. Υπολογίζεται ότι ένα κόμμα με φιλοδοξία εξουσίας, μόνο για την περίοδο της προεκλογικής εκστρατείας, δαπανά στην Ελλάδα περισσότερα από είκοσι πέντε δισεκατομμύρια δραχμές, δηλαδή το ανάλογο σε ευρώ. Είναι προφανές ότι στο μέτρο που το κόμμα δεν διαθέτει ίδιους πόρους, το χρήμα αυτό θα προέλθει αναγκαστικά από ιδιωτικές πηγές. Όμως, η ιδιωτική χρηματοδότηση της πολιτικής έχει εξ ορισμού ανταλλακτικό πρόσημο, με θύμα ασφαλώς το δημόσιο συμφέρον και την κοινωνική ανταποκρισιμότητα της εξουσίας.
Προβάλλεται συχνά η άποψη ότι τα φαινόμενα αυτά αντισταθμίζονται από την περιοδική (εκλογική) συνάντηση του πολιτικού προσωπικού με το κοινωνικό σώμα. Τούτο όμως γίνεται ολοένα και λιγότερο αληθές, καθόσον το περιεχόμενο και οι όροι της συνάντησης αυτής καθορίζονται ολοένα και περισσότερο από τις δυνάμεις που κατέχουν τη χρηματοδότηση και την επικοινωνία των φορέων της πολιτικής. Άλλωστε, σε αντίθεση με την κοινωνία (του εκλογικού σώματος), της οποίας η συνάντηση με την πολιτική είναι στιγμιαία και άνιση, η συνάντηση της πολιτικής με τις δυνάμεις της (ιδιωτικής) οικονομίας και της επικοινωνίας είναι διαρκής και συντεταγμένη. Στο περιβάλλον αυτό, η πολιτική παραμένει κυρίαρχη έναντι του πολίτη, οι φορείς της όμως βιώνουν ένα καθεστώς ολοκληρωτικής εξάρτησης από τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης.
Ένα τρίτο φαινόμενο, που ολοκληρώνει την εκτροπή της πολιτικής σε ένα περιβάλλον πλήρους ιδιοποίησης -με κορύφωση τη διαπλοκή και τη διαφθορά- είναι αυτό των «Μέσων» επικοινωνίας. Τα «Μέσα» επικοινωνίας εξακολουθούν να προσεγγίζονται ως «Μέσα» παροχέτευσης της πολιτικής πληροφορίας στην κοινωνία και αντιστρόφως, δηλαδή ως «Μέσα» ενημέρωσης. Όμως, είναι πια εμφανής η λειτουργία τους ως πεδίου της πολιτικής. Η πολιτική παράγεται ευρέως σ’αυτά και, οπωσδήποτε, υφίσταται τις ‘επεξεργασίες’ των συντελεστών τους. Εφεξής τα ΜΜΕ μεταβάλλονται σε χορηγούς επικοινωνίας για τους πολιτικούς και σε ‘κριτές’ των προτεραιοτήτων της πολιτικής. Οι λειτουργίες, ωστόσο, αυτές υπαγορεύονται αποκλειστικά από το (ιδιωτικό) συμφέρον του τηλεκράτορα και όχι από το όποιο «δημόσιο» ή κοινωνικό συμφέρον.

γ. Η διαφθορά, η πολιτική τάξη και η δημόσια διοίκηση

Το δεύτερο επίπεδο της διαφθοράς του δημοσίου χώρου αφορά στο διοικητικό προσωπικό, στη διάχυση της διαφθοράς στην μη πολιτική περιοχή του κράτους. Ενώ η («νόμιμη» ή μη) διαφθορά, που συνέχεται με το πολιτικό προσωπικό, αποτελεί καθολικό φαινόμενο, συμφυές με το κράτος/σύστημα, η διαφθορά του διοικητικού μηχανισμού του κράτους απαντάται με διαφορετική ένταση και συχνότητα, από χώρα σε χώρα.
Η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού θεωρείται ως, καταρχήν, γνώρισμα των χωρών της «περιφέρειας» και αποδίδεται στη χαμηλή αμοιβή της εργασίας, στη σαθρότητα του πολιτικού συστήματος και του κρατικού μηχανισμού, ενολίγοις στην κοινωνικο-οικονομική και πολιτική υπανάπτυξη. Οι χώρες του «κέντρου» θεωρούνται μεν εξαγωγείς διαφθοράς στην «περιφέρεια», οι ίδιες όμως αξιολογούνται θετικά, ότι δηλαδή δεν έχουν μολυνθεί από το σύμπτωμα αυτό. Η σχολή αυτή σκέψης, που διακινείται ιδίως από τη λεγόμενη «αναπτυξιακή θεωρία», συναρτά τη διαβάθμιση της διαφθοράς με το αναπτυξιακό κριτήριο. Παίρνει δηλαδή ως δεδομένο ότι η οικονομική ανάπτυξη συμβαδίζει εξ ορισμού με την πολιτική ανάπτυξη και πως, συνακόλουθα με αυτό, η διαφθορά συνάδει με την υπανάπτυξη.
Πέραν του λογικού και γνωσιολογικού σφάλματος που υφέρπει στη γενίκευση αυτή, συγκρατούμε το επιχείρημά της ότι οι μη αναπτυγμένες χώρες συσσωρεύουν όλες τις προϋποθέσεις της διαφθοράς, εν αντιθέσει προς τις πλέον αναπτυγμένες, που είναι ουσιαστικά αδιάφθορες.
Κατά τη γνώμη μας, η άποψη αυτή δεν είναι μόνον αυθαίρετη, όπως άλλωστε αποκαλύπτει η απογύμνωση του πολιτικού συστήματος της νεοτερικότητας από τις προφανείς «αλήθειες», οι οποίες συγκαλύπτουν το έλλειμμα αντιπροσώπευσης που το διακρίνει, είναι και παραπλανητική. Αποσιωπά, επίσης, την ουσία του προβλήματος, λειτουργώντας απολογητικά προς τις σταθερές που συντηρούν τη διαπλοκή και, εντέλει, αφήνει το πλαίσιο της διαφθοράς ανέπαφο και, λίγο πολύ, νομιμοποιημένο .
Η εκτίμηση αυτή είναι εσφαλμένη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν συνεκτιμά την τυπολογία της πολιτικής, παρακάμπτει το μείζον ερώτημα του ποιος και πώς ορίζει το περιεχόμενο της διαφθοράς και, ουσιαστικά, συνομολογεί ότι συναρτάται προς τους «κώδικες»– συνενοχών, δημοσιότητας κτλ–, μέσω των οποίων υποστασιοποιείται το φαινόμενο της διαφθοράς. Σε κάθε περίπτωση όμως, θεωρούμε ότι η γενίκευση της διαφθοράς στον κρατικό μηχανισμό είναι θέμα χρόνου.
Όντως, η μετάβαση από τις ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης στη δυναμική της κοινωνικής αναδιανομής μεταβάλλει ριζικά τη διαμεσολαβητική λειτουργία της πολιτικής τάξης και, επέκεινα, τον ίδιο το σκοπό του κράτους. Το στέλεχος του κρατικού μηχανισμού διακρίνει στη θέση που κατέχει ολοένα και περισσότερο την προσωπική του ευδοκίμηση, καθώς η ιδέα μιας αποστολής, που συνέχεται με την κοινωνία, υποχωρεί υπέρ των συμφερόντων, τα οποία διακινεί η πολιτική τάξη. Η τελική οικοδόμηση της συνάφειας αυτής, του φορέα του κρατικού μηχανισμού με τους «εννόμους» συνομιλητές του, προώρισται να γίνει, αναπόφευκτα, στο περιβάλλον των δυνάμεων της «διαμεσολάβησης».
Η ελληνική περίπτωση έχει, ως προς αυτό, μια σημαίνουσα πειραματική αξία. Η ελληνική κοινωνία, μην έχοντας βιώσει τη φεουδαρχία, δεν άφησε στις ιδεολογίες της πρωτο-οικοδόμησης πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσουν στον χώρο της. Τούτο εξηγεί, ενμέρει, γιατί το νεοελληνικό κράτος λειτούργησε, εξαρχής, κυρίως ως πεδίο αναδιανομής του κοινωνικού ή οικονομικού αγαθού και, κατ’επέκταση, ως θερμοκήπιο για τη διαφθορά και, ελάχιστα, ως «επιχειρησιακή» έννοια, κατά το ανάλογο του δυτικο-ευρωπαϊκού κράτους, που αναλώθηκε στην πραγμάτωση της ιδέας της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό και στην οικοδόμηση των πραγματολογικών του προϋποθέσεων (στην οικονομία κτλ).
Ο ανθρωποκεντρικά χειράφετος πολίτης, στο πλαίσιο αυτό, αφού δεν συγκροτούσε πολιτειακή οντότητα, αφέθηκε να διαπραγματευθεί την ψήφο του στο δυσμενές περιβάλλον της προσωπικής εξάρτησης που δημιουργεί η πολιτικά κυρίαρχη εξουσία. Η ανάδειξη της πολιτικής πελατείας –τη φορά αυτή ανάμεσα στον πολιτικό και στον πολίτη- σε σύστημα, αποκαλύπτει ακριβώς τη δυσαρμονία της πολιτικής εξουσίας προς το πολιτικό ανάπτυγμα της κοινωνίας και όχι το αντίστροφο, όπως γενικά πιστεύεται .
Το κόμμα, στο πλαίσιο αυτό, ουδέποτε χρειάσθηκε να διακινήσει στα σοβαρά την ιδεολογική του «πραμάτεια», κατά το νεοτερικό πρότυπο. Η ενσάρκωση του «δημοσίου» χώρου από το κράτος δεν θα ευδοκιμήσει στην Ελλάδα, αφού ο σκοπός της πολιτικής –και συνεπώς του κράτους– θα είναι διαφορετικός από τις χώρες της μετα-φεουδαλικής μετάβασης. Δημόσιο, στον νέο ελληνικό πολιτικό πολιτισμό, παραμένει το «κοινό», που διαφοροποιείται σαφώς από τον α-σώματο δεσπότη, το κράτος. Κατά τούτο, το κόμμα θα ταυτισθεί εξαρχής με το κράτος και κατ΄ επέκταση με το πολιτικό σύστημα, το οποίο θα ενσαρκώσει, έτσι ώστε το τελευταίο να μπορεί να αποδοθεί ως κομματοκρατία .
Η κομματοκρατία ως η μεταϊδεολογική εκδοχή του νεοτερικού κράτους και, όντως, του μη αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος, προβάλλει το κόμμα ως τη συνισταμένη πάνω στην οποία αρθρώνεται η σχέση του πολίτη-ιδιώτη με την πολιτική. Μια σχέση, επομένως, η οποία συγκροτείται σε ένα περιβάλλον, όπου η κοινωνία συμπεριφέρεται δίκην εντολέως και, συνακόλουθα, με γνώμονα την πολιτική ατομικότητα -αντί της μαζικής πολιτικοποίησης- ενώ την ίδια στιγμή δεν της αναγνωρίζεται η ιδιότητα του θεσμικού εταίρου της πολιτείας, αφού η πολιτική συγκροτείται με όρους καθολικής αυτονομίας. Το σύστημα αυτό, όπου ο σκοπός του κόμματος μεταλλάσσεται σε σκοπό της πολιτικής (του κράτους), αποκαλύπτει, κατά τρόπο διαυγή, τις πηγές της διαπλοκής και, συνακόλουθα, της διαφθοράς. Η περίπτωση του «ανδρεϊκού» ιδίως ΠΑΣΟΚ αποτελεί, τρόπον τινά, μια υστεροχρονισμένη, ακραία εκδοχή, του συστήματος αυτού.

δ. Το «μέλλον» της διαφθοράς

Συμπεραίνεται ότι η διαπλοκή και η διαφθορά αποτελούν συμφυή στοιχεία του νεοτερικού και, ουσιαστικά, του προ-αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Ενός πολιτικού συστήματος, που έχει προ πολλού πάψει να ανταποκρίνεται στις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, στις οποίες έχει εισέλθει η εποχή μας. Η επίλυση επομένως του προβλήματος της διαφθοράς, δεν μπορεί να επέλθει με διαρθρωτικές αναγομώσεις της λογικής του κρατούντος συστήματος. Αυτό υποδηλώνει ότι, διατηρώντας το σύστημα, κάθε μέτρο για την εξάλειψή της δεν μπορεί παρά να έχει απλώς επιδιορθωτικό χαρακτήρα, ενώ η ουσιαστική της κατάργηση παραπέμπει με ακρίβεια σε ένα άλλο πολιτικό σύστημα. Αυτό το άλλο πολιτικό σύστημα, θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, η δημοκρατία, στο μέτρο που η τελευταία, εστιασμένη στον αντίποδα των συστημάτων εξουσίας, επαγγέλλεται είτε την ολοκληρωτική κατάργηση του αντιπροσωπευτικού θεσμού είτε τον περιορισμό των αρχών και, συνακόλουθα, του κράτους σε έναν ρόλο «θεραπαινίδας» του δήμου.
Όμως, το σύστημα αυτό ανήκει στο απόμακρο μέλλον, οπότε μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το ζήτημα της διαπλοκής και της διαφθοράς, συνέχεται με τη μετάλλαξη του προ-αντιπροσωπευτικού σε απλώς αντιπροσωπευτικό σύστημα, που, καθόλες τις ενδείξεις, διαγράφεται στον ορίζοντα, ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης των κοινωνιών του νεοτέρου κοσμοσυστήματος. ΄Οντως, όπως είδαμε, η αντιπροσωπευτική αρχή συνεπάγεται την απόδοση στην κοινωνία της ιδιότητας του εντολέα και την, ως εκ τούτου, πολιτειακή της μετάλλαξη από πελάτη του πολιτικού προσωπικού σε δήμο, σε εταίρο της πολιτείας. Το πολιτικό προσωπικό, στο πλαίσιο αυτό, καλείται να υλοποιήσει τη βούληση του «κοινού», υπό την άμεση εποπτεία και τον έλεγχο, δηλαδή με μέτρο την πολιτική δικαιοσύνη.
Ωστόσο, είναι προφανές ότι και η αντιπροσώπευση εγγράφεται ως σχετικά μακρινή προοπτική, διότι δεν αποτελεί πολιτικό αίτημα της κοινωνίας του σήμερα.
Η αντίφαση, εν προκειμένω, έγκειται στο ότι ενόσω το πρόβλημα της πολιτειακής μεταβολής παραμένει εκκρεμές, το αίτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς θα τίθεται κυρίως στην ηθική του βάση και όλως δευτερευόντως πολιτικά, σε ένα κλίμα, επομένως, που θα αναιρεί αυτόχρημα τη λογική του.
Κατά τούτο, εκτιμούμε ότι η επίλυση του προβλήματος αποτελεί, επί της ουσίας, επιχείρημα της πολιτικής διαπάλης, όχι όμως και ζητούμενο στις μέρες μας. Η τελευταία αυτή επισήμανση, συνάδει οπωσδήποτε με τον εθισμό της πολιτικής τάξης να θεωρεί τη διαπλοκή ως εκ των ων ουκ άνευ «συνθήκη» του συστήματος και, ουσιαστικά, να νομιμοποιεί τη διαφθορά, προκειμένου να επιτύχει τη διαχείριση του κράτους με μέτρο την ιδιοποίηση, στο μέσον των «χορηγών» πόρων και δημοσιότητας. Υπό την έννοια αυτή, η διάχυση της διαφθοράς, πέραν της πολιτικής τάξης, στο περιβάλλον της δημόσιας διοίκησης, αποτελεί συνάδον γνώρισμα του σκοπού της πολιτικής που επιφυλάσσει στο κράτος το κομματικό κατεστημένο ή, με διαφορετική διατύπωση, του βαθμού ιδιοποίησης του κράτους και, κατ’επέκταση, χειραγώγησης των μηχανισμών του από το σύμπλεγμα των φορέων της εξουσίας και των παραφυάδων της «διαμεσολάβησης».

Δεν υπάρχουν σχόλια: