|
Γιώργος Κοντογιώργης, Η επέτειος του 1821: Ευκαιρία αναστοχασμού ή χειραγώγησης; Το ελληνικό κοσμοσύστημα και οι Επιτροπές των "γουναριστών" του γένους
1.Σε λίγους μήνες συμπληρώνονται 200 χρόνια από την
Επανάσταση του 1821. Ποια είναι κατά την γνώμη σας η αίσθηση των Ελλήνων
σήμερα για το κομβικό αυτό γεγονός;
ΓΚ: Η αίσθηση των Ελλήνων σήμερα είναι ότι
επιχειρείται δια του εορτασμού η ιδεολογική τους χειραγώγηση. Το κρίσιμο
ερώτημα που οφείλει να απαντηθεί από την ελληνική κοινωνία είναι εάν η
επανάσταση και οι δύο αιώνες που διένυσε από τότε θα ιστορηθούν διά των πεπραγμένων
του κράτους ή του έθνους. Από την απόφαση αυτή θα κριθεί εάν με την
επανάσταση και συγκεκριμένα διά του κράτους οι Έλληνες συγκρότησαν έθνος ή αντιθέτως
το έθνος των Ελλήνων με την επανάσταση συγκρότησε κράτος. Η διερώτηση δεν
είναι ρητορική ούτε αποβλέπει στην ικανοποίηση της όποιας πνευματικής
περιέργειας. Οι συνέπειες της επιλογής αυτής αφορά κυριολεκτικά στο παρόν και
στο μέλλον του σημερινού ελληνικού κόσμου.
Εάν για παράδειγμα ιστορήσουμε τον ελληνισμό διά του
κράτους απολήγουμε στο να δοξάσουμε το επίτευγμά του να επεκτείνει τα όριά
του από την Πελοπόννησο στον Έβρο. Όμως
εάν ιστορήσουμε τον ελληνισμό διά του έθνους δηλαδή δυνάμει της παρουσίας του
στον κόσμο τον 19ο αιώνα, καταλήγουμε σε ένα εντελώς διαφορετικό
συμπέρασμα. Ότι το κράτος αυτό επικύρωσε τη συντριπτική ήττα που υπέστη ο
ελληνικός κόσμος στην επανάσταση και αποτέλεσε τον δούρειο ίππο για την
κατάλυση των ανθρωποκεντρικών θεμελίων με τα οποία ταξίδεψε στην ιστορία, για
τον εγκιβωτισμό του σε έναν απολυταρχικό κατοχικό κράτος, που συνέβαλε στην
αποδόμηση του μείζονος ελληνισμού και αξιώνει εντέλει την περιδεή προσομοίωση
της ελληνικής κοινωνίας στο έκφυλο κράτος της δυναστικής κομματοκρατίας.
Η πρώτη επιλογή προσεγγίζει τον ελληνισμό της
τουρκοκρατίας ως έναν λαό χωρίς ταυτοτική υπόσταση και προφανώς χωρίς καμία
σχέση με την ελληνική «αρχαιότητα», κατώτερον καθόλα από τους λαούς της
φεουδαλικής Δύσης, από την οποία πληροφορήθηκε την διά της γλώσσας συνάφειά
του με το απώτερο παρελθόν του ελληνικού κόσμου, τις αξίες της δημοκρατίας,
της ελευθερίας κλπ.
Η δεύτερη επιλογή αναδεικνύει έναν ελληνισμό ο
οποίος εισήλθε στην τουρκοκρατία οπλισμένος με τις ανθρωποκεντρικές σταθερές της
ελληνικής οικουμένης (από τους ελληνιστικούς έως και τους βυζαντινούς
χρόνους) που δεν έπαψε να επιζητεί την εθνική του αποκατάσταση με πρόταγμα
την επανοικοδόμηση του κράτους της εθνικής κοσμόπολης. Η επιλογή αυτή μας
πληροφορεί ότι ο ελληνισμός της τουρκοκρατίας, παρόλες τις στρεβλώσεις της
δεσποτικής κατοχής, εξακολουθούσε να βιώνει την θεμέλια κοινωνία της
πόλης/κοινού, τη δημοκρατία στο οικονομικό και στο πολιτικό πεδίο και συνεπώς
ένα καθεστώς καθολικής πολιτειότητας.
Το πρόταγμα των Ελλήνων για την απελευθέρωσή τους απέβλεπε
στην ανασύσταση του κράτους της οικουμενικής κοσμόπολης δομημένο με πρόσημο
τη δημοκρατία από τα κοινά έως το κεντρικό πολιτικό σύστημα. Την ίδια στιγμή
οι λαοί της Δύσης αγωνιούσαν να εξέλθουν της φεουδαρχίας και να οικοδομήσουν
μια πρώιμη εκδοχή ανθρωποκεντρισμού, στο πλαίσιο ενός κράτους που θα
κατοχύρωνε την μονοσήμαντη ατομική ελευθερία και στο πολιτικό πεδίο τη
μεθάρμοση της απολυταρχίας σε αιρετή μοναρχία.
Υπό το πρίσμα αυτό με την επιβολή του «δυτικού τύπου»
κράτους ο ελληνισμός κλήθηκε να εγκαταλείψει τις οικουμενική και
κοσμοπολιτειακή του ιδιοσυστασία με την οποία ταξίδεψε στην κοσμοϊστορία μέχρι
τότε και να εγκιβωτισθεί σε ένα απολυταρχικό κράτος που τον οπισθοδρομούσε
ανθρωποκεντρικά στην προσολώνεια εποχή του.
Η ιδέα της ρήξης του ελληνισμού της τουρκοκρατίας
(και του Βυζαντίου) με το κοσμοσυστημικό του παρελθόν επινοήθηκε από τη
διανόηση της εποχής της κορύφωσης της απολυταρχίας στην Ευρώπη (18-19ος
αιώνας) στην προσπάθεια της τότε διανόησης να δικαιώσει την επικράτηση του
δεσποτικού δρόμου προς τη νεοτερικότητα και να νομιμοποιήσει την απολυταρχία
και στη συνέχεια το καθεστώς της αιρετής μοναρχίας ως δήθεν δημοκρατικό. Η εθνική
ανάγνωση του ελληνισμού αποτέλεσε τη σταθερά επιλογή του ελληνικού κόσμου του
Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας.
Το διακύβευμα στις ημέρες μας εστιάζεται όχι ανάμεσα
σε δύο αλήθειες αλλά ανάμεσα στην αλήθεια που διδάσκουν κατά τρόπο
αναντίλεκτο οι πηγές της εποχής του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας και στο
ιδεολογικό εγχείρημα της «νεοτερικής» ιδεολογίας και των πραιτοριανών της εδώ
κομματοκρατίας να παραχαράξουν την πραγματικότητα για να δικαιώσουν το κράτος
που λειτούργησε ως ολετήρας του ελληνικού έθνους και δι’αυτού του ελληνικού
δρόμου προς τη νεοτερικότητα. Για να
γίνω πιο σαφής: εάν είχε επικρατήσει ο ελληνικός δρόμος προς τη νεοτερικότητα
σήμερα το κράτος θα ήταν η δημοκρατική κοσμόπολη. Έχοντας κυριαρχήσει ο
δυτικός δρόμος το κράτος ήταν πριν η απολυταρχία και τώρα η συνταγματική ή η
αιρετή μοναρχία.
Με αφορμή τη διακοσιετηρίδα της ελληνικής
επανάστασης προσφέρεται στην ελληνική κοινωνία μια ευκαιρία να αναστοχασθεί
την αιτία της κακοδαιμονίας της και μέσα από την ανάκτηση της ιστορίας της να
διακρίνει την οδό της προοδευτικής σήμανσης του μέλλοντός της
2.Η Επιτροπή που έχει συγκροτηθεί υπό την κ.
Αγγελοπούλου έχει ήδη δώσει δείγματα γραφής για την κατεύθυνση που θέλει να
δώσει στις επετειακές εκδηλώσεις. Ποια είναι η εκτίμησή σας για την σύσταση
και την πορεία της επιτροπής;
ΓΚ Η Επιτροπή αυτή δεν κρύβει ότι συγκροτήθηκε με
συγκεκριμένο σκοπό. Να δικαιώσει την επιλογή του απολυταρχικού ηγεμόνα που
επέβαλε το ελλαδικό απολυταρχικό προτεκτοράτο για να καταλύσει το
ανθρωποκεντρικό φορτίο που έφερε μαζί του ο ελληνισμός ώστε να τον
καθυποτάξει και να μην αποτελεί εμπόδιο στη φιλοδοξία του. Συγχρόνως δεν
κρύβει ότι επιδιώκει να προσομοιώσει τα κατάλοιπα των πολιτισμικών σταθερών που
κληρονόμησε η νεοελληνική κοινωνία από το οικουμενικό δημοκρατικό της
παρελθόν στα μέτρα της ιθαγενούς άρχουσας τάξης ώστε να εξαλείψει το ιδιώνυμό
της, τον αντιστασιακό της χαρακτήρα. Να μεταβάλλει κυριολεκτικά λαό με τη
μεθάρμοσή της ελληνικής κοινωνίας σε μια αγελαία «συλλογικότητα» που θα
ιδιωτεύει και δεν θα αμφισβητεί την παρασιτική σχέση της άρχουσας κομματοκρατίας
με το κράτος.
Είναι μια Επιτροπή συγκροτημένη με γνώμονα το δόγμα της ενιαίας σκέψης, από άτομα δοκιμασμένα
λόγω της θητείας τους στις οριζόντιες διαδρομές τους στους προθαλάμους της
εξουσίας. Το να βάζει ο πρωθυπουργός την κυρία Αγγελοπούλου να παίξει το ρόλο
της «Μαριάνας» της Γαλλικής Επανάστασης ή να παραστήσει την «Μπουμπουλίνα»
της Ελληνικής Επανάστασης είναι τουλάχιστον γελοίο για να μην πω μεγίστη
προσβολή προς όσους αγωνίστηκαν για την εθνική μας ελευθερία. Σημειολογικά
μιλώντας η Επιτροπή αυτή εξ επόψεως σύνθεσης και σκοπού θυμίζει ότι ο
φασισμός είναι τρόπος όχι αναγκαστικά σύστημα. Είναι η ντροπή του έθνους,
προσβάλει το δημόσιο αίσθημα και στους δύσκολους καιρούς που διέρχεται η χώρα
είναι διχαστική. Καλώ τον πρωθυπουργό, όποιες και αν είναι οι δεσμεύσεις του,
να αποκαταστήσει την προσβλητική απρέπεια που διεπράχθη κατά του λαού,
αποσύροντάς την πριν ολοκληρώσει το ολέθριο έργο της.
3.Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο τρίτος τόμος του έργου σας
«Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα». Κατατοπίστε
τους αναγνώστες για το έργο και μιλήστε μας για την συνέχειά του.
ΓΚ: Ο τόμος αυτός, ο τρίτος του Ελληνικού
κοσμοσυστήματος, είναι ο πρώτος μιας τριλογίας τόμων που θα κυκλοφορήσουν
μέσα στο καλοκαίρι και ολοκληρώνουν το εγχείρημα της κοσμοσυστημικής
ανασυγκρότησης της κοσμοιστορίας και της ανάδειξης της εξελικτικής βιολογίας του
κοινωνικού ανθρώπου. Ο τόμος αυτός εξετάζει την βυζαντινή περίοδο της
ελληνικής οικουμένης: πώς η ηγεσία της Ρώμης παρέδωσε τα κλειδιά της οικουμένης
στους Έλληνες οι οποίοι όπως δηλώνουν οι ίδιοι αποτελούν εθνικά την ομοθετική
συνέχεια της ελληνικής αρχαιότητας. Το κλίμα μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η
σύγκρουση του ελληνισμού με την εξερχόμενη από την ιδιωτική δεσποτεία Δύση
για το ζήτημα της ιδιοκτησίας της Ρώμης/ηγεμονίας της οικουμένης κλπ. Στους
δύο επόμενους τόμους εξετάζεται η ιδιοσυστασία του Βυζαντίου στο
κοινωνικοοικονομικό, ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο και επίσης τα εσωτερικά
του στάδια που σηματοδοτούν την ανθρωποκεντρική ολοκλήρωση του ελληνικού
κόσμου. Η τριλογία αυτή κλείνει με έναν εκτενή διάλογο με τις νεοτερικές
σχολές που προσεγγίζουν το Βυζάντιο, τη Δύση και τη νεοτερικότητα, όπου μέσα
από τις πηγές αποκωδικοποιείται όλο το εγχείρημα της εποχής της κορύφωσης της
απολυταρχίας στη δυτική Ευρώπη να υφαρπάξει την ιστορία και να νομιμοποιήσει
την ηγεμονία της. Στο έργο αυτό ο αναγνώστης θα διαγνώσει μέσα από τις πηγές
μια εντελώς άλλη οπτική για το Βυζάντιο, από την ονομασία του έως το τέλος της
δουλείας και την εφαρμογή της δημοκρατικής αρχής στην οικονομία, τη θεμέλια
βάση του κράτους δίκαιου και πρόνοιας που το διακρίνουν, τη κυριαρχία των
πόλεων και πολλά άλλα.
4.Η εφημερίδα Δρόμος συμπλήρωσε 500 φύλλα
αδιάλειπτης παρουσίας, μέσα σε 10 χρόνια. Πως εκτιμάτε την ύπαρξή του;
ΓΚ Ο ΔτΑ είναι ένας φάρος στο μέσον της ιδεολογικής φυλλοξέρας
και της διανοητικής ανυπαρξίας που διέπει την Αριστερά από το τέλος της
δεκαετίας του 1980/90. Σε μια στιγμή που Αριστερά και Δεξιά έχουν περιέλθει
στο Μαυσωλείο της ιστορίας, ο κόσμος του ΔτΑ επιμένει να σκέφτεται και να
αναζητά μέσα στα συντρίμμια την άλλη άποψη. Αντιλαμβάνεται κανείς την αξία
του εγχειρήματος αυτού όταν διαπιστώνει ότι η μια μερίδα της Αριστεράς
παραμένει εμμονικά προσδεδεμένη στη σταλινική της στασιμότητα ενώ η άλλη
μεταβλήθηκε σε βαποράκι του σκληρού πυρήνα της διεθνούς των αγορών και σε
μείζονα αντίπαλο της εθνικής κοινωνίας. Εκτιμώ ότι ο ΔτΑ παραμένει ανοιχτός
στη διερώτηση για το μέλλον και στο πλαίσιο αυτό αγωνιά για την ανασύνδεσης
της σκέψης με την πρόοδο.
4.6.2020
|
|
|
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2020
Γ. Κοντογιώργης, Η επέτειος του 1821 είναι ευκαιρία αναστοχασμού, 5 Ιουν 2020
Κυριακή 7 Ιουνίου 2020
Γ. Κοντογιώργης – Μαθήματα από το Βυζάντιο (6/6) - 29.1.2019
Το Βυζάντιο όπως το είδαν οι Βυζαντινοί. Το Βυζάντιο, η Δύση, η Ανατολή και οι νεότεροι χρόνοι. Το Βυζάντιο, οι Αρχαίοι και εμείς.
Η σειρά αυτή των διαλέξεων πραγματοποιήθηκε στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη (Δεκέμβριο 2018 - Ιανουάριο 2019).
Σάββατο 6 Ιουνίου 2020
Γιώργος Κοντογιώργης, Ο κομματικός πατριωτισμός ως διαχρονική σταθερά στην εθνική στρατηγική της Ελλάδας
Γιώργος Κοντογιώργης, Ο κομματικός πατριωτισμός ως διαχρονική σταθερά στην εθνική στρατηγική της Ελλάδας
Γ. Κοντογιώργης - Η Ελληνική ανθρωπολογία μέσα από τον καθρέφτη της ιστορίας
Γ. Κοντογιώργης - Η Ελληνική
ανθρωπολογία μέσα από τον καθρέφτη της ιστορίας - 3.6.2020
•5 Ιουν 2020
Συζήτηση
μεταξύ του πρόεδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας
(Ε.Ι.Π.Δ) Πέτρου Καψάσκη και του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη
του Παντείου Πανεπιστημίου Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Η Ελληνική ανθρωπολογία
μέσα από τον καθρέφτη της ιστορίας». Ο καθηγητής σκιαγραφεί την κοινωνική
βιολογία του "ανθρωποκεντρικού ανθρωπότυπου" μέσα από την αδιατάρακτη
συνέχεια της τρισχιλιετούς διαχρονίας του "ελληνικού παραδείγματος"
της εν ελευθερία δημοκρατικής κοινωνίας από την μικρή κλίμακα της πόλης-κράτους
ως την μεγάλη της βυζαντινής οικουμένης, την τουρκοκρατία και το νεότερο
κράτος.
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020
Γ.Κοντογιώργης, Πως γεννήθηκε το ελληνικό πελατειακό κράτος
Πως γεννήθηκε το ελληνικό
πελατειακό κράτος
Του Γιώργου
Κοντογιώργη
Στο
εσωτερικό του νεοελληνικού κράτους, η εγκαθίδρυση της βαυαρικής απολυταρχίας με
τη βίαιη κατάργηση των πόλεων/κοινών που ακολούθησε είχε ως συνέπεια να
μεταστεγασθεί η λογική του πολεοκεντρισμού στο περιβάλλον του κεντρικού
πολιτικού συστήματος. Φορείς της ήταν οι δυνάμεις εκείνες που εγκαλούσαν
προηγουμένως τον Καποδίστρια για αυταρχισμό, επειδή θεωρούσαν ότι το εγχείρημα
δημιουργίας ενός κεντρικού πολιτικού συστήματος ικανού να διαχειρισθεί τη
διάσωση της επανάστασης και να συγκροτήσει κράτος, αντέκειτο στην πολεοτική
τους αυτονομία.
Πώς
ερμηνεύεται λοιπόν η μεταστέγαση της εμφυλιακής/διχαστικής λογικής της
πολιτικής αντίθεσης στο νεοελληνικό κράτος; Επισημάναμε ήδη την επιβολή
της απολυταρχικής μοναρχίας σε μια χειμαζόμενη από την
εξαθλίωση κοινωνία, γύρω από την οποία στεγάσθηκε η εκφυλισμένη από τις
συνθήκες της επανάστασης πολεοτική πολιτική τάξη των «κοτζαμπάσιδων». Η
πολιτική αυτή τάξη συναντήθηκε ευθύς αμέσως με την απολυταρχία στο ζήτημα της
κατάλυσης των πολεοτικών κοινών και ιδίως της δημοκρατικής πολιτείας τους.
Είχαν ήδη
από την εποχή του Καποδίστρια διαγνώσει ότι το πολίτευμα της απολυταρχικής ή
ακόμη και της αιρετής μοναρχίας τους παρείχε περισσότερες εγγυήσεις για την
εξουσία που κατέκτησαν στη διάρκεια της Επανάστασης, συγκριτικά με την
αποκατάσταση των δημοκρατίας στα κοινά που επιχειρήθηκε από τον Κυβερνήτη.
Ουδείς προφανώς είχε λόγους
Στο κλίμα
αυτό, ουδείς προφανώς είχε λόγους να εισαγάγει στον πολιτικό και ιδεολογικό
διάλογο το μέτρο της κοσμοσυστημικής αναλογίας: να αντιμετωπίσει το πολεοτικό
κοινό ως την θεμελιώδη κοινωνία στο κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας, δηλαδή ως το
ισοδύναμο του κράτους έθνους στη μεγάλη κλίμακα. Εύλογα, αφού με τον τρόπο
αυτόν, έπρεπε να προταχθεί η δημοκρατία του κοινού/πόλης ως η πολιτεία του
κράτους έθνους. Ο «εξευρωπαϊσμός» που επεβλήθη ως δείγμα στο νεοελληνικό
προτεκτοράτο, επέτασσε την ανωτερότητα της απολυταρχικής μοναρχίας, όπως
ακριβώς της αιρετής μοναρχίας, έναντι της δημοκρατίας σήμερα.
Η
δημοκρατική παιδεία συνάδει με συμπεριφορές πολιτικής ατομικότητας. Για
να αποκτήσει δε συλλογική αναφορά προϋποτίθεται απαραιτήτως η συγκρότηση
του πολίτη σε δήμο, δηλαδή σε πολιτειακή οντότητα. Εάν ο πολίτης
αυτός τοποθετηθεί σε καθεστώς ιδιωτείας εκτρέπεται σε δύσμορφες συμπεριφορές
και εντέλει μεταβάλλεται από συνομιλητής του κοινωνικού δήμου, σε προσωπικό
συνομιλητή του κατόχου του πολιτικού συστήματος, δηλαδή σε πελάτη του πολιτικού.
Η λειτουργία του πολιτικού προσωπικού
Επιπλέον, η
λειτουργία του ως (ατομικού) συνομιλητή του πολιτικού προσωπικού,
πραγματοποιείται με άνισους όρους, δεδομένου ότι η συνάντησή τους γίνεται σε
εξωθεσμική βάση με αποτέλεσμα η όποια πολιτική υπόσχεση του τελευταίου να μην
περιέχει το στοιχείο της δέσμευσης. Σε κάθε περίπτωση ο ρέκτης της δημοκρατικής
παιδείας αδυνατεί να λειτουργήσει ως αθέμιτη συλλογική οντότητα, και μάλιστα ως
άμορφη κοινωνική μάζα/αγέλη σε καθεστώς ιδιωτείας, όπως συμβαίνει με τον υπήκοο
που μόλις εξήλθε από τη φεουδαρχία. Ο ένας συλλογάται ως πλήρης πολίτης, ο δε ο
υπήκοος, ως απολύτως ατελής πολίτης.
Στο κλίμα
αυτό, ο πολιτικός έχει απέναντί του ως συνομιλητή όχι την κοινωνική
συλλογικότητα των πολιτών, αλλά ένα έκαστο των μελών της, και κυριολεκτικά ένα
δίκτυο οργανικών πελατών. Έτσι, και ο σκοπός της πολιτικής προσαρμόζεται
αναλόγως. Οι δημόσιες πολιτικές με πρόσημο το κοινό ή εθνικό συμφέρον,
παραχωρούν τη θέση τους σε πολιτικές που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στην
συντήρηση δικτύων αποδόμησης του συλλογικού, δικτύων συγκατανευσιφάγων, που
χρησιμοποιούν το κράτος, το δημόσιο αγαθό εντέλει, ως πρυτανείο σίτισης.
Στο πλαίσιο
αυτό, το πολιτικό προσωπικό, ήτοι το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής και
διαχειριστής του πολιτικού συστήματος, επικάθηται σ’αυτό, και μεταβάλλεται το
ίδιο σε πολιτικό σύστημα. Η έννοια της κομματοκρατίας ορίζει ακριβώς αυτό το
καθεστώς ιδιοποίησης του κράτους και της λειτουργίας των μελών της –και των
αμέσων πελατών της- ως νομέων του δημόσιου αγαθού.
Για να
συντηρηθεί η εκφυλισμένη αυτή εκδοχή της αιρετής μοναρχίας, η κομματοκρατία,
όφειλε να ολοκληρώσει το έργο της διαρρηγνύοντας τη σχέση της με τις ηγέτιδες
δυνάμεις του μείζονος ελληνισμού, κυρίως την αστική τάξη, και
επιπρόσθετα με την πνευματική και την πολιτική του ηγεσία.
Ο αποκλεισμός των δυνάμεων του πνεύματος
Καθώς έχουμε
εθισθεί στην ιστόρηση του ελληνισμού με βάση τα πεπραγμένα του κράτους, όχι του
κόσμου του, δεν έχει προσεχθεί το γεγονός ότι η αστική τάξη του μείζονος
ελληνισμού συνέχισε να διαγράφει μια αδιάκοπη πορεία στην διιστορία έχοντας
οικουμενική ιδιοσυστασία και εταιρική/δημοκρατική δομή, όπως και στην όλη του
συγκρότηση. Ο ελληνισμός, κατά την ύστερη τουρκοκρατία, δεν διήγε, όπως οι
λοιπές κοινωνίες, το στάδιο της εξόδου του από τη φεουδαρχία, προκειμένου να
επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στη συγκρότηση των πρώιμων θεμέλιων παραμέτρων
του ανθρωποκεντρισμού, εναίς και ένα σώμα κοινωνικών τάξεων εδρασμένων στη
νομισματική οικονομία, με προέχουσα την αστική τάξη.
Την αστική
τάξη του μείζονος ελληνισμού οι δυνάμεις της κομματοκρατίας την απέκλεισαν από
το εθνικό κράτος, όπως ακριβώς και τις δυνάμεις του πνεύματος. Θα λέγαμε
μάλιστα ότι επέλεξαν να την παραδώσουν, μαζί με το πρόταγμα της εθνικής
ολοκλήρωσης, βορά στους εθνικισμούς και στον υπαρκτό σοσιαλισμό που αναδύθηκαν
στην περιοχή του ζωτικού του χώρου.
Μια
παράπλευρη συνέπεια του γεγονότος αυτού είναι ότι αποστέρησαν το πολιτικό
σύστημα από μια ενδιάμεση ισχυρή κοινωνική και πολιτική δύναμη που θα ηδύνατο
να καθοδηγήσει τις πολιτικές του με πρόσημο μια ταξική μεν πλην όμως συλλογική
αντίληψη του κοινού συμφέροντος. Η επιλογή αυτή, υπέκρυπτε επίσης μια κρίσιμης
σημασίας υστεροβουλία. Την ρήξη της ελλαδικής κοινωνίας με το ιστορικό,
ιδεολογικό, πολιτικό και το εν γένει ανθρωποκεντρικό της προηγούμενο, καθώς η
ρήξη αυτή αποτελούσε την αναγκαία συνθήκη για τη νομιμοποίηση του κράτους της
απολυταρχικής, αργότερα της αιρετής μοναρχίας/πολιτικής κυριαρχίας και,
συνακόλουθα, της κομματοκρατίας.
Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020
Γ.Κοντογιώργης, Η Ελληνική ανθρωπολογία μέσα από τον καθρέφτη της ιστορίας
Γ.Κοντογιώργης, Η Ελληνική ανθρωπολογία μέσα από τον καθρέφτη της ιστορίας
https://m.facebook.com/story. php?story_fbid= 643883416201670&id= 100017400526591
https://m.facebook.com/story.
Με αφορμή
την προχθεσινή κυκλοφορία του Γ τόμου του Ελληνικού Κοσμοσυστήματος "δια
χειρός και διανοίας" του τ. Πρύτανη Παντείου Γιώργιου Κοντογιώργη
(Georges Contogeorgis) , ο Πρόεδρος του Ινστιτούτου Πολιτιστικής Διπλωματίας Πέτρος Καψάσκης (Peter Dennis Kapsaskis) συνομιλεί με τον Αριστοτελιστή
Καθηγητή που οικοδόμησε την Κοσμοσυστημική Γνωσιολογία για την "Ελληνική ανθρωπολογία μέσα από τον καθρέφτη της ιστορίας". Ο καθηγητής σκιαγραφεί την κοινωνική βιολογία του "ανθρωποκεντρικού ανθρωπότυπου" μέσα από την αδιατάρακτη
συνέχεια της τρισχιλιετούς διαχρονίας του "ελληνικού παραδείγματος"
της εν ελευθερία δημοκρατικής κοινωνίας από την μικρή κλίμακα της πόλης-κράτους
ως την μεγάλη της βυζαντινής οικουμένης, την τουρκοκρατία και το νεότερο κράτος.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)