Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Γ. Κοντογιώργης - Ποιά στρατηγική για τον ελληνισμό; - 2.11.2009







Διάλεξη του Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανη του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Η επιβεβλημένη πορεία του Ελληνισμού με γνώμονα τα σύγχρονα περιφερειακά προβλήματα και τις προκλήσεις που διαμορφώνονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», που έγινε στις 2 Νοεμβρίου 2009 στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Ασπροπύργου. 


«Η επιβεβλημένη πορεία του Ελληνισμού με γνώμονα τα σύγχρονα περιφερειακά προβλήματα και τις προκλήσεις που διαμορφώνονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη»

Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Κύριε Πρόεδρε, κ. Δήμαρχε, κυρίες και κύριοι, πολίτες αυτής της πόλης και, θα έλεγα, πολίτες του νόστου, όπως είστε οι Πόντιοι, είναι βαριά η ευθύνη ενός επιστήμονα και μάλιστα της δικής μου αρμοδιότητας, της Πολιτικής Επιστήμης, όταν διατυπώνει απόψεις για το μέλλον του ελληνισμού και του ελληνικού τόπου ενώπιόν σας.
Είναι μεγάλη ευθύνη, γιατί οι αναλύσεις και οι ερμηνείες του είναι δυνατόν να βλάψουν το σύνολο εάν είναι εσφαλμένες και όχι μόνον έναν ή ολίγους. Το να κάνει κανείς, αν είναι Μαθηματικός, λάθος σε μια μαθηματική πράξη, θα δεινοπαθήσει ο αριθμός. Το να διαπράξει ο Πολιτικός Επιστήμων σφάλμα στο πώς ερμηνεύει τον κόσμο που ζει, τους Έλληνες ως κοινωνία, το να διερμηνεύσει τις αντιλήψεις τους, τον τρόπο που σκέφτονται, τη βούλησή τους και, περαιτέρω, την ιστορική τους διαδρομή, είναι κάτι το οποίο μπορεί να αποδειχθεί βλαπτικό για τους ίδιους τους Έλληνες, όπως αντιστοίχως, αν ο στοχαστής είναι Βούλγαρος, Ιταλός, Γερμανός, για τους συμπατριώτες του. Θα προσέθετα ότι και η μεθερμήνευση της ιστορίας, μπορεί να αποδειχθεί βλαπτική για την κοινωνία, διότι η ιστορία δεν είναι άδολη, δεν είναι παρελθόν, όπως νομίζεται, είναι από πολλές απόψεις παρόν και μέλλον.
Γι’ αυτό υπογράμμισα το πολύ βαρύ φορτίο που αισθάνομαι ότι επωμίζομαι, το οποίο είναι, πρέπει να πω, απόρροια της συναίσθησης της ευθύνης που έχω απέναντί σας.
Ο κ. Δήμαρχος επεσήμανε ένα ρόλο που αισθάνομαι ότι έχω αναλάβει. Να συμβάλω ώστε να ανακτήσουν οι Έλληνες την ιστορία τους, να ανακτήσουν επίσης την αυτοεκτίμησή τους, να συνειδητοποιήσουν από πού έρχονται και πού πηγαίνουν μέσα από λειτουργίες αυτογνωσίας. Το εγχείρημα όμως αυτό είναι πολύ δύσκολο, διότι προϋποθέτει την απόσειση του άχθους των στρεβλώσεων που δημιούργησε η νεοτερικότητα σε ό,τι αφορά στην αντίληψη και στις προσεγγίσεις της ιστορίας. Η ευρωπαϊκή αλλά και η μηρυκάζουσα ελληνική νεοτερικότητα, η διανόηση του κράτους.
Διότι μας δίδαξαν πολλοί, με πολύ μεθοδικό τρόπο, ότι το παρελθόν μάς ντροπιάζει και το παρόν δεν μας τιμά. Έτσι χάσαμε την αυτοεκτίμησή μας, εθισθήκαμε να μην εκτιμάμε την ιστορία μας, ιδίως το κοντινό παρελθόν μας, της τουρκοκρατίας και του Βυζαντίου ή της νεότερης εποχής και, στο πλαίσιο αυτό, μας δίδαξαν να μην αγαπάμε τους εαυτούς μας. Αποδεχθήκαμε τελικά ότι για ό,τι κακό συμβαίνει στον Ελληνισμό και στη χώρα φταίμε εμείς, η κοινωνία και το παρελθόν μας, και όχι αυτοί οι οποίοι ίππευσαν επί του κράτους ως κατακτητές και μας δυναστεύουν.
Ανήκω, ξέρετε, σε μια οικογένεια που έζησε για περίπου έναν αιώνα τη διασπορά στο δυτικό ημισφαίριο, στην Αμερική και στην Ευρώπη. Και η οικογένεια της γυναίκας μου, ανήκει, από τον πατέρα και τη μητέρα, στην άλλη πλευρά, όχι της διασποράς αλλά της προσφυγιάς, με ρίζες στον Ελληνισμό του Πόντου της Μικράς Ασίας: Της Σινώπης, της Ινέπολης και της Τραπεζούντας.
Έζησα αυτό το κλίμα της ξενιτιάς -του απόδημου και του προσφυγα- από κοντά, διότι μ'ενδιέφερε να βλέπω πώς σκέφτονται, πώς λειτουργούν οι άνθρωποι που φέρουν αυτό το βαρύ φορτίο.
Όταν κάποια στιγμή κατέρρευσε το σύστημα του υπαρκτού σοσιαλισμού, στην Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ανατολικές χώρες, συνέβη να γνωρίσω τον τότε Δήμαρχο της Μόσχας, που ήταν Έλληνας Πόντιος, τον Ποπώφ, και του υπέβαλα την ιδέα που είχα ήδη επεξεργαστεί ήδη από το παρελθόν: Πώς να δημιουργηθεί μια Πολιτεία των Ελλήνων μέσα στην πρώην Σοβιετική Ένωση, χωρίς έδαφος, που να αναπτύξει πολιτικές και διοικητικές δομές και λειτουργίες σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η οικονομία, η εκκλησία, η πρόνοια, δημιουργώντας έτσι τους όρους της συνάντησης, της συνοχής και της σταδιοδρομίας της ελληνικής διασποράς. Ένα οιονεί κράτος εν κράτει, πλήρως αντιπροσωπευτικό στην κορυφή και δημοκρατικό στη βάση.
Την ενστερνίστηκε την ιδέα, αλλά έχασε στη συνέχεια την εξουσία και έκλεισε το κεφάλαιο αυτό. Όταν αργότερα είχα την ευκαιρία να μιλήσω με κάποιον της εδώ κυβέρνησης, είδε το θέμα με ενδιαφέρον, παρέλαβε το σχέδιο και δήλωσε ότι θα το προωθήσει. Το αποτέλεσμα μόνο ως έκτρωμα μπορεί να το περιγράψει κανείς, γιατί το ΣΑΕ, το περίφημο Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού, είναι φτιαγμένο για να χρησιμοποιεί τους Έλληνες της διασποράς, προκειμένου να κάνει το κομματικό κατεστημένο τη δουλειά του και όχι για να ενισχύει την ελληνική διασπορά, στα εδάφη που εκπατρίσθηκε, ή, ακόμη, και να την ενσωματώσει στον κορμό του ελληνικού κράτους, ώστε να αναζωογονήσει τις λειτουργίες του και να συμβάλει στην αποϊδιοποίησή του.
Αν λοιπόν χρειάζεται σήμερα να μιλήσουμε για το ποια μπορεί να είναι η μελλοντική πορεία του Ελληνισμού, άρα και η εξωτερική θέση της χώρας με γνώμονα τα περιφερειακά προβλήματα και τις προκλήσεις που διαμορφώνονται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, οφείλουμε να ξεκινήσουμε πρώτα από το ερώτημα ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, τι αντιπροσωπεύουμε, ποιο είναι το υπόβαθρό μας, τι επιζητούμε τελικά ως συλλογικότητα στον σύγχρονο κόσμο.
Ποια είναι η “κληρονομιά” η οποία μας βαρύνει ή μας ακολουθεί και σε ποιό βαθμό μπορούμε να την αξιοποιήσουμε ως επιχείρημα ή ως κίνητρο δημιουργίας στον παρόντα κόσμο, στις διακρατικές σχέσεις. Το πρώτο λοιπόν ερώτημα αφορά στο πόσο είμαστε διατεθειμένοι να αξιοποιήσουμε τον απόδημο ελληνισμό, αποδίδοντάς του “πολιτειακή” υπόσταση, ώστε να τον αξιοποιήσουμε για να ενισχυθεί η ισχύς και η δημιουργικότητα της χώρας, αντί να τον κατασπαταλούμε, όπως άλλωστε και την ίδια την ελληνική κοινωνία.
Όντως, το κεντρικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα δεν είναι βέβαια η ανάληψη ενός ρόλου ηγεμόνα στον κόσμο, όπως στο παρελθόν, αλλά ένα ζωτικό και άμεσο πρόβλημα ασφάλειας. Όπως θα δούμε, η ήττα του 1922 στη Μικρά Ασία, εκτός από πάρα πολλά άλλα ζητήματα που σημαίνει και τα οποία τα αποσιωπούμε γιατί πρέπει να δικαιολογήσουμε μια σκόπιμη αντίληψη της Ιστορίας, άνοιξε ένα μεγάλο πρόβλημα ασφάλειας για τον Ελληνισμό.
Το πρόβλημα σήμερα για την Ελλάδα είναι να διατηρήσει την ακεραιότητά της, να μη μεταβληθεί σε έναν χώρο που θα παράγει πρόσφυγες και, ιδίως, να διατηρήσει μια σχετική δυνατότητα ανεξαρτησίας ως χώρα. Το ζήτημα της ασφάλειας επομένως είναι πολυσήμαντο. Το διακρίνουμε στην περίπτωση της Κύπρου. Η Κύπρος παρήγαγε περί τις 200.000 πρόσφυγες το 1974, δηλαδή μόλις πρόσφατα, και παρόλη την οικονομική άνεση των κατοίκων της, εγείρεται ένα θέμα ύπαρξης της χώρας αυτής, δηλαδή ελευθερίας της ως ανεξάρτητης πολιτικά κοινωνίας.
Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι εάν το ελληνικό κράτος μπορεί ή έχει την πολιτική βούληση να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της χώρας στον πλανητικό χάρτη, ή με διαφορετική διατύπωση, την ελευθερία μας ως κοινωνία. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα που δεν απαντάται μέσα από τις δηλώσεις ή τις διακηρύξεις της πολιτικής τάξης, αλλά με γνώμονα τα πεπραγμένα της. Και τα πεπραγμένα της πολιτικής τάξης προκύπτουν από τον ιστορικό της βίο. Τα πεπραγμένα επομένως του ελληνικού κράτους είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα προκειμένου να συλλάβουμε τις σταθερές της πολιτικής για την ασφάλεια της χώρας και εννοείται για να καταλάβουμε πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα.
Ο Ελληνισμός της περιόδου της Τουρκοκρατίας, δεν ήταν απλώς μια υπόδουλη ελληνική κοινωνία. Ήταν πολιτικά υπόδουλος στους Οθωμανούς, στο μεγαλύτερο μέρος του, αλλά συγχρόνως έλεγχε, κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, την οικονομική, πολιτική και πνευματική ζωή μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, της οθωμανικής, κατείχε μια σημαίνουσα οικονομική, πολιτισμική και, υπό μια έννοια, πολιτική θέση στα πράγματα της ρωσικής αυτοκρατορίας και, τέλος, μια κεντρική οικονομική παρουσία στην Αυστρουγγαρία και στη μεσογειακή λεκάνη. Για να επικαλεσθώ μόνο την τελευταία περίπτωση, που είναι και η ασθενέστερη, έχει αποδειχθεί ότι στις 114 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Αυστρουγγαρίας, οι 103 ήταν ελληνικές, τον 19ο αιώνα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν ήταν μια υπόδουλη και περιδεής κοινωνία, όπως ας πούμε η βουλγαρική, η αλβανική, η οποιαδήποτε άλλη, στο μέσον των τότε αυτοκρατοριών που δέσποζαν πολιτικά στη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Ήταν μια υπολογίσιμη Δύναμη που συνέχονταν με το ιστορικό της παρελθόν. Συνέχιζε, δηλαδή, και υπό καθεστώς της εθνικής κατοχής, να είναι αυτό που ήταν και στην προηγούμενη περίοδο. Ο ελληνισμός με την άλωση έχασε την ανεξαρτησία του, όχι όμως και την περίοπτη θέση που κατείχε ως κοινωνικο-οικονομική, πολιτισμική, πνευματική και πολιτική πραγματικότητα.
Τι είναι αυτό λοιπόν που οδήγησε αυτόν τον Ελληνισμό στη σημερινή πραγματικότητα, η οποία χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός ελληνικού κράτους που δεν καταφέρνει να εναρμονισθεί με την εποχή του, να διασφαλίσει μια έστω στοιχειώδη ανταποκρισιμότητα με τις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας, να εξοικονομήσει τα χρειώδη της λειτουργίας του χωρίς να λεηλατεί το δημόσιο αγαθό, εκφυλίζοντας συγχρόνως τον κοινωνικό ιστό της χώρας;
Πως, λοιπόν, εξαφανίστηκε αυτός ο Ελληνισμός; Θα επισημάνω την ευθύνη δυο μεγάλων γεγονότων στον ευρύτερο ζωτικό χώρο του ελληνισμού: Τα εθνικά κινήματα που ουσιαστικά αποδόμησαν την οικονομική και πολιτισμική ενότητα της περιοχής και συνδυάσθηκαν με εθνικές εκκαθαρίσεις. Και επίσης η εγκατάσταση του υπαρκτού σοσιαλισμού, που ουσιαστικά κατάργησε αυτό που συγκροτούσε τη δύναμη του Ελληνισμού τότε, το πνευματικό και το οικονομικό του κεφάλαιο.
Θα με ρωτήσετε, ασφαλώς, οι Έλληνες τι έκαμαν για να υπερασπισθούν το κεκτημένο τους, δηλαδή τα συμφέροντά τους; Οι Εβραίοι, για παράδειγμα, που αντιπροσώπευσαν πολύ μικρότερη δύναμη εκείνη την εποχή, συνέχισαν τη δραστηριότητά τους στις χώρες αυτές ή μετέφεραν τα συμφέροντά τους σε άλλες περιοχές του κόσμου, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην απολέσουν το κεκτημένο τους αλλά και να ηγεμονεύσουν στις μέρες μας στα μεγάλα κέντρα της παγκόσμιας ισχύος, όπως οι ΗΠΑ. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί η κατάσταση στη Μέση Ανατολή όπου η Δύση επέλεξε να τοποθετήσει στη θέση του εχθρού όλους τους Άραβες, ολόκληρο το Ισλάμ, προκειμένου να υποστηριχθεί στρατηγικά το ισραηλινό κράτος.
Τι εξουδετέρωσε λοιπόν τη δύναμη αντίστασης του ελληνισμού, ώστε ούτε να μην δημιουργήσει ένα ισάξιο με τη φιλοδοξία του κράτος ούτε να να διατηρήσει τις επιρροές του; με διαφορετική διατύπωση, τι εξαφάνισε τον μείζονα Ελληνισμό εκείνης της εποχής;
στο σημείο αυτό υπεισέρχεται το ζήτημα του νεοελληνικού κράτους. Το σχέδιο της επανάστασης από το Ρήγα Φεραίο μέχρι τη Φιλική Εταιρεία και τον Υψηλάντη, ήταν να υποκατασταθούν οι Οθωμανοί στην αυτοκρατορία από τους Έλληνες. Η φιλοδοξία του προ-επαναστατικού ελληνισμού δεν περιοριζόταν στο διακύβευμα ενός κράτους όπως αυτό που δημιουργήθηκε με σύνορα την Πελοπόννησο και τη Στερεά. Το κράτος αυτό επικύρωσε την αποτυχία της επανάστασης όχι την εθνική απελευθέρωση του ελληνικού κόσμου.
Το κράτος αυτό, εξαρτημένο και περιδεές, θα μεταβληθεί σύντομα σε προσάρτημα μιας πολιτικής ηγεσίας που μοναδικό μέλημα είχε τη νομή του, δηλαδή την κατοχή της ελλαδικής κοινωνίας. Εξού και επέδειξε με παραδειγματικό τρόπο μια μόνο συνέπεια: στο όνομα της διασφάλισης της κατοχής του κράτους, η άρχουσα τάξη του, έπαιξε ένα ρόλο καταλύτη στην αποδόμηση και, τελικά, στην εξαφάνιση του κοσμοσυστημικού Ελληνισμού. Υποτελές στις Δυνάμεις, με υπομόχλιο της πολιτική τάξη, θα καταναλώσει τον ελληνισμό στις εσωτερικές αντιπαραθέσεις της κομματοκρατίας, και θα υπονομεύσει κάθε εγχείρημα εθνικής ολοκλήρωσης.
Θα αναφερθώ σε ένα παράδειγμα: Από το 1828 που ουσιαστικά γίνεται ανεξάρτητο κράτος, μέχρι το 1897 που έγινε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος ο οποίος παραλίγο να επαναφέρει την Ελλάδα στο καθεστώς της οθωμανικής κυριαρχίας, πέρασαν πολλές δεκαετίες. Ο πόλεμος του 1897 κηρύχθηκε από το βασιλιά και σύσσωμες τις πολιτικές δυνάμεις με πρόσχημα την εθνική ολοκλήρωση, ουσιαστικά όμως για να εκτονώσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια. Είχαν τη βεβαιότητα ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα εμπόδιζαν το εγχείρημα.
Το 1897, απεδείχθη ότι το ελληνικό κράτος δεν είχε αναλάβει την παραμικρή προετοιμασία ενόψει της υλοποίησης του μείζονος στόχου που διακήρυσσε, της Μεγάλης Ιδέας. Ο ελληνικός στρατός που θα απελευθέρωνε τον ελληνισμό, που θα ορθωνόταν κατά της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αριθμούσε μόλις 14.000 άτομα, που είχαν τα όπλα της επανάστασης, που όπως μας διηγούνται τα στρατιωτικά αρχεία της εποχής, δεν διέθετε καν στρατόπεδο εκπαίδευσης, οι δε Αξιωματικοί όχι μόνο δεν ήσαν εκπαιδευμένοι να διεξαγάγουν πόλεμο, αλλά και, σε ό,τι αφορά στο βαρύ όχημα του τότε πολέμου, το ιππικό, δεν ήξεραν ούτε να ιππεύσουν. Οι στρατώτες, παρόλ'αυτά, ρακένδυτοι και ξυπόλητοι, πολεμούσαν με αυτοθυσία. Η στρατηγική μέριμνα ωστόσο εστίαζε την προσοχή της στο πώς ο διάδοχος, που δεν είχε πάει καν στρατιώτης, αλλά αναγορεύθηκε σε Αρχιστράτηγο, δεν θα περικυκλωνόταν από τις τουρκικές δυνάμεις, όχι πως θα επιτυγχάνετο η απελευθέρωση των Ελλήνων.
Ο Δημήτριος Βικέλας είναι ένας σημαντικός Έλληνας του τέλους του 19ου αιώνα, είναι αυτός που ουσιαστικά αναδημιούργησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Διηγείται λοιπόν ότι είδε τον Υπουργό Πολέμου για τα Ναυτικά, στο μέσον του πολέμου και ενώ οι δυνάμεις μας οπισθοχωρούσαν άτακτες, να καταγράφει προσωπικά τα ρουσφέτια ουράς ολόκληρης συμπατριωτών του πού ζητούσαν δουλειά. Κι όταν τον ρώτησε πού βρίσκεται ο στόλος, δε γνώριζε. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι σε μια κρίσιμη καμπή για την ιστορία του ελληνισμού, οι πολιτικές δυνάμεις, πιεζόμενες από την κοινωνία που προσδοκούσε την εθνική ολοκλήρωση, επέλεξαν μια αδιέξοδη και καταστροφική διαχείριση του εθνικού ζητήματος. Οι συνέπειες ήταν καταλυτικές για τη μετέπειτα διαμόρφωση του γεωπολιτικού χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η πολιτική τάξη γνώριζε, απλώς στην ατζέντα της δεν ήταν εγγεγραμμένο το εθνικό ζήτημα, όπως δεν ήταν εγγεγραμμένο και το εσωτερικό ζήτημα (κοινωνικό κλπ) της χώρας.
Ελπίζοντας, παρόλ'αυτά ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις θα εμπόδιζαν τον πόλεμο, είχαν τη βεβαιότητα ότι θα αντλούσαν τη δόξα και θα μετακύλιαν σ'αυτές την ευθύνη για την εκ νέου αποτυχία του εθνικού εγχειρήματος. Θα γινόταν έτσι ήρωες στα μάτια της κοινής γνώμης.
Γιατί η πολιτική αυτή επιλογή αποτέλεσε τη σταθερά της άρχουσας τάξης καθόλον το 19ο αιώνα; Γιατί δεν ήθελαν ουσιαστικά την εθνική ολοκλήρωση; Όπως έχει επισημανθεί, ο μόνος εθνικός χώρος που δεν έχει απελευθερώσει την πρωτεύουσά του είναι ο ελληνικός, εν προκειμένω την Κωνσταντινούπολη.
Δεν ήταν όντως εφικτό; Προφανώς όχι. Εάν θέλουμε να είμαστε ακριβείς και ειλικρινείς με τον εαυτό μας, πρέπει ν’ αναγνωρίσουμε ότι οι άρχουσες δυνάμεις αυτού του κράτους, είχαν ορθώσει υψηλά τείχη στον οικουμενικό ελληνισμό, είχαν εντελώς απομονωθεί από τη δύναμή του, η οποία ήταν δυσανάλογη σε σχέση με ό,τι αυτές αντιπροσώπευαν, δεν ήθελε να τον εντάξει στον εθνικό πολιτειακό κορμό.
Γιατί, αν αυτό γινόταν, όπως αντιλαμβάνεστε, η άρχουσες δυνάμεις του κράτους θα μεταστεγάζονταν απλώς στη θέση κάποιων προέδρων κοινοτήτων, τίποτε περισσότερο. Η δύναμη του Ελληνισμού ήταν εκείνη που θα τους συνέτριβε, θα συμπαρέσυρε τις πρακτικές και τις λειτουργίες της κομματοκρατίας που συντηρούσε την παλαιά τάξη πραγμάτων.
Η υπέρβαση θα επιτευχθεί προσωρινά το 1909, όταν κοινωνία και στρατός, όντας σε απόγνωση, εξεγείρονται. Λέω προσωρινά, διότι λίγα χρόνια αργότερα, οι δυνάμεις της κομματοκρατίας και της ιδιοποίησης του κράτους, θα επανέλθουν στην εξουσία και θα ακυρώσουν την εθνική προσπάθεια, με τραγικά για τον ελληνισμό αποτελέσματα. Το 1922 βιώνουμε το τελικό όριο μίας εθνεγερσίας, μιας καθολικής όσο και εξαντλητικής προσπάθειας να απελευθερωθούν οι Έλληνες αδελφοί, οι ελληνικές κοινωνίες της Μικράς Ασίας και της Θράκης. Αντιμέτωπες με τον αγώνα αυτόν ορθώνονται οι εσωτερικές δυνάμεις της κομματοκρατίας, που ομνύουν στο δόγμα της μικράς πλην εντίμου Ελλάδος και διεξάγουν έναν αγώνα μέχρις εσχάτων, προκειμένου να διατηρήσουν τα κεκτημένα. Οι δυνάμεις αυτές εκμεταλλεύθηκαν την φυσική κόπωση της ελληνικής κοινωνίας και την συγκυρία, απέδωσαν δε στο ελληνικό εγχείρημα τη μομφή της αποικιοκρατικής ή, αναλόγως, ιμπεριαλιστικής και, σε κάθε περίπτωση, επεκτατικής πολιτικής πρόθεσης.
Δεν είναι καθόλου αστεία η επισήμανση αυτή. Το μέτωπο στη Μικρά Ασία ηττήθηκε στο εσωτερικό της χώρας. Δεν ηττήθηκε η Ελλάδα στη Μικρά Ασία. Κατέρρευσε το μέτωπο γιατί προδόθηκε από τους θιασώτες της κομματοκρατίας, που διέκριναν στην ενσωμάτωση του σφύζοντος ελληνισμού το τέλος της δικής τους πολιτικής κυριαρχίας. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι για πρώτη φορά προσφέρθηκε στην Ελλάδα η δυνατότητα να γίνει περιφερειακή δύναμη και την κλώτσησε.
Από την άποψη αυτή η ήττα του ελληνικού κόσμου στη Μικρά Ασία δεν εξαφάνισε απλώς έναν ολόκληρο Ελληνισμό που είχε τη μήτρα του εκεί χιλιάδες χρόνια. Κρίθηκε ολοκληρωτικά και τελειωτικά η θέση της χώρας στην ευρύτερη περιοχή έτσι ώστε εφεξής να αντιμετωπίζει εν είδει σταθεράς ένα μείζον πρόβλημα ασφάλειας, που αφορά στην ίδια της την ύπαρξη.
Θα μου θέσετε ευλόγως το ερώτημα, αν η στεθερά της κομματοκρατίας που συνέβαλε καθοριστικά στην καταστροφή του ελληνικού κόσμου, εξακολουθεί να κατευθύνει τα πολιτικά πράγματα στις μέρες μας. Πρέπει να σας διαβεβαιώσω, για να ξαναπιάσω το νήμα που έθιξε ο κ. Δήμαρχος, ότι σήμερα η κυρίαρχη ιδεολογία στην Ελλάδα που διακινεί η κυρίαρχη τάξη και την οποία νομιμοποιεί οπωσδήποτε η διανόηση, είναι εκείνη της μικράς πλην εντίμου Ελλάδος. Η επιλογή αυτή δεν αντιτίθεται προφανώς προς κάποια εθνικιστική πολιτική η οποία θα αποσκοπούσε στην εφαρμογή μιας επεκτατικής πολιτικής σε βάρος κάποιων γειτονικών ενδεχομένως λαών. Το διακύβευμα για τη χώρα είναι η ανεξαρτησία της, η ακεραιότητά της και μάλιστα η αποφυγή της “ιμιοποίησής” της. Γύρω στα 1980, είχα εισαγάγει την έννοια της “φινλανδιποίησης” για να δείξω ότι οι γείτονες ήθελαν, σε βάθος χρόνου, να επιτύχουν τον έλεγχο της εξωτερικής μας πολιτικής. Η περίοδος αυτή παρήλθε και οι επιδιώξεις τους φιλοδοξούν να μας υποβάλουν σε μια νεα οθωμανική στέγη.
Οι δυνάμεις της κομματοκρατίας έχουν ευρέως εκσυγχρονισθεί, έχουν εφεύρει νέες πρακτικές ιδιοποίησης του κράτους, νομιμοποίησης των πρακτικών τους και μάλιστα έχουν αναλάβει ένα ολοκληρωμένο εγχείρημα ανάπλασης της ιστορίας προκειμένου να στηρίξουν το επιχείρημά τους. Στο εγχείρημα αυτό έχουν βρει ισχυρό σύμμαχο και κίνητρο τις χρηματοδοτικές πηγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θεμελιώδης σταθερά του κράτους όμως εξακολουθεί να είναι η διατήρηση του χαρακτήρα του ως πολιτικού δυνάστη της κοινωνίας. Εξού και συμπεριφέρεται ως ξένος απέναντι στις προσδοκίες της, σ'αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε κοινό συμφέρον και, για τα εξωτερικά ζητήματα, εθνικό συμφέρον. Η κοινωνία, αντιμετωπίζεται από την άρχουσα τάξη ως ο μείζον εχθρός από τον οποίο επιδιώκει να διαφυλαχθεί με τον αυστηρό εγκιβωτισμό της στην ιδιωτική σφαίρα, μακριά από το πολιτικό σύστημα, ή με την οριοθέτηση της θέσης της με την δημιουργία επάλληλων αναχωμάτων ασυλίας, δηλαδή προστασίας του πολιτικού από τη δικαιοσύνη. Η πονηρά φύση της συλλογιστικής που υποβάλλει η διανόηση του κράτους, η οποία λειτουργεί εν προκειμένω ως ο απολογητής του συστήματος αυτού, κατατείνει στο να προκρίνει ότι η αιτία για τις πολιτικές παρεκκλίσεις του κράτους από την αρμόζουσα δικαιοταξία, δηλαδή από το σκοπό του και ο κίνδυνος που αυτές εμπεριέχουν είναι η “πλειοψηφία” (εννοείται της κοινωνίας) και ο “ελληνικός εθνικισμός”, που έχει ως υπόβαθρο την αναγωγή ή την ανάμνηση του “ενδόξου” παρελθόντος. Γι'αυτό και διαπιστώνουμε ότι αφενός συμπεριφέρονται ως τυπικοί εκπρόσωποι της οικονομικής μετανάστευσης εναντίον της κοινωνίας των πολιτών και αφετέρου υιοθετείται χωρίς όρους και όρια ως αντίδοτο ο εθνικισμός των άλλων, οι διεκδικήσεις των γειτόνων μας. Εν προκειμένω, η πολιτική ανάσχεσης στα σύνορα της μαζικής μεταφοράς της εργασίας εμπορεύματος στην ελληνική χώρα προσεγγίζεται είτε αδιάφορα είτε ως περίπου αδίκημα. Δεν συνεκτιμάται, διότι δεν ενδιαφέρει, αν η μαζική αυτή εγκατάσταση της εργασίας εμπορεύματος στην Ελλάδα -πέραν των λοιπών της επιπτώσεων- οδηγεί σε μια καταλυτική έκπτωση της πολιτειοτικής εργασίας και αντικειμενικά στην εξυπηρέτηση του κεφαλαίου. Κατά την ίδια έννοια, υιοθετώντας τον εθνικισμό του “άλλου”, υποσκάπτουν ουσιωδώς το θεμέλιο της συλλογικής ζωής της κοινωνίας που τους συντηρεί, δηλαδή την ελευθερία. Έτσι μόνο μπορεί να αξιολογηθεί η διαχείριση του σκοπιανού ζητήματος, στο μέτρο που παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του ονόματος, ή της πολιτικής της Τούρκίας στο Κυπριακό και στο Αιγαίο.
Από κοντά, μια άλλη σχολή σκέψης, που εκπορεύεται από τις εμπειρίες της εκκλησίας, διδάσκει ότι ο κίνδυνος για την Ελλάδα προέρχεται από τη Δύση, όχι από την Ανατολή, με την οποία ο Ελληνισμός μοιράζεται την ίδια “πνευματικότητα” και την αίσθηση του “ιερού”. Εάν ενσωματωθούμε στη Δύση θα χάσουμε την ψυχή μας, θα αλλοτριωθούμε οριστικά. Δεν διστάζουν μάλιστα οι θιασώτες της να προκρίνουν την ένταξή μας σε ένα νέο τουρκικό ή οθωμανικό σχήμα ή να αναζητήσουμε τη θαλπωρή της ρωσική αυτοκρατορικής πολυσημίας. Ο γενναδισμός, ως ιδεολογικό στερεότυπο, όχι μόνο δεν εξέλιπε, αλλά παραμένει ζωντανός σε ορισμένους κύκλους στης θρησκευτικής ορθοταξίας. Με τον όρο αυτόν, ορίζω το φαινόμενο του τέλους του Βυζαντίου όταν η εκκλησία και η ορθοδοξία αποτέλεσαν το ιδεολογικό όχημα που οδήγησε στην παραίτηση του ελληνισμού από τη διεκδίκηση της συλλογικής του ελευθερίας και, μάλιστα, στην απόφαση να ανταλλαγεί η εθνική ανεξαρτησία με την οθωμανική προστασία της εκκλησίας από την “κακή” Δύση.
Αυτά όμως, όπως αντιλαμβάνεσθε, σημαίνουν ότι στην πραγματικότητα εσωτερικά δεν έχουμε ένα μέτωπο αξίωσης ελευθερίας που θα ανάγεται στο συμφέρον της κοινωνίας, αλλά και στο διακρατικό πεδίο, που θα επιτρέψει στη χώρα να οδηγήσει τα πράγματα σε μια διαπραγμάτευση σωστική για αυτό που αποκαλούμε εθνικό συμφέρον.
Δείτε τη διαχείριση των πραγμάτων της εξωτερικής μας πολιτικής, από το ’50 και μετά. Συναντάμε το ίδιο πολιτικό σκηνικό, τις ίδιες αντιλήψεις, τον ίδιο τρόπο διαχείρισης που σας περιέγραψα για τον 19ο και τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Παράδειγμα το Κυπριακό: θα έχετε ακούσει για την πολιτική τακτική ή το πολιτικό αποτέλεσμα των χαμένων ευκαιριών. Το Κυπριακό επιβεβαιώνει ακριβώς μια εξωτερική πολιτική που καθορίζει τις επιλογές της όχι από το συμφέρον της χώρας αλλά με μέτρο τις εσωτερικές κομματικές ιδιοτέλειες, οι οποίες διαμορφώνονται τελικά με στενά εκλογοθηρικά κριτήρια. Αντί δηλαδή η αρμόδια πολιτική τάξη να συγκροτεί το εθνικό πρόταγμα με γνώμονα τις δυνάμεις που απαιτούν οι περιστάσεις και τις δυνατότητες της χώρας, αναλώνεται στη μεγιστοποίηση στην “κοινή γνώμη” προσδοκιών, τις οποίες ούτε τη βούληση έχει να υποστηρίξει, με την ανάλογη επιστράτευση δυνάμεων ούτε και τη δυνατότητα να τις επιβάλει. Δημιουργεί έτσι το κλίμα του αδιεξόδου, του εκφυλισμού και, εντέλει, της υποχώρησης. Έκτοτε, ζητούμενο είναι η αποφλοίωση της ουσίας του εθνικού θέματος, η κόπωση της “κοινής γνώμης”, ώστε να προετοιμασθεί το έδαφος για τον σε βάθος χρόνου απολογισμό των “χαμένων ευκαιριών”.
Στο κλίμα αυτό εγγράφεται και η διαπίστωση ότι κάθε φορά στην ελληνική πλευρά προσφέρονταν ευκαιρίες επίλυσης ενός εθνικού προβλήματος, τις οποίες απέρριπτε για εσωτερικούς ψηφοθηρικούς λόγους, ακολουθούσε μια νέα πρόταση, η οποία ήταν προφανώς χειρότερη, διότι ήταν εναρμονισμένη στις συνθήκες του αδιεξόδου και της εγκατάλειψης που είχε οδηγήσει η ελληνική πολιτική τάξη. Οι απώλειες ευκαιριών είναι το επακόλουθο της ευκαιριακού/καφενειακού τύπου διαχείρισης του ζητήματος και της εισαγωγής εσωτερικών κριτηρίων, που διασκεύαζε η ίδια η πολιτική ηγεσία με την εξώθηση της “κοινής γνώμης” σε μεγιστοποιημένες ή και σε εφικτές ακόμη διεκδικήσεις, τις οποίες εντούτοις δεν ήταν εφικτές ή δεν είχε την ανάλογη βούληση να διαχειρισθεί, με μια ανάλογη επιστράτευση των δυνατοτήτων της χώρας. Η διαχείριση του κυπριακού είναι παραδειγματική: χωρίς καμία συνεκτίμηση των παραμέτρων του διεθνούς συστήματος, μελέτη των προθέσεων του διεθνούς παράγοντα, των δυνατοτήτων της χώρας και κυρίως έναν στοιχειώδη σχεδιασμό της στρατηγικής που θα ακολουθείτο, το κυπριακό οδηγήθηκε στην τελμάτωση και σε μια ατέλειωτη απαρίθμηση καταστροφικών αποτελεσμάτων. Το αίτημα της ένωσης στο κυπριακό ήταν εξωπραγματικό για τις δυνατότητες της χώρας, η υιοθέτησή του όμως και η εν γένει διαχείριση του κυπριακού ζητήματος αποκαλύπτει ότι θα ήταν καλύτερη η τύχη του κυπριακού ελληνισμού εάν δεν το είχε αναλάβει η Ελλάδα και αφήνετο στην τύχη του.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι πιο αληθινό από το πρώτο. Αναφέρομαι στο ζήτημα των Σκοπίων. Πώς συμβαίνει να μην υπάρχει καμία δύναμη στον κόσμο -και βεβαίως οι ΗΠΑ που από μας αντλούν πολλαπλάσια οφέλη από όσα αντλούν από τα Σκόπια-, που να υποστηρίζει την Ελλάδα σε μια τόσο απλή στη διαχείριση διαφορά. Στην περίπτωση του σκοπιανού ζητήματος, το αίτημα διατυπώθηκε κυριολεκτικά με όρους καφενείου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο σχεδιασμού που θα συνεκτιμούσε τα δεδομένα των διεθνών σχέσεων, δεν υπήρξε κανένας σχεδιασμός και, οπωσδήποτε, η πολιτική ηγεσία δεν είχε καμία πρόθεση να επιστρατεύσει τις δυνατότητες της χώρας για να επιτύχει το σκοπούμενο, το διακηρυσσόμενο από αυτήν ή έστω το οδηγήσει σε μια ευτυχή έκβαση. Το αίτημα διαμορφώθηκε με γνώμονα τις εσωτερικές σκοπιμότητες, σε συνάρτηση με προσδοκίες που η ίδια η πολιτική ηγεσία φρόντισε να δημιουργήσει στην κοινωνία. Σας θυμίζω ότι αντί να οργανωθεί η διαπραγματευτική στρατηγική της χώρας ή και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που της προσφέρθηκαν, αναλώθηκε σε γηγαντώδη συλλαλητήρια ως εάν η διαπραγμάτευση έμελλε να γίνει με τους Έλληνες και όχι με τη διεθνή κοινότητα και τους γείτονες. Με τον τρόπο αυτόν όμως ακύρωσαν τη δυνατότητα ενός αξιοπρεπούς και οπωσδήποτε συμφέροντος συμβιβασμού. Στη συνέχεια, από τη στιγμή που η υπόθεση χάθηκε για τα ελληνικά συμφέροντα, δεν δίστασαν να επιχειρηματολογήσουν ότι φταίνε οι “άλλοι” που δεν κατανοούν το πρόβλημα. Κανείς όμως δεν είναι έτοιμος να αναλογισθεί ότι εξαιτίας του τρόπου διαχείρισης του σκοπιανού -και όχι της έγερσης του σκοπιανού ζητήματος- εξουδετερώθηκε η δυνατότητα της Ελλάδας να παίξει έναν σημαίνοντα πολιτικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή. Βέβαια, όπως μου αντέτεινε συνάδελφος Γάλλος στις αρχές της 10ετίας του 1990, όταν του έλεγα ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αναλάβει έναν καίριο ρόλο στη Νοτιοανατολική Ευρώπη ως εκπρόσωπος της Δύσεως, το ζήτημα ήταν εάν το ήθελε και, μάλιστα, εάν η πολιτική τάξη ήταν έτοιμη να τον αναλάβει. Το ερώτημα αυτό εξακολουθεί να είναι δραματικά επίκαιρο, εάν παρατηρήσει κανείς την πλήρη απουσία της πολιτικής Ελλάδας στη Βαλκανική, σε αντίθεση με την οικονομική ιδίως παρουσία του ελληνικού κόσμου. Η Νοτιοανατολική Ευρώπη δεν ενδιαφέρει την πολιτική Ελλάδα διότι δεν αφορά τις άμεσες ψηφοθηρικές προτεραιότητες της πολιτικής τάξης.
Αυτή η ανακολουθία ανάμεσα στο πατριωτικώς “θέλειν” της πολιτικής ηγεσίας, στη συνεκτίμηση του συμφέροντος της χώρας, ή αλλιώς του πατριωτισμού της, και στις διακηρύξεις της, που παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς το ιδιοτελές συμφέρον που της υπαγορεύει η άμεση πολιτική συγκυρία στο εσωτερικό μέτωπο, συνδέεται με μια άλλη πραγματικότητα, δραμτικά ενδιαφέρουσα. Η πραγματικότητα αυτή έχει να κάνει με τον χαρακτήρα των διεθνών σχέσεων.
Οι διεθνείς σχέσεις είναι σχέσεις δύναμης. Σχέσεις δύναμης σημαίνει ότι το νόμο εκεί τον διαμορφώνει ο δυνατός, δεν είναι σχέσεις δικαίου. Για να πετύχει κανείς κάτι πρέπει να επιστρατεύσει πιο πολλές (διπλωματικές και άλλες) δυνάμεις από τον αντίπαλο που κι αυτός προσπαθεί να πετύχει το αντίστοιχο. Οι Σκοπιανοί λοιπόν απεδείχθη ότι είχαν μεγαλύτερη ικανότητα να συγκεντρώσουν δυνάμεις διαπραγμάτευσης απ’ ότι οι Έλληνες. Γιατί; Διότι αυτοί διαχειρίστηκαν το εθνικό τους πρόβλημα με επιχειρησιακό, όπως θα λέγαμε, τρόπο, κι όχι με όρους καφενείου, δηλαδή ανεύθυνο, όπως το συνηθίζει η ελληνική πολιτική τάξη. Όταν οι Έλληνες πολιτικοί διαγκωνίζονταν, υπερθεματίζοντας στον εσωτερικό ανταγωνισμό, οι Σκοπιανοί έστηναν συμμαχίες και συμπάθειες στο εξωτερικό, συνεκτιμώντας ότι η ασφάλεια επιτυγχάνεται και η διαχείριση εξωτερικών ζητημάτων γίνεται με όρους δύναμης στο διακρατικό και όχι στο εσωτερικό πεδίο. Αυτό σημαίνει εξωτερική πολιτική.
Εμείς λοιπόν αφήσαμε το εξωτερικό πεδίο ελεύθερο και αρκεσθήκαμε να διαχειρισθούμε, δηλαδή να σερβίρουμε, στο τέλος την ήττα στον ελληνικό λαό. Τι να κάνουμε, το θέμα δεν πείθει, δεν πουλάει στη διεθνή κοινότητα, όχι η ανικανότητά ή μάλλον το ξεπούλημά του. Τι περιμένουμε λοιπόν τώρα; Να ανταλλάξουμε την ανάγκη των Σκοπίων να ενταχθούν στους διεθνείς θεσμούς (ΝΑΤΟ και Ε.Ε.) με μια εμβαλωματική λύση που θα διασώζει τα προσχήματα, όχι την ουσία του προβλήματος. Και πάλι δεν ενδιαφέρει η επωφελής για την χώρα επίλυση του προβλήματος, αλλά η τήρηση των προσχημάτων έναντι της κοινής γνώμης.
Το ίδιο συμβαίνει και στο Κυπριακό. Η αλυσίδα των χαμένων ευκαιριών που σημαίνουν τη εγκατάλειψη του εθνικού αυτού θέματος, φανερώνει ότι σε καμιά περίπτωση η πολιτική ηγεσία δεν ενδιαφέρθηκε να επιστρατεύσει τα ισχυρά γεωστρατηγικά ερείσματα της χώρας και να χαράξει μια συνεπή στρατηγική επίλυσης του κυπριακού, που θα διασφαλίζει την ανεξαρτησία και την ασφάλεια της κυπριακής πολιτείας. Τα ίδια θα είχαμε να επισημάνουμε και για τα υπόλοιπα ζητήματα που εκκρεμούν στη Βαλκανική.
Αυτό σημαίνει, όμως, ότι η ελληνική πολιτική ηγεσία θα είχε επεξεργασθεί μια συνολική στρατηγική για τον ελληνισμό, για την παρούσα του κατάσταση, για την προοπτική του, για την θέση του στον κόσμο. Μια στρατηγική που θα συνεκτιμά τους συντελεστές του διεθνούς συστήματος, τα γεωπολιτικά πλεονεκτήματα της χώρας και φυσικά τις δυνατότητες που μπορεί να επιστρατεύσει για τη διαχείριση των προβλημάτων ασφαλείας που αντιμετωπίζει. Η πολιτική ηγεσία θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ασφάλεια της χώρας θα κατοχυρωνόταν καλύτερα αν επιδιώκετο η σύγκληση των συμφερόντων της με εκείνα των δυνάμεων που διαμορφώνουν τον γεωπολιτικό χάρτη στην περιοχή μας και όχι με την ανάδειξη διαφορών που θα μας έφερναν αντιμέτωπους μαζί τους. Πριν απ'όλα απαιτείται η συστράτευση του εντός και του εκτός ελληνισμού, άρα η οργάνωσή του σε στέρεες βάσεις και η ανάπτυξη των δυνατοτήτων του, στο οικονομικό, πολιτισμικό κλπ πεδία.
Να είμαστε ειλικρινείς. Δεν υπάρχει στην ελληνική άρχουσα τάξη βούληση ανεξαρτησίας, ούτε θέληση να απελευθερωθούν και να αναπτυχθούν οι δυνατότητες της χώρας ώστε να είναι ανταγωνιστική στο διεθνές σύστημα. Δεν απαντάται στην ελληνική πολιτική τάξη συνείδηση εθνικού καθήκοντος. Και φυσικά δεν συντρέχει “όραμα” για το παρόν και το μέλλον της χώρας. Το εθνικό υποτάσσεται σταθερά στο προσωπικό συμφέρον. Όταν οι Έλληνες πολιτικοί μεταβαίνουν στη Ουάσιγκτον, πολύ λιγότερο διαπραγματεύονται τα ελληνικά συμφέροντα και πολύ περισσότερο ενδιαφέρονται να επενδύσουν στους ελληνοαμερικανούς, στη θέση τους στην εσωτερική πολιτική ζωή, στην εικόνα τους ώστε να την αξιοποιήσουν στη διαδικασία διαδοχής, δηλαδή στην άντληση ερεισμάτων και υποστήριξης από τους παράγοντες της υπερδύναμης. Έχει σημασία να προσεχθεί ότι ο χώρος της άμυνας -τα εξοπλιστικά προγράμματα κλπ- αποτελούν, όπως όλοι ξέρουμε, προνομιακό πεδίο επικερδούς προσωπικής επένδυσης παρά εθνικής διαχείρισης.
Πώς μπορεί να ισορροπήσει το εθνικό με το ιδεολογικό και το προσωπικό συμφέρον; Είναι ένα δίλημμα, το οποίο όπως διαπιστώσαμε ήδη τέμνει τη διαφορά υπέρ του του μερικού συμφέροντος, δηλαδή σε βάρος της χώρας.
Μου έλεγε κάποτε, το 1991, ένας Ιάπωνας πολιτικός: «εμείς όταν πάμε να διαπραγματευθούμε κάτι για τη χώρα μας έχουμε πίσω μια Ομάδα Εργασίας που έχει μελετήσει το ζήτημα και τη ρωτάμε πώς θα επιχειρηματολογήσουμε και μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε και προετοιμάζουμε αναλόγως, δηλαδή προηγουμένως το έδαφος με διεθνείς συμμαχίες. Οι δικοί σας πολιτικοί» -μας πήραν είδηση μέχρι την Ιαπωνία- «δίνουν την εντύπωση ότι τα ξέρουν όλα. Δεν έχουν κανέναν σύμβουλο, κανέναν που να έχει μελετήσει το ζήτημα. Οι ίδιοι διαπραγματεύονται, οι ίδιοι αποδέχονται ή απορρίπτουν, οι ίδιοι αποφασίζουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό».
Ο Έλληνας πολιτικός προσποιείται ότι διαπραγματεύεται ενώ στην πραγματικότητα δεν επιθυμεί να θίξει και να δώσει λύση στα ακανθώδη ζητήματα. Επιλέγει να τα σπρώχνει πίσω στο χρόνο ως “καυτή πατάτα” που είναι για τους άλλους. Με τον τρόπο συσσωρεύονται τα προβλήματα και στο τέλος η λύση γίνεται επώδυνη. Στο ενδιάμεσο διάστημα αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να πουλήσει στο εσωτερικό μέτωπο πολιτικό λόγο και όχι να φέρει αποτέλεσμα στη χώρα.
Σας προτείνω να παρακολουθήσουμε τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Γιατί η χώρα μας αντιμετωπίζει πρόβλημα ασφάλειας έναντι της Τουρκίας; Αντιμετωπίζει πρόβλημα ασφάλειας διότι η γειτονική αυτή χώρα κατέχει μία γεωστρατηγική θέση στην περιοχή που την τοποθετεί στη θέση του προνομιακού συνομιλητή της υπερδύναμης που υπάρχει σήμερα, των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Και οπωσδήποτε, ένα μέγεθος που υπερβαίνει κατά πολύ το μέγεθος της ελληνικής χώρας. Εντούτοις το πρόβλημα ασφαλείας το αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο σήμερα και όχι στο μεταπολεμικό παρελθόν. Τι συνέβη στο μεταξύ; Την προηγούμενη περίοδο η Ελλάδα αντιστάθμιζε το μέγεθος της Τουρκίας με την υπεροχή της στο πεδίο της οικονομίας. Συνακόλουθα και στους συσχετισμούς. Συγχρόνως, η διεθνής συγκυρία δεν επέτρεπε τοπικές ή περιφερειακές εντάσεις.
Τα δεδομένα αυτά αποκρυσταλλώθηκαν στο δόγμα της αναλογίας του 7 προς 10 που διείπε τη σχέση μας στο πλαίσιο του δυτικού συστήματος. Το “7 προς 10”, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, για τους Δυτικούς αντιπροσώπευε την κατανομή της επιρροής μεταξύ των δύο χωρών στην περιοχή. Μας αντιμετώπιζαν ως “πακέτο” με την έννοια ότι δεν ήταν διανοητός ο διαχωρισμός των δυο χωρών στις στρατηγικές εκτιμήσεις της εποχής. Η Ελλάδα στο πακέτο αυτό κατείχε 7 βαθμούς επιρροής έναντι 10 της Τουρκίας. Προφανώς οι Δυτικοί ήξεραν γιατί γινόταν αυτή η κατανομή ισχύος και επιρροής.
Η Τουρκία δεν μπορεί να σταθεί μόνη της γεωπολιτικά χωρίς την Ελλάδα ή μάλλον με την Ελλάδα ανταγωνιστική. Δεν μπορεί να παίξει έναν αυτοδύναμο ρόλο εάν δεν συγκροτεί πακέτο με την Ελλάδα ή εν εναντία περιπτώσει εάν δεν καθυποτάξει την Ελλάδα στην επιρροή της.
Και ενώ οι Δυτικοί αντιμετώπιζαν το δόγμα του 7 προς 10 ως κατανομή επιρροής στην ευρύτερη γεωπολιτική περιοχή, η Ελλάδα την περιόρισε ως ζήτημα στρατιωτικής αναλογίας στο Αιγαίο. Και μάλιστα στο ζήτημα της στρατιωτικής βοήθειας που θα χορηγούσε η Αμερική στις δυο χώρες.
Το αποτέλεσμα ήταν, βεβαίως, ότι η Τουρκία προετοίμαζε το έδαφος για την ανάπτυξή της στο ευρύτερο γεωπολιτικό πεδίο, που η Ελλάδα της άφηνε το έδαφος ελεύθερο και κλεινόταν στον εαυτό της, προδιαθέτοντας τον εαυτό της για τη δύσκολη περίοδο που θ’ ακολουθούσε.
Πού βρισκόμαστε λοιπόν σήμερα με γνώμονα αυτή τη λογική; Προφανώς τα πράγματα έχουν γίνει πολύ χειρότερα. Διότι σήμερα οι περιορισμοί του Ψυχρού πολέμου εξέλειπαν, και επομένως οι ανταγωνισμοί αφήνουν πολύ μεγαλύτερο περιθώριο για δράση των περιφερειακών δυνάμεων. Τότε μια σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα οδηγούσε ίσως σε παγκόσμιο πόλεμο. Σήμερα τίποτε δεν προϊδεάζει για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Επιπλέον η Τουρκία έχει σαφώς ανατρέψει την ισορροπία, το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχαμε στον οικονομικό τομέα. Τέλειωσε πια η εποχή που η Ελλάδα ήταν πολύ ισχυρή οικονομικά σε σχέση με την Τουρκία και μπορούσε να την ανταγωνισθεί στα εξοπλιστικά προγράμματα και στις διεθνείς σχέσεις. Θα προσθέσω επίσης ότι ενώ η Ελλάδα προηγήθηκε στον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας, κατάφερε να απαξιώσει το πλεονέκτημα αυτό, και μάλιστα η Τουρκία να θεωρείται ως μια υπολογίσιμη πολεμική βιομηχανία στον κόσμο.
Εκεί είναι όμως το θέμα; Εάν θα εισέλθουμε σε πολεμική αναμέτρηση με την Τουρκία; Η Τουρκία γνωρίζει καλά ότι οποιαδήποτε πολεμική εμπλοκή της με την Ελλάδα, ακόμη και αν την βγάλει νικήτρια, θα της ακυρώσει τη φιλοδοξία να παίξει το ρόλο που επιθυμεί ως περιφερειακή δύναμη και θα λειτουργήσει απαγορευτικά στην ευρωπαϊκή της προοπτική.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία, πολύ περισσότερο από την Ελλάδα, δεν επιθυμεί τον πόλεμο. Τότε γιατί εμείς, δια στόματος Υπουργών και μάλιστα του ίδιου του πρωθυπουργού, δηλώνουμε ότι «φοβόμαστε ότι μπορεί η Τουρκία να θελήσει να μας πάρει κάποιο νησί; Ότι δηλαδή δεν πρέπει να συμπεριφερόμαστε με τρόπο που θα ενοχλήσει ή θα θυμώσει την Τουρκία;»; Σε ποιόν απευθύνονται οι πολιτικοί αυτοί; Ποιον θέλουν να προειδοποιήσουν ή και να φοβίσουν; Προφανώς όχι την Τουρκία. Οι δηλώσεις αυτές ανοίγουν την όρεξη της γείτονος διότι της μεταφέρουμε το μήνυμα ότι είμαστε ήδη έτοιμοι να “διαπραγματευθούμε” την ακεραιότητα της χώρας επειδή δεν μπορούμε, δηλαδή δεν έχουμε την θέληση να την υπερασπισθούμε, με πρόσημο την ανεξαρτησία μας.
Αυτό είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Διότι η Ελλάδα, παρόλη τη δυσμενή θέση που την έχει οδηγήσει η πολιτική της ηγεσία, διαθέτει ακόμη τα συγκριτικά εκείνα στρατηγικά πλεονεκτήματα που της επιτρέπουν να αντισταθμίσει την ισχύ της Τουρκίας και να υπερβεί τα προβλήματα ασφαλείας, που την κρατάνε εγκλωβισμένη σε μια εσωστρέφεια, σ’ έναν διαρκή φόβο. Φόβο, επιμένω, που συναρτάται από τις δουλείες της άρχουσας πολιτικής τάξης, όχι με τη χώρα και το φρόνημα της κοινωνίας
Ξεκίνησα προηγουμένως να λέω ότι η Τουρκία γνωρίζει πως για να μεταβληθεί σε περιφερειακή δύναμη, οφείλει ν’ αντιμετωπίσει την Ελλάδα ως “πακέτο”, δηλαδή και τις δυο χώρς ως αδιάσπαστο γεωπολιτικό μέρος. Δε μπορεί μόνη της σ’ αυτή τη γεωπολιτική περιοχή να αναλάβει χωρίς κινδύνους έναν τέτοιο ρόλο.
Υπάρχουν δυο τρόποι να αποτελέσει η Ελλάδα “πακέτο” με την Τουρκία: Ο ένας, είναι να γίνει εταίρος στο γεωπολιτικό παιχνίδι, δηλαδή να μοιρασθούν οι δυο χώρες την επιρροή στην περιοχή. Ο άλλος είναι η Ελλάδα να καθυποταγεί στην Τουρκία, να 'φιλανδοποιηθεί' όπως έγραφα το 1980, δηλαδή να υπαχθεί σε ένα καθεστώς ημι-ανεξαρτησίας υπό την επιρροή της Τουρκίας. Υπό τις παρούσες συνθήκες το καθεστώς αυτό θα μπορούσε να γίνει επαχθέστερο, θα προσιδίαζε επομένως ο όρος της “ιμιοποίησης” της Ελλάδας, να προσομοιάσει δηλαδή η Ελλάδα στα Ίμια, ν’ αποκτήσει ένα καθεστώς Ιμίων, που δεν θα είναι ούτε διακριτή χώρα ούτε και μη χώρα. Θυμηθείτε το συμβολισμό της σημαίας στα Ίμια, που ο τότε υπουργός εξωτερικών δήλωνε με κυνισμό ότι θα την “έπαιρνε” -τυχαία- ο αέρας, αλλά δεν θα αναλαμβανόταν πρωτοβουλία από τις αρμόδιες αρχές, που είναι επιφορτισμένες να διασφαλίζουν την εθνική κυριαρχία, να τοποθετηθεί μια νέα. Στο βάθος, ο συμβολισμός αυτός δεν αποτελεί παραίτηση από την κυριαρχία της χώρας στη βραχονησίδα. Ουσιαστικά, δηλώνει ότι ήδη η Ελλάδα έχει εισέλθει στη φάση ενός καθεστώτος φόρου υποτέλειας στην Τουρκία. Αυτή είναι η μη αποκρυπτόμενη άλλωστε στρατηγική της γείτονος. Επειδή γνωρίζει ότι στους σχεδιασμούς της δεν μπορεί να μας έχει απέναντι, συγχρόνως όμως δεν μας θέλει και εταίρους, επιχειρεί να μας “ιμιοποιήσει”. Είναι μια στρατηγική μακράς διάρκειας, διότι προϋποθέτει επίσης τον εθισμό μας στην ιδέα, που έχει αποφέρει καίρια αποτελέσματα στην Κύπρο και σημαντικά ήδη, ιδίως στο πεδίο της ψυχολογίας, στην Ελλάδα.
Το πρόβλημα στο πλαίσιο αυτό δεν είναι η αντικειμενική αδυναμία της Ελλάδας, αλλά η απουσία βούλησης ανεξαρτησίας και προφανώς στρατηγικής μακράς πνοής που θα ανατρέψει τους σχεδιασμούς της γείτονος και θα λειτουργεί ανασχετικά στην περαιτέρω απομείωση της διεθνούς της θέσης. Γιατί θα μπορούσε να συμβεί αυτό; Πρώτα-πρώτα διότι καμία από τις υπερδυνάμεις δεν θέλει να αναλάβει η Τουρκία έναν ηγεμονικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή διότι θα αφαιρέσει επιρροή από αυτές. Οι ΗΠΑ, η Δύση η ίδια, προορίζει τη γείτονα για ένα περιφερειακό ρόλο, αλλά υπό την αιγίδα τους. Η Ρωσία για τους δικούς της λόγους, δεν επιθυμεί τη διατάραξη της γεωπολιτικής κατάστασης στην περιοχή και φυσικά η Κίνα, η οποία πέραν του ότι δεν εμπλέκεται για την ώρα σε τέτοιου είδους γεωπολιτικά παιχνίδια, έχει επενδύσει σε άλλες πιο σημαντικές προτεραιότητες που αφορούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική, για να μην αναφερθώ στις επιπτώσεις της πολιτικής φιλοδοξίας στα εσωτερικά της. Θα προσθέσω ως ιδιαίτερα σημαντική την περίπτωση του Ισραήλ, με το οποίο θα βρεθεί αναπόφευκτα αντιμέτωπη η Τουρκία. Με άλλα λόγια, στους σχεδιασμούς της Δύσης, που διαμορφώνει το γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής, η Τουρκία προορίζεται για μια θέση εταίρου, μέσα στην ομπρέλα της, δηλαδή σε περιορισμένο πλαίσιο, όχι αυτόνομη Δύναμη. Και διαθέτει τη δυνατότητα να επιβάλει τη θέλησή της. Άρα λοιπόν, στην προκειμένη περίπτωση, το ζήτημα όπως έλεγε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, δεν είναι η στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων στο Αιγαίο που βεβαίως έχει πολύ μεγάλη σημασία, αλλά δεν είναι εκεί που θα διασφαλιστούν τα σύνορα, δηλαδή η ασφάλεια της χώρας. Η ασφάλεια αυτή διέρχεται από τους παγκόσμιους συσχετισμούς, από το διεθνές διπλωματικό πεδίο, και συγκεκριμένα από τις συμμαχίες που η χώρα υφαίνει εκεί. Το ζήτημα εστιάζεται, εν προκειμένω, στο πως τα συμφέροντα της χώρας θα εναρμονισθούν για να γίνουν συμβατά με τα συμφέροντα των Δυνάμεων που διαμορφώνουν τον γεωπολιτικό χάρτη.
Όταν ήρθε ο Κλίντον στην Ελλάδα, τον αντιμετωπίσαμε ως μεγάλη δύναμη, μάλιστα δε τοποθετηθήκαμε στη θέση του υπέρτατου κριτή και τον δικάσαμε, όπως θυμάστε, στην πλατεία Συντάγματος. Τώρα που ο Ομπάμα επέλεξε να πάει στην Τουρκία, παρακάμπτοντας την Ελλάδα, οι εφημερίδες, οι δημοσιογράφοι και όλοι οι Έλληνες με λυγμούς οδύρονταν γιατί οι Αμερικανοί μας αγνόησαν, προβλέποντας δεινά εξαιτίας της διαφαινόμενης πρόθεσης της Υπερδύναμης να αναδείξει τους Τούρκους σε προνομιακό εταίρο στην περιοχή.
Πρέπει κάποτε ν’ αποφασίσουμε αν θα φαντασιωνόμαστε την υπερδύναμη και θα θεωρούμε ότι δεν χρειαζόμαστε διεθνείς συμμαχίες, ή εάν πρέπει για την ασφάλειά μας να σκεφτούμε πώς διαμορφώνονται οι διεθνείς σχέσεις και να πράξουμε αναλόγως. Να αντιληφθούμε δηλαδή ότι είμαστε υποχρεωμένοι να εναρμονίσουμε τις πολιτικές μας στο γεωπολιτικό κεκτημένο, να πουλήσουμε, με διαφορετική διατύπωση, στις Δυνάμεις τα πλεονεκτήματά μας, να ανταλλάξουμε τις στρατηγικές μας με τις δικές τους στρατηγικές. Είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι περισσότερο από ότι η Τουρκία, η Ελλάδα διαθέτει στρατηγικά πλεονεκτήματα που είναι πολύ πιο συμβατά, δηλαδή εναρμονίσιμα, με εκείνα των Δυνάμεων. Αυτό έπραξε ο Βενιζέλος και γι’ αυτό του ανέθεσαν οι τότε δυνάμεις την εντολή να γίνει η Ελλάδα περιφερειακή δύναμη με την επέκτασή της στη Μικρά Ασία, υποκαθιστώντας, εν προκειμένω, την άλλοτε κραταιά οθωμανική αυτοκρατορία.
Τα ανωτέρω σημαίνουν ότι η Ελλάδα οφείλει να αναπτύξει τους όρους, τις προϋποθέσεις της ασφάλειάς της, με διαδικασίες που θα λειτουργούν ανταλλακτικά, έναντι των Δυνάμεων, και όχι αντιθετικά προς αυτές. Να διεκδικήσουμε ρόλους διαμεσολάβησης σε ό,τι αφορά στα συμφέροντα των Δυνάμεων, στην ευρύτερη περιοχή, ώστε να εισπράξουμε ασφάλεια και να αναλάβουμε ρόλους, οι οποίοι είναι εφικτοί και συμφέροντες, ανέφικτοι όμως χωρίς τη συνέργεια των Δυνάμεων. Αυτή είναι η αρμόζουσα πολιτική για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας, της ευημερίας και μιας αξιοπρεπούς παρουσίας μας στον κόσμο. Το πεδίο της ελληνικής παρουσίας ξεπερνάει κατά πολύ τη βαλκανική ενδοχώρα. Η Ελλάδα θα μπορούσε να επανέλθει από πολλές απόψεις στη Ρωσία, στη μέση Ευρώπη, στον Καύκασο, στη Μέση Ανατολή και προφανώς στη Μεσόγειο. Η θέση της στην παγκόσμια ναυτιλία της παρέχει ένα ασύμμετρο στρατηγικό πλεονέκτημα να συνομιλεί και να διαπραγματεύεται για τα διεθνή πράγματα, και όχι να λειτουργεί ως παρίας στην περιοχή της. Η διαδικασία ενσωμάτωσης των χωρών της Βαλκανικής στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι έπρεπε να ήταν ευρέως δική της υπόθεση. Εντούτοις διαπιστώνουμε ότι ακόμη και στα Βαλκάνια η πολιτική ανάπτυξη της χώρας είναι εξόχως προβληματική. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει αβίαστα αν αναλογισθεί κανείς ότι, χωρίς τη βοήθεια του κράτους, η οικονομία της Ελλάδας στα Βαλκάνια κατέχει θέση “υπερδύναμης”, ενώ την ίδια στιγμή η πολιτική παρουσία, για να μην πω η θεσμική παρουσία της Ελλάδας, είναι μηδενική. Δεν καταφέρνει καν να αξιοποιήσει το στρατηγικό αυτό πλεονέκτημα. Τα ελληνικά πανεπιστήμια αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι ολοκληρωτικά απόντα από τα δρώμενα στην περιοχή αυτή, με πρωταρχική, εννοείται την ευθύνη του κράτους.
Οι Βαλκάνιοι είναι στραμμένοι στην Ελλάδα, την παρακολουθούν στις εξελίξεις, γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τι συμβαίνει στη χώρα. Εμείς δεν γνωρίζουμε τίποτε για τα Βαλκάνια. Απολύτως τίποτε. Προκαλεί μεγάλη εντύπωση και απορία το γεγονός αυτό στους λαούς της Βαλκανικής, αλλά δυστυχώς έτσι είναι.
Δεν θα αναφερθώ προφανώς στην Ευρωπαϊκή Ένωση που από συγκριτικό πλεονέκτημα, τείνει να μετατραπεί σε μείζον μειονέκτημα. Η περίπτωση της οικονομικής κρίσης, οι αθλιότητες που επιχειρήθηκε να μετακενωθούν και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι εξόχως χαρακτηριστικό. Η πολιτική τάξη της χώρας, διεκδίκησε τα ευρωπαϊκά κονδύλια για να αυξήσει την πελατειακή χειραγώγηση της ελληνικής κοινωνίας και την μεταβολή του κράτους σε μηχανισμό ιδιοποίησης, αντί να αντιμετωπισθούν ως όχημα ανάπτυξης, εξυγίανσης και απελευθέρωσης της ελληνικής κοινωνίας.
Δείτε τι συνέβη με την Κύπρο. Η επιλογή της εισόδου της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπήρξε καθόλα ορθή. Το ερώτημα είναι εν προκειμένω εάν άντλησε τα οφέλη που προσιδιάζουν στη θέση της ως θεσμικού μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να λύσει το μείζον γι αυτήν πρόβλημα της τουρκικής κατοχής. Για να απαντηθεί η ερώτηση αυτή οφείλουμε να έχουμε κατά νουν ότι το κράτος μέλος της Ένωσης αποτελεί συστατικό παράγοντα της ευρωπαϊκής πολιτείας. Τα κράτη μέλη συγκροτούν το κεντρικό πολιτική σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν υπάρχει ένα υπερκείμενο πολιτειακό σύστημα από εκείνο των κρατών μελών.
Η Κύπρος λοιπόν και η Ελλάδα, είχαν ν’ αντιμετωπίσουν εξαρχής το δίλημμα: να δηλώσουν ότι η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας συναρτάται από την αναγνώριση των ευρωπαϊκών θεσμών και επομένως το ζήτημα της αναγνώρισης της κυπριακής πολιτείας τίθεται ως πρόκριμα για κάθε περαιτέρω συζήτηση. Διότι δεν νοείται εξ επόψεως δικαίου να μην αναγνωρίζεται ένα κράτος μέλος της Ένωσης, τη στιγμή που απαιτείται παρόλ'αυτά η υπογραφή του. Επιπλέον, δεν είναι επιτρεπτό στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου να συζητείται η αποδοχή τρίτου κράτους στην συμπολιτειακή οικογένεια χωρίς προηγουμένως, δηλαδή εν είδει προκρίματος, να αίρεται, χωρίς ανταλλάγματα, η απειλή πολέμου εναντίον μιας χώρας μέλους. Η Ελλάδα και η Κύπρος, απεμπόλησαν το στρατηγικό αυτό πλεονέκτημα, παραπέμποντάς το στις καλένδες, ως καυτό κάρβουνο που αφηνόταν στα χέρια των επιγόνων. Επέλεξαν το άνοιγμα της διαπραγμάτευσης για την είσοδο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την ελπίδα, όπως διατείνονται ότι στο μεταξύ θα εξημερωθεί το θηρίο. Μέγιστο στρατηγικό λάθος. Η Τουρκία έχει ήδη πεισθεί ότι μπορεί να επιτύχει έναντι της Ελλάδας όλα τα πολιτικά οφέλη, χωρίς να απεμπολήσει το παραμικρό. Και αυτό πράττει. Όταν θα έχει επιλύσει τα θέματα που συνδέονται με τα ευρωπαϊκά στρατηγικά συμφέροντα και επίσης τα ζητήματα της εναρμόνισής της με το ευρωπαϊκό κεκτημένο θα διαπραγματευθεί από θέσεως ισχύος με την Ελλάδα και με συμμάχους τις χώρες της Ένωσης.
Η Ελλάδα και η Κύπρος λοιπόν ως θεσμικοί παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν όλη τη δυνατότητα να μεταφέρουν το πρόβλημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Τουρκία, δηλώνοντάς τους ότι δεν θα είχαν αντίρρηση να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις για την είσοδο της γείτονος στην ευρωπαϊκή οικογένεια υπό δυο όρους: την αναγνώριση της υπογραφής, δηλαδή της χώρας, με την ποία προσέρχεται στη διαπραγμάτευση και αιτείται τη συναίνεσή της. Δεν γίνεται στις διεθνείς σχέσεις να επιδιώκεις να διαπραγματευθείς -να είσαι συνομιλητής κάποιου- και να μην αποδέχεσαι την ύπαρξή του. Επιπλέον, η Κύπρος, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκροτεί το ευρωπαϊκό συμβούλιο. Μη αναγνωρίζοντάς της είναι σαν σε μια κυβέρνηση δηλώνεις ότι δεν αναγνωρίζεις έναν υπουργό της. Στην περίπτωση αυτή είναι σαν να μην αναγνωρίζεις όλη την κυβέρνηση, δηλαδή τη χώρα. Και την άρση της απειλής πολέμου με το βάσιμο αιτιολογικό ότι δεν είναι δυνατόν να διαπραγματεύεται κανείς με το πιστόλι στον κρόταφο. Πολλώ μάλλον εάν η συμμετοχή του εταίρου, εν προκειμένω της Ελλάδας, γίνεται όχι μόνο δ'ίδιον όφελος, αλλά και για λογαριασμό τρίτων χωρών, δηλαδή της Ένωσης.
Τα ανωτέρω κάνουν ολοφάνερο ότι η Ελλάδα εγκαταλείπει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα επειδή έχει ήδη ενσωματώσει την ιδέα της αδυναμίας της, δηλαδή της παραίτησής της από την ανεξαρτησία. Έχει παραιτηθεί όχι ως χώρα, ως κοινωνία, αλλά ως άρχουσα πολιτική τάξη. Και επειδή στα συστήματα πολιτικής κυριαρχίας το στίγμα της χώρας το δίνει ο κάτοχος της πολιτικής κυριαρχίας, δηλαδή του κράτους -διότι η κοινωνία είναι ιδιώτης-, η πολιτική τάξη στην πραγματικότητα μέσω της ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας, διαπραγματεύεται τους όρους της επανένταξης της ελληνικής κοινωνίας σε μια νεο-οθωμανική όπως έχει αποκληθεί στέγη. Εφεξής, η χώρα για να κινηθεί στο διεθνές πεδίο θα πρέπει να συνεκτιμά, και μάλιστα να έχει την προηγούμενη συναίνεση της γείτονος.
Τι πρέπει να γίνει; Όπως είπα, απαιτείται, πρώτον, η διαμόρφωση συμμαχιών και συγκλίσεων με τις Δυνάμεις που διαμορφώνουν τον γεωπολιτικό χάρτη στην περιοχή. Με τις ΗΠΑ στις οποίες καλούμαστε να “πωλήσουμε” μια διαφορετική στρατηγική αντίληψη για τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής και να τις πείσουμε ότι θέλουμε και μπορούμε να λειτουργήσουμε ως αντίβαρο στην ηγεμονική θέληση της Τουρκίας. Στη Ρωσία, η οποία όσο και αν δηλώνει την πρόθεσή της να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Τουρκία, η τελευταία δεν θα πάψει να θεωρείται ως ενοχλητικός έως ανεπιθύμητος γείτονας. Η Ρωσία από την άποψη αυτή είναι αντικειμενικός στρατηγικός συνομιλητής, χωρίς εντούτοις να μπορεί να αποτελέσει, υπό τις παρούσες συνθήκες, τον προνομιακό συμμαχικό εταίρο. Σας θυμίζω ότι μόνον όταν η Ρωσία, για τους δικούς της λόγους και προφανώς εξ αιτίας μας, δεν εναντιώθηκε στην επεκτατική πολιτική της Τουρκίας στην Κύπρο, η τελευταία αποτόλμησε την εισβολή του 1974, ενώ προηγουμένως επί Τζόνσον, όταν η Ρωσία δήλωσε άρνηση στην επεμβατική πολιτική της Τουρκίας, οι ΗΠΑ αναγκάστηκαν να πράξουν το ίδιο.
Δεύτερον, απαιτείται η αξιοποίηση του γεγονότος ότι είμαστε συστατικός παράγων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να αναγκασθεί η Τουρκία να καταβάλει υψηλό τίμημα, όχι μόνο για την είσοδό της, αλλά, ακόμη, και για μια προνομιακή εξωτερική σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν, όπως εύχομαι, οι διαπραγματεύσεις καταλήξουν σ'αυτή τη λύση. Θέλω να επισημάνω, ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, ότι είναι ζωτικής σημασίας για την Ελλάδα, η Τουρκία να μην εισέλθει ως ισότιμος εταίρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για πάρα πολλούς λόγους που αφορούν τόσο στην Ένωση την ίδια όσο και στην χώρα μας.
Τρίτον, θα προσέθετα την ανάγκη να δημιουργηθεί μια ζώνη συνεργειών και κατανόησης στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα κινητοποιεί τις χώρες της Βαλκανικής προς την κατεύθυνση της ισόρροπης ειρήνης και της ευημερίας. Διότι οι χώρες αυτές, επίσης -μάλιστα ορισμένες από αυτές όπως η Βουλγαρία, λόγω του μειονοτικού τους προβλήματος-, θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον σημαντικό πρόβλημα ασφάλειας. Πρόβλημα, που θα έχει να κάνει με την επιμονή της Τουρκίας να αναγκάσει στην ανατροπή των συσχετισμών που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του 20ου αιώνα προκειμένου να οδηγήσει στην κατάκτηση μιας ηγεμονικής θέσης στην περιοχή, με ότι αυτό συνεπάγεται για τις ευρύτερες ισορροπίες και συμφέροντα.
Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν, για να καταλήξουμε, ότι θα ανασυγκροτηθεί το εσωτερικό μέτωπο, δηλαδή το κράτος, που αποτελεί την αχείλια πτέρνα της ελληνικής κοινωνίας: Πρώτον, το κράτος αυτό και, κατ'επέκταση, αυτοί που το διαφεντεύουν, να επανέλθουν στην αρχή της διαχείρισής του με πρόσημο το δημόσιο συμφέρον, ώστε να αποκτήσει η “πολιτεία” τους μια ανταποκρισιμότητα με την κοινωνία.
Να απαντά στις ανάγκες και στις προσδοκίες της κοινωνίας: τις οικονομικές, τις πολιτικές, τις πολιτισμικές και τις εθνικές, να απελευθερώνει και να στηρίζει τις δημιουργικές της δυνάμεις, αντί να χειραγωγεί και να δεσμεύει τον ελληνισμό προκειμένου να τον καθυποτάξει σε συμφέροντα των ιδίων και των συγκατανευσιφάγων της εξουσίας.
Θα συμβεί όμως αυτό, μόνον εάν συντελεσθεί μια ιδεολογική ανασύνταξη της άρχουσας τάξης, με πρώτη τη διανόηση, την εσωτερική διανόηση. Σήμερα η διανόηση αυτή, η οποία υποστηρίζει την αντίληψη της αποσύνθεσης του συνεκτικού ιστού της ελληνικής κοινωνίας και της κάμψης των αντιστάσεών της, της παραίτησης της Ελλάδας από το κεκτημένο της ελευθερίας της, κατέχει όλους σχεδόν τους θεσμούς του κράτους και ορίζει το μέλλον της. Στα ζητήματα της παιδείας, του επικοινωνιακού λόγου, της παραγωγής ιδεολογίας, της νομιμοποίησης του δυναστικού κράτους, της ενοχοποίησης της κοινωνίας για την έκπτωση και τον εκφυλισμό της πολιτικής τάξης, σε τελική ανάλυση, για την ολική επαναφορά του κράτους στις πρακτικές της φαυλοκρατίας του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Αυτή η ιδιεολογίζουσα διανόηση, που παίζει ένα ρόλο οργανικού νομέα του κράτους, σιτίζεται ωστόσο από τον ελληνικό λαό.
Ώστε, για τη χώρα σήμερα προβάλει ως ζήτημα πρώτης προτεραιότητας η ανάγκη να καταβληθεί εργώδης προσπάθεια προκειμένου να ανακτηθεί η συνείδηση της ιστορίας μας. Επισημαίνω την παράμετρο αυτή, διότι είναι καταστατική για την αναδιαμόρφωση των πολιτικών του κράτους. Και όπως προείπα το ελληνικό πολιτικό σύστημα ανήκει, δηλαδή κατέχεται, από δυνάμεις που δεν αισθάνονται ότι τα συμφέροντά τους είναι συμβατά με τα συμφέροντα της ελληνικής κοινωνίας. Δεν αναμένω επομένως ότι θα αντιληφθούν οι κρατούντες ότι τα εξωτερικά ζητήματα όπως και η ευημερία της κοινωνίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και με τη δική τους εξουσιαστική και ελευθερία. Κατά τούτο, η ανάκτηση της ιστορίας και τελικά της ιστορικής συνείδησης από την πλευρά της κοινωνίας που θα την οδηγήσει σε μια νέα αντίληψης συνοχής και σχέσης με την πολιτεία, δεν μπορεί να αποτελέσει έργο των εσωτερικών δυναστών της, οι οποίοι έχουν μεταβάλει το κράτος σε μηχανισμό κατοχής επί της κοινωνίας. Για να μην καταλήξει η ελληνική κοινωνία να γίνει ξανά είτε υποτελής είτε πρόσφυγας είναι ανάγκη να ανακτήσει η ίδια την ευθύνη της πολιτείας. Να θεσμιθεί ως συστατικός της συντελεστής και να υπαγορεύει τις πολιτικές της επιλογές, αντί να παραμένει στο καθεστώς της υποτελούς ιδιωτείας που την έχει εγκιβωτίσει η νεοτερικότητα. Σ'αυτό ακριβώς το σημείο, η ανάκτηση της ιστορίας για την ελληνική κοινωνία αποτελεί καταστατικό διακύβευμα.
Με την επισήμανση αυτή θέλω να καταλήξω ότι το στάδιο το οποίο διέρχεται η χώρα σήμερα, αντιπροσωπεύει καθόλες τις ενδείξεις την τελευταία ίσως ευκαιρία για τον Ελληνισμό να ανακάμψει και να οδηγηθεί σε μια νέα πορεία, η οποία θα του επιτρέψει να συνεχίσει τον βίο του με όρους ελευθερίας, ευημερίας και αξιοπρέπειας. Έναν βίο επομένως που δεν θα περιέχει προφανώς το στοιχείο της συγκρισιμότητας με την ιστορία του, αλλά με ότι έχει απομείνει από τον ελληνισμό στην εποχή μας. Ένα μικρό, αλλά περίζηλο σημείο στον πλανητικό χάρτη, που θα δημιουργεί και θα ζει εν ευτυχία.
Κλείνω επομένως από όπου ξεκίνησα. Το πρόβλημα ασφαλείας και θα έλεγα αξιοπρέπειας που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία, δεν είναι εξωτερικό, δεν ανάγεται τόσο στην αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές πολιτικές ή στρατιωτικές πιέσεις. Όσο και αν αυτό ηχεί στ'αυτιά μας παράξενα, το πρόβλημα της χώρας, το ελληνικό πρόβλημα γενικότερα είναι, ήταν εξ αρχής εσωτερικό. Ο εχθρός βρίσκεται μέσα στα σύνορα της χώρας και είναι το πολιτικό της σύστημα, η ασυμβατότητά του με την κληρονομημένη πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Ασυμβατότητα που μεταβάλει την πολιτική τάξη της χώρας σε δυνάστη, της επιτρέπει, για να μην πω ότι την αναγκάζει, να συμπεριφέρεται ως λεηλάτης ή κατακτητής επί της κοινωνίας, αντί να προσεγγίζει εαυτήν ως λειτουργό του κοινωνικού και του ενγένει εθνικού συμφέροντος. Αν λοιπόν υπάρχει κάτι που ανάγεται στην οθωμανική περίοδο, αυτό δεν είναι οι νοοτροπίες ή οι συμπεριφορές της κοινωνίας -αυτές παραπέμπουν ευθέως στο ελληνικό κεκτημένο-, αλλά η δομή και ιδίως η λογική του κράτους και, κατ'επέκταση, του πολιτικού προσωπικού.
Σας ευχαριστώ.
ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Ολοκληρώσατε λέγοντας τι πρέπει να γίνει. Να ρωτήσω από πού πρέπει να ξεκινήσει και ποιοι πρέπει να είναι αυτοί οι οποίοι θα δώσουν σάρκα και οστά στην προσπάθεια που περιγράψατε ότι είναι η κατάλληλη για να βγούμε από το σημερινό τέλμα;
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Πιστεύω ότι ένας τρόπος υπάρχει: Το είδαμε και τελευταία σε σχέση με αυτά που αφορούν τη διαχείριση των οικονομικών και της πολιτικής ζωής της χώρας από τις πολιτικές μας ηγεσίες.
Η κοινωνία να μην ανέχεται. Η κοινωνία να λειτουργεί όπως θα έλεγα σε εισαγωγικά «επιθετικά» απέναντι στην πολιτική ηγεσία. Και φυσικά να πάψει να συνωστίζεται στα πολιτικά γραφεία, στις συνάξεις των βουλευτών και στις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Να αμφισβητεί αντί να χειροκροτεί τους κατακτητές της. Αυτό εντούτοις δεν αρκεί. Συγχρόνως η κοινωνία πρέπει να αποκτήσει συνείδηση του γεγονότος ότι η πολιτική δεν θα εναρμονισθεί με το κοινό συμφέρον εάν παραμένει ανεξέλεγκτη. Επομένως, επιβάλλεται να αξιώσει όπως οι πολιτικοί ευθύνονται για τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους, για τη βλάβη που προκάλεσε η πολιτική τους συμπεριφορά στην κοινωνία, να αξιώσει δηλαδή συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα και ένας έκαστος πολίτης χωριστά δικαίωμα εννόμου συμφέροντος στην πολιτική.
Θα σας θυμίσω ότι επειδή έχουμε μια αλληλουχία γεγονότων που δείχνουν ακριβώς αυτή την “επιθετικότητα” της κοινωνίας, την μη ανοχή, από τα περσινά Δεκεμβριανά μέχρι τις ευρωεκλογές και τις τωρινές εκλογές, η πολιτική ηγεσία έχει εισπράξει το μήνυμα και γι’ αυτό απομάκρυνε πολλούς από τους προκλητικά εκτεθειμένους πολιτικούς, που βαρύνεται το όνομά τους με οικονομικά σκάνδαλα. Όχι ότι εκδηλώνουν με τον τρόπο αυτό διάθεση αυτοκάθαρσης, μεταμέλειας έναντι των δεινών που επισώρευσαν στην κοινωνία, αλλά επειδή αντιλαμβάνονται ότι για να ανακτήσουν ένα ελάχιστο νομιμοποίησης, οφείλουν να ρίξουν στον καιάδα τα “καμένα χαρτιά”. Εμείς ωστόσο μπορούμε να συναγάγουμε ότι όσο μειώνεται η ανοχή της κοινωνίας προς τους πολιτικούς τόσο οι πολιτικοί αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν όρια στην αυτονομία της πολιτικής εξουσίας. Υπάρχουν όρια τα οποία τίθενται μέσα σε ένα πλαίσιο στο οποίο τους κανόνες δύναται να τους υπαγορεύσει η κοινωνία.
Διαπιστώσαμε όμως ότι στο παρόν σύστημα η κοινωνία είναι ιδιώτης. Ιδιώτης σημαίνει ότι είναι ελεύθερη να ζει τον ιδιωτικό της βίο όπως αυτή νομίζει, αλλά δεν της αναγνωρίζεται θεσμικός ρόλος στην πολιτική εκτός του να πηγαίνει να ψηφίζει κάθε 4 χρόνια ή να διαδηλώνει. Η ψήφος της ωστόσο είναι νομιμοποιητική όχι αντιπροσωπευτική. Τους πολιτικούς τους αναδεικνύουν οι μηχανισμοί και οι ηγεσίες, η ψήφος απλώς επικυρώνει την επιλογή. Μην έχουμε αυταπάτες, δεν είναι οι πολίτες υπεύθυνοι για την ποιότητα των πολιτικών. Το επιχείρημα αυτό διακινείται για να πείσει την κοινωνία ότι είναι συνένοχη για τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας. Την ποιότητα των πολιτικών άλλοι την επιλέγουν και κυρίως να ξέρετε, δεν επιβιώνει πολιτικός ιδίως σε ηγετικά κλιμάκια, εάν δεν τα έχει καλά με αυτούς που αποφασίζουν στους μηχανισμούς. Εάν ο πολιτικός διαφοροποιηθεί από την ηγεσία και τους μηχανισμούς θα απορριφθεί από το πολιτικό προσκήνιο.
Όταν επιμένω ότι οφείλουμε με προτεραιότητα να ανακτήσουμε την ιστορία μας, εννοώ ότι από αυτήν θα πληροφορηθούμε ότι στο πολύ πρόσφατο παρελθόν μας η ελληνική κοινωνία συγκροτούσε δήμους, ήταν συστατικό μέρος της πολιτείας και όχι υπήκοος του πολιτικού. Να θυμάστε ότι οι πολιτικοί θα φερθούν σύμφωνα με τις προσδοκίες της κοινωνίας, μόνο αν η κοινωνία είναι απαιτητική και άκαμπτη. Και πολλώ μάλλον, εάν αποτελεί μέρος της αποφασιστικής διαδικασίας, ώστε να μπορεί να επιδρά στη διαμόρφωση των πολιτικών του κράτους.
Το ερώτημα που θέτω πάντοτε στους συνομιλητές μου είναι: δεν αντιλαμβάνομαι γιατί πρέπει να διαδηλώνω στο Σύνταγμα και στους δρόμους για να αναγκάσω τους πολιτικούς να πολιτευθούν σύμφωνα με τις προσδοκίες μου ή για να ικανοποιήσουν τα αιτήματά μου και δεν διαδηλώσω με την αξίωση να μου παραχωρηθεί η πολιτική αρμοδιότητα ώστε να αποφασίζω εγώ για τη μοίρα μου. Ας συνειδητοποιήσουμε λοιπόν ποιός είναι ο δρόμος. Δεν είναι εύκολος. Γνωρίζοντας όμως την κατεύθυνση μπορούμε να ελπίζουμε ότι η διαδρομή θα γίνει πιο κοντινή από αυτήν που ξέραμε στο παρελθόν.
Γιατί και τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά σήμερα. Οι πιέσεις που ασκούνται στην κοινωνία, στον εργασιακό, στον κοινωνικό, στον πολιτισμικό, στον εθνικό τομέα, είναι πολύ πιο δυνατές, αλλά και τα μέσα να προσεγγίσουμε την πολιτική εξουσία περισσότερα. Η κοινωνία στο πλαίσιο αυτό έχει αποκτήσει επιπλέον μια χωρίς προηγούμενο επίγνωση της πολιτικής, η οποία προκύπτει και από τις δημοσκοπήσεις που εισπράττουν οι πολιτικοί.
ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Χαίρετε. Σαν παρατηρητής απ’ έξω, γιατί να διασωθεί το ελληνικό κράτος ή ο Ελληνισμός όπως είναι τώρα; Το πρόβλημα δηλαδή είναι ότι τα «θέλω» της κοινωνίας δεν περνάνε στους πολιτικούς επειδή είναι το σύστημα όπως είναι, αυτό το αντιπροσωπευτικό τέλος πάντων σύστημα;
Αφού αυτό που θέλει η κοινωνία, τα αιτήματα είναι οικονομικά στην ουσία πάντα. Δηλαδή το πρόβλημα δεν είναι άμα θα χάσουμε ένα νησί, το πρόβλημα είναι αν θα χάσουμε χρήματα.
Γιατί να σωθεί ο Ελληνισμός; Αφού είναι αυτό που είναι αυτή τη στιγμή ο Ελληνισμός.. Γιατί;
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Διερωτάσθε γιατί να διασωθεί μόνο ο Ελληνισμός, ή γιατί να διασωθούν τα έθνη γενικώς;
ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Η ελληνικότητα όπως είναι αυτή τη στιγμή. Είμαστε τώρα όπως είμαστε, και να γίνουμε ένα εξάρτημα της Τουρκίας. Ποια η διαφορά; Αφού το αίτημα αυτή τη στιγμή είναι να έχεις καγιέν. Το πώς θα παίξεις το καγιέν δεν έχει σημασία.
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Ακούστε κάτι. Το αν είναι κανείς Έλληνας, Τούρκος ή ότι άλλο, είναι ζήτημα ταυτότητας. Όπως το αν είμαι εγώ ο Γιώργος κι εσείς ο Γιάννης ή όποιος τέλος πάντων, πάλι είναι ζήτημα ταυτότητας.
Εσείς ξέρετε τι είστε σε σχέση μ’ εμένα, με το γείτονά σας και θα θέλατε να είστε αυτό που είστε και όχι κάτι άλλο. Αυτό έχει τεράστιες συνέπειες. Εάν για παράδειγμα μετά από τη συζήτηση που κάνουμε εδώ, έρθω και σας πω ότι από τούδε και στο εξής θα αποφασίζω για λογαριασμό σας τι θα κάνετε στην ιδιωτική σας ζωή, αν θα πάτε στον κινηματογράφο, αν θα πάτε εδώ, εκεί, τι θα επιλέξετε για τη ζωή σας, είναι βέβαιο ότι θα αντιδράσετε. Ξέρετε γιατί; Διότι είστε διαμορφωμένος με πρόσημο την ατομικότητά σας, την ταυτότητά σας, και, συνακόλουθα ένα πρόσημο ελευθερία. Το ίδιο ισχύει για όλες τις εκδηλώσεις της ταυτότητας, επομένως και για τις συλλογικές. Θα αντιδρούσατε έτσι ξέρετε γιατί; Γιατί η ταυτότητα είναι η συναγωγός εκφορά της ελευθερίας. Εάν δεν ήσασταν ελεύθερος, όπως δεν είναι ο δουλοπάροικος, δεν θα αντιδρούσατε, θα θεωρούσατε αυτονόητο ότι εγω θα αποφάσιζα για εσάς. Για τη ζωή σας.
Η συλλογική ταυτότητα, λοιπόν, ή υπάρχει οπότε επιδιώκουμε να την υποστασιοποιήσουμε για να είμαστε χειράφετοι, δηλαδή ελεύθεροι ή όχι. Θέτετε όμως ένα άλλο ζήτημα που είναι σημαντικό.
ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Το καγιέν είναι ταυτότητα; Η μάρκα, το ρούχο..
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Μια στιγμή. Πριν μιλήσουμε για τις αξίες της καθημερινής ζωής πρέπει να διευκρινίσουμε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο εγείρετε, που δεν έχει να κάνει με τη μάρκα του ρούχου, έχει να κάνει με το τι αντιπροσωπεύει η ταυτότητά μας. Ξέρετε, αν αναζητήσουμε τις διαφορές μας, για παράδειγμα εσείς σε σχέση με εμένα, μπορεί να συμφωνήσουμε ότι δεν διαφέρουμε σε τίποτα.
Παρόλ'αυτά, καθένας θεωρεί και ορθώς ότι είναι ο εαυτός του. Δε χρειάζεται να έχουμε διαφορετικό τρόπο ζωής με τους Αμερικάνους, για να θέλουμε να συγκροτούμε διαφορετική συλλογική οντότητα, ως Έλληνες, ή οι Αμερικάνοι σε σχέση με τους Γάλλους ή τους Γερμανούς. Η ταυτότητα είναι ελευθερία. Εάν έχουμε ταυτότητα ως Έλληνες, ως Γερμανοί, ως ό,τι, θέλουμε ταυτόχρονα να εξουσιάζουμε τον εαυτό μας και όχι να ορίζει κάποιος άλλος τα του οίκου μας.
Με άλλα λόγια, δεν είναι το είδος του αυτοκινήτου ή των ρούχων που φοράμε που μας κάνει όμοιους ή διαφορετικούς από τους γείτονες Τούρκους, ούτε ή αντίρρησή μας για τις αξιακές επιλογές των συμπατριωτών μας που θα πρέπει να μας οδηγήσει σε αναζήτηση πολιτικής στέγης στην Τουρκία. Άλλωστε, θα διαπιστώσουμε ότι και στην Τουρκία υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν την ίδια μάρκα αυτοκινήτου με την μερίδα των Ελλήνων νεοπλούτων. Δεν αποτελεί δηλαδή ιδιαιτερότητα ελληνική η συμπεριφορά των νεοπλούτων. “Απαιδευσία πλούτου το νεόπλουτον είναι”, μας ενημερώνει ο Αριστοτέλης. Που σημαίνει ότι και αυτός στην εποχή του προέβαινε στις ίδιες διαπιστώσεις με εσάς, χωρίς όμως να τις εμπλέκει με το σύνολο ταυτοτικό ζήτημα της συλλογικής μας ζωής και κατ'επέκταση, με την ελευθερία μας. Σε κάθε κοινωνία και εποχή, η σύνολη κοινωνία που εγγράφεται στην ίδια κοινότητα είναι πολυσημική, περιέχει δηλαδή πολλές κοινωνικές ομάδες, που διαφέρουν στα ειδικότερα ζητήματα ή επιλογές μεταξύ τους. Το να είμαστε Έλληνες ή Τούρκοι, αποτελεί άλλο θέμα, ή το να επιλέξουμε να είμαστε Έλληνες αλλά να μας εξουσιάζουν οι Τούρκοι. Νομίζω ότι το τελευταίο αυτό πρόβλημα επιλύθηκε με την Επανάσταση. Οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν γιατί ήθελαν να είναι αυτεξούσιοι, όπως και οι άλλοι λαοί. Και δεν θα πάψουν οι νεόπλουτοι να έχουν τις ίδιες επιλογές όποιοι και αν τους εξουσιάζουν. Το κοινωνικό, το πολιτικό, το αξιακό ή πολιτισμικό ζήτημα είναι εσωτερικό, δεν σχετίζεται με την σύνολη ταυτότητα και ελευθερία. Για να καταλήξουμε, οι δημοσκοπήσεις λένε ότι η ελληνική κοινωνία έχει υψηλό δείκτη εθνικής αυτογνωσίας και θέλησης για ανεξαρτησία. Επομένως, αν κάποιος διαφωνεί με τις επιλογές της μπορεί σε ατομική βάση να διαφοροποιηθεί, ή και να επιλέξει την μετακίνησή του σε άλλη χώρα ή την ένταξή του σε άλλη συλλογική ομάδα. Δεν δικαιούται όμως να θέλει να επιβάλλει την άποψή του στην κοινότητα.
Να έρθουμε όμως και στο τελευταίο σημείο που εγείρει η παρέμβασή σας. Η ελευθερία όπως γίνεται αντιληπτή σήμερα, καλύπτει τη σχέση της ομάδας με τον τρίτο “άλλον”. Σε ό,τι αφορά στην εσωτερική ελευθερία, την ελευθερία μέσα στην κοινότητα, αναγνωρίζει μόνο την προσωπική αυτονομία. Δεν αναγνωρίζει στο μέλος της κοινότητας την κοινωνική και την πολιτική ελευθερία.
Λυπάμαι που θα το πω αλλά αγνοούμε ότι ο Ελληνισμός, οι κοινωνίες του, συμμετείχαν στην πολιτεία, αυτοκυβερνιώταν, ακόμα και υπό συνθήκες εθνικής κατοχής, μέσα στα κοινά, κατά τη ρωμαιοκρατία και την τουρκοκρατία. Στον αντίποδα, ο Ελληνισμός σήμερα τελεί υπό το κράτος μιας χωρίς περιορισμούς πολιτικής κυριαρχίας, όπως και όλες οι άλλες κοινωνίες, η οποία δεν του επιτρέπει να είναι ελεύθερος, δηλαδή να αυτοκυβερνιέται. Είναι αυτεξούσιος μόνο στο πεδίο της ιδιωτικής του ζωής.
Αυτό είναι το διακύβευμα σήμερα και συναρτάται με τις εξελίξεις της εποχής μας. Διότι έχοντας στεγαστεί σε ένα νέο σύστημα, όπως είναι αυτό του κράτους-έθνους, στην πραγματικότητα οπισθοδρόμησε σε σχέση με το παρελθόν του. Αγνοούμε ή μάλλον ενοχοποιούμε το γεγονός ότι ο ελληνικός κόσμος δεν εισήλθε στην νεότερη εποχή από τη φεουδαρχία αλλά από ένα ομόλογο προς το σημερινό ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα το οποίο μολονότι ήταν δομημένο στη μικρή κλίμακα, βίωνε μια φάση μετακρατοκεντρική, δηλαδή ανθρωποκεντρικά οικουμενική. Η πραγματικότητα αυτή είναι που εξηγεί την αμφισημία των νεοτερικών στοχαστών απέναντι στην ιστορία του ελληνισμού. Δεν επιθυμούν να αναδειχθεί το γεγονός αυτό διότι θα πρέπει να αναθεωρήσουμε τα θεμελια της προσωπικότητάς μας, τη σχέση μας έναντι της ιστορίας. Γιατί άραγε; Διότι η ανάκτηση της ιστορίας θα μας θυμίσει ότι παραιτηθήκαμε από την πρόοδο που συγκροτεί η έννοια της ελευθερίας, της καθολικής ελευθερίας, για να εξευρωπαϊσθούμε.
Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό. Ήδη η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει το ίδιο δίλημμα, διότι οι αξίες και το πρόταγμα της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού αποτελούν χωρίς αμφιβολία ένα απολίθωμα, ξεπερασμένο. Δεν φθάσαμε στο τέλος της Ιστορίας, δηλαδή της εξέλιξης, αλλά το τέλος αυτής της εποχής. Και η μετάβαση στη νέα εποχή τρομάζει γιατί διδάσκει την πρόοδο, την υπέρβαση των στερεοτύπων της συντηρητικής πια “νεοτερικότητας”.
Το ερώτημα δεν είναι λοιπόν αυτό που θα στρεφόταν στο ευγενές εκείνο ζώο, το γάιδαρο, αν επιλέγουμε τον «ανήφορο ή τον κατήφορο», αλλά τον δρόμο της προόδου, τον οποίο διδάσκει η κοσμοσυστημική ανάγνωση του ελληνικού παραδείγματος. Αν επομένως υπάρχει κάτι που λείπει από την ταυτότητά μας είναι η γόμωσή της με περισσότερη ελευθερία, κι όχι η ταυτότητα αυτή καθεαυτή. Δεν φταίει το ελληνικό πρόσημο της ταυτότητάς μας αλλά η ασυμβατότητες της εποχής μας με το γινόμενο της ελευθερίας. Και αυτό προφανώς δεν θα το βρούμε στην νεο-οθωμανική στέγη που ορισμένοι εθελόδουλοι ονειρεύονται.
Να ανακτήσουμε την ταυτότητά μας για να ξέρουμε τι θέλουμε, ποιοί είμαστε, ν’ ανακτήσουμε τις ελευθερίες που θέλουμε, είναι το διακύβευμα.
Αυτό είναι το ζητούμενο, και όχι η παραίτηση από αυτό. Γι’ αυτό και αναφερόμαστε μιλάμε για ζητήματα ασφαλείας.
ΟΜΙΛΗΤΗΣ:
Εννοείτε ότι το σύστημα όπως λειτουργεί τώρα δημιούργησε τον Έλληνα που ζει στο life style; Θέλω να πω ότι τον Έλληνα που είναι καταναλωτής τον δημιούργησε το σύστημα και δεν είναι ο καταναλωτής που συντηρεί το σύστημα;
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Τα δυο αυτά ζητήματα είναι αλληλένδετα μεταξύ τους. Όμως δεν πρέπει νομίζω να μεταθέτουμε το πρόβλημα. Ας έρθουμε λίγο στην πραγματικότητα. Κατηγορούμε τον Έλληνα και το Γάλλο και το Γερμανό και τον Αμερικάνο ότι δίνει έμφαση στην καταναλωτική ατομικότητα και αγνοεί τη συλλογικότητα.
Ξέρετε γιατί; Διότι αφενός μόλις πρόσφατα εισήλθε στον πολιτισμό της κατανάλωσης και τον απολαμβάνει ως νεοφώτιστος. Και αφετέρου, επειδή δεν του αναγνωρίζει κανένα σύστημα τη συλλογικότητα. Σας αναγνωρίζει το δικαίωμα να παραστείτε στην εκδήλωση αυτή ή να μην παραστείτε, αλλά δε σας επιτρέπει εδώ όπως είστε να συγκροτηθείτε σε συλλογικότητα και ν’ αποφασίσετε για τη μοίρα σας. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ότι όλα αυτά που μας πουλάνε ως γνώση ή επιστήμη για να μας πείσουν ότι ισχύουν, ότι για παράδειγμα το σύστημα είναι η δημοκρατία, δεν ισχύουν. Είναι προπαγάνδα που αποβλέπει να δημιουργήσει μια ψευδή συνείδηση, μια ψευδής γνώση ώστε να δώσουμε τη συναίνεσή μας στο σύστημα.
Το σύστημα της εποχής μας δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε δημοκρατικό. Για να είναι αντιπροσωπευτικό κατ’ ελάχιστον θα έπρεπε η κοινωνία να είναι Σώμα, Δήμος, δηλαδή θεσμός της πολιτείας -όπως ας πούμε είναι η Βουλή- και να κατέχει την ιδιότητα του εντολέα, δηλαδή ν’ αποφασίζει γι’ αυτά που θα πράξει ο εντολέας. Σας το λέω απλά: εάν εγώ αναθέσω σε έναν από εσάς να μου πουλήσει ένα διαμέρισμα, εγώ θ’ αποφασίσω το τίμημα, εγώ θ’ αποφασίσω εάν θα συνεχίσω να ψάχνω για αγοραστή, εγώ θ’ αποφασίσω για όλα, και αν αλλάξω γνώμη για την επιλογή του αντιπροσώπου μου, τον ανακαλώ άνευ άλλου. Τι από αυτά τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της αντιπροσώπευσης περιέχονται στο πολιτικό μας σύστημα; Η ψήφος μας έχει αυτό το περιεχόμενο; Όχι βέβαια. Είναι ψήφος νομιμοποίησης των φορέων της εξουσίας, χωρίς περιεχόμενο αντιπροσώπευσης. Γι αυτό επιμένω ότι πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες, να ανακτήσουμε την ιστορία μας; Να ανακτήσουμε τις έννοιες που τις ζήσαμε, της δημοκρατίας, της αντιπροσώπευσης, της ελευθερίας, της εργασίας.
Έννοιες που έχουν να κάνουν με επιλογές για την ποιότητα της ζωής μας. Με βάση αυτές θα αποφασίσουμε εάν θα είμαστε καταναλωτές, θα αναζητούμε την ευδαιμονία στην οικονομική αφθονία ή εάν θα χρησιμοποιήσουμε τα χρήματα για κάποιον άλλο σκοπό.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ:
Κύριε Καθηγητά, θα ήθελα να ακούσω, να μάθω, τότε το ’22 που ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, του είχαν πει ή είχαν πει οι μεγάλες δυνάμεις ότι πρέπει να εξαφανίσουμε την Τουρκία από το χάρτη;
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Την οθωμανική αυτοκρατορία. Βεβαίως. Η απόφαση ήταν να κατακερματιστεί η οθωμανική αυτοκρατορία, σε πολλά τμήματα τα οποία θα κατείχαν είτε οι μεγάλες δυνάμεις είτε άλλες χώρες, αλλά ο μοχλός για το εγχείρημα αυτό ήταν η Ελλάδα.
Και η Ελλάδα ακριβώς θα είχε τη μερίδα του λέοντος διότι θα είχε και την κοινωνική βάση για να υποστηρίξει το εγχείρημά της. Δηλαδή αν πήγαινε η Ιταλία απέναντι από τα Δωδεκάνησα στη Μικρασία θα ήταν αποικιοκρατική δύναμη. Η Ελλάδα όμως θα είχε εθνική βάση εκεί, γιατί ήταν στη Μικρασία οι Έλληνες.
ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ:
Αυτοί που τον έριξαν τότε ήταν Έλληνες ή ξένοι δάχτυλοι;
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Δυστυχώς δεν υπήρξε ξένος δάχτυλος. Ήταν δυνάμεις της κομματοκρατίας που εκμεταλλεύθηκαν την κόπωση της ελληνικής κοινωνίας και η δελεαστική μεν, αλλά καταστροφική πολιτική που είχε να κάνει με την αξίωση του θρόνου να επανέλθει παρ’ όλο που είχε τη σαφή δήλωση των δυνάμεων ότι θα άλλαζαν πολιτική, και βεβαίως με τα όρια του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος.
Διότι οι δυνάμεις αυτές είχαν ισχυρά θεμέλια στους μηχανισμούς. Οι δυνάμεις της κομματοκρατίας είναι ευρέως υπεύθυνες για την αποδόμηση του Ελληνισμού επί έναν αιώνα.
Κα ΦΟΥΦΑ:
Πριν καλέσουμε τον Δήμαρχο κ. Μελετίου να σας πω ότι η επόμενη διάλεξη είναι στις 9/11 στην αίθουσα του Συλλόγου «Οι Ακρίτες του Πόντου» με ομιλητή τον Δρ. Ιστορίας – Κοινωνιολογίας Σχολικό Σύμβουλο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και Πρόεδρο του Πανελληνίου Συνδέσμου Ποντίων Εκπαιδευτικών, τον κ. Αντώνη Παυλίδη, ο οποίος θα αναλύσει και το θέμα «Ιστορία, παράδοση και Εκπαίδευση».
Επίσης να σας πω ότι ο τόμος των πρακτικών της 2ης χρονιάς θα είναι έτοιμος εντός των ημερών και θα σας δοθεί μέσα στις επόμενες διαλέξεις.
Και τώρα να καλέσουμε το Δήμαρχο κ. Μελετίου να επιδώσει το αναμνηστικό σύμβολο του Ανοιχτού Πανεπιστημίου, για την τιμή που μας κάνατε κ. Καθηγητά.
Σας ευχαριστούμε πολύ.
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Ευχαριστώ πολύ. Να είστε καλά.
Κα ΦΟΥΦΑ:
Τον Αντιπρόεδρο κ. Πηλιχό να σας δώσει την Πράξη Ευχαριστίας και τον Επίτιμο Πρόεδρο του Πνευματικού Κέντρου κ. Δημήτριο Καλιέρη για να σας δώσει τα βιβλία του, μια ανεκτίμητη προσφορά για τον τόπο μας το οποίο αναφέρει μέσα την Ιστορία..
Κος ΚΑΛΙΕΡΗΣ:
Θα μου επιτρέψετε να πω δυο λόγια: Μου δίνεται η ευκαιρία να ευχαριστήσω τον κ. Καθηγητή δια ζώσης και σ’ εσάς, όσοι έχετε το βιβλίο το πρώτο, «Ο δρόμος προς την παλιγγενεσία», να διαπιστώσετε το εξής: Στις σελίδες 56, 57, 60, 69, 70, 71, στις σημειώσεις, θα δείτε πού αναφέρομαι στο βιβλίο του κ. Καθηγητή «Κοινωνική δυναμική και πολιτική Αυτοδιοίκηση: Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας».
Είναι το 6ο κεφάλαιο και έχει σημασία γιατί ορισμένες έννοιες και λέξεις που υπάρχουν στο φιρμάνι στο οποίο αναφερόμαστε στο 1ο μέρος, είναι αναγκαίο να ερμηνευθούν και σε αυτή την ερμηνεία των λέξεων έχει πάρα πολύ βοηθήσει το δάνειο που πήρα από τον κ. Καθηγητή και τον ευχαριστώ και τώρα προσωπικά που τον έχω μπροστά μου.
Κος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ:
Να είστε καλά. Αν μου επιτρέπετε μία λέξη μόνο σ’ αυτό γιατί έχει πολύ μεγάλη σημασία και νομίζω απαντά και στο ερώτημά σας:
Εάν κάποιος από σας κρατάει τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, την «Αθηναίων Πολιτεία», που περιγράφει τη δημοκρατία της Αθήνας και εγώ σας περιγράφω ή διαβάζετε το βιβλίο μου για τα κοινά της τουρκοκρατίας, που μου θύμισε προηγουμένως ο κ. Καλιέρης, θα διαπιστώσετε ότι οι αρχές και οι θεσμοί που ισχύουν στα κοινά, στα δημοκρατικά κοινά γιατί δεν ήταν όλα δημοκρατικά, είναι ομοθετικά ίδιες με αυτές που αναφέρει ο Αριστοτέλης.
Δε χρειάζεται να ψάξουμε για να βρούμε συνέχειες ή ασυνέχειες. Αρκεί να διαπιστώσουμε ότι ο ελληνικός κόσμος έζησε μέσα σε ένα οικονομικό, κοινωνικό και πολιτειακό σύστημα που έχει τις ίδιες αρχές και καταβολές με αυτές που ζούσαν οι Έλληνες των κλασικών χρόνων.
Το ίδιο ισχύει για τα ολιγαρχικά συστήματα που υπήρχαν και ούτω καθ' εξής. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποδεικνύει ότι δεν τα ανακάλυψαν ξανά τα κοινά και τις ομόλογες πολιτείες οι Έλληνες στην τουρκοκρατία, αλλά υπήρχαν ως σταθερές και απλώς εμείς δεν τα γνωρίζουμε και δεν τα γνωρίζει και η Ιστορική Επιστήμη, αυτό είναι το χειρότερο.
Ευχαριστώ πολύ.

1 σχόλιο:

Δημήτρης A. Μαυρίδης είπε...

Πολύ καλή και σαφής ανάλυση. Πειστικά τα επιχειρήματα.