Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Οι ετεροθαλείς αδελφές Αριστερά και Δεξιά


 
Γιώργος Κοντογιώργης, Οι ετεροθαλείς αδελφές Αριστερά και Δεξιά
Γιώργος Κοντογιώργης
27 Ιουνίου 2018


Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία ανέδειξε τη γύμνια του σε όλα τα επίπεδα. Ομολόγησε αυτό που ήταν γνωστό εδώ και πολλές δεκαετίες, ότι δηλαδή η Αριστερά, και προεχόντως ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει τίποτε να πει για τον κόσμο της εποχής μας και για το μέλλον. Επιπλέον, ομολόγησε ότι ομοιάζει ομοθετικά με τη Δεξιά και ότι βεβαίως έχει μεταβληθεί σε μια τυπικά αντιδραστική συνιστώσα του δυτικού Διαφωτισμού και αυθεντικό παρακολούθημα της διεθνούς των αγορών.
Το χειρότερο εξ όλων είναι ότι ομολόγησε ότι ήταν τόσο βαθιά εγκιβωτισμένος στην πλέον απεχθή εκδοχή της κομματοκρατίας ώστε τα στελέχη του, μολονότι παρασιτόβια του δημοσίου κορβανά επί πολλές δεκαετίες, αγνοούσαν απολύτως τα ζητήματα του κράτους, και -το χειρότερο- τα διεθνή και τα ευρωπαϊκά δρώμενα. Αποκαλύφθηκε δηλαδή ότι δεν διέθετε εξαρχής ούτε καν το «ηθικό πλεονέκτημα».
Η γενικότερη αιτία της έκπτωσης αυτής του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η Αριστερά, ο σοσιαλισμός εν γένει, δεν αποτέλεσε μια διαφορετική φάση έναντι της Δεξιάς και του φιλελευθερισμού, όπως διατεινόταν. Αντιπροσώπευσε απλώς έναν διαφορετικό δρόμο στην έξοδο από τη δεσποτεία, που αφορούσε κυρίως τα κοινωνικά στρώματα της εργασίας (στη Δύση) ή ολόκληρες κοινωνίες, οι οποίες βρίσκονταν σε υστέρηση έναντι άλλων.
Ο δρόμος που επέλεξε, ωστόσο, ήταν εξ αντικειμένου αδιέξοδος διότι, για λόγους που έχω αναλύσει αλλού: αναιρούσε μεν την απολυταρχία (κρατική δεσποτεία), οδηγούσε όμως στον ολοκληρωτισμό. Εξ ου και η, ως ασύμβατη με την εποχή της, αύτανδρη κατάρρευση του ολοκληρωτικού σοσιαλιστικού πειράματος.
Ετεροθαλείς αδελφές
Η δεκαετία του 1980 ολοκλήρωσε τον κύκλο αυτόν, πράγμα που έκαμε άνευ αντικειμένου τόσο την Αριστερά όσο και την κλασική εθνοκρατική Δεξιά. Με τη διαφορά ότι η φιλελεύθερη Δεξιά μεταλλάχθηκε ευθέως σε θεραπαινίδα της «νέας τάξης», της διεθνούς των αγορών. Αντιθέτως, η Αριστερά, εγκαταλείποντας ακόμη και τον μαρξισμό, επέστρεψε στην εποχή του φιλελεύθερου Διαφωτισμού, αφενός για να συγκαλύψει τη γύμνια της, αφετέρου για να τεκμηριώσει ιδεολογικά την οβιδιακή στροφή της σε διαχειριστή των απόβλητων και ιδεολογική συνιστώσα της διεθνούς των αγορών.
Έχω πολλές φορές διατυπώσει την άποψη ότι η ομοιότητα της Αριστεράς με τη Δεξιά μπορεί να συγκριθεί με τις ετεροθαλείς αδελφές. Στο πολιτικό σύστημα, στην ιδεολογική του προσημείωση ως δήθεν δημοκρατίας, στις πολιτικές τους, στη σημειολογία της άσκησης της εξουσίας και της εκφοράς του πολιτικού λόγου.
Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από λίγα χρόνια η Αριστερά επιχείρησε να συγκαλύψει την ιδεολογική της γύμνια, την απουσία μιας οργανικής σχέσης με την κοινωνία, με τον εναγκαλισμό του «περιβάλλοντος». Η Συριζαία Αριστερά, συνηγορούσης και της απέχθειάς της προς την κοινωνική συλλογικότητα και το πολιτισμικό της απόβαρο, προέκρινε ως σημαία της την ιδεολογία των «δικαιωμάτων» ως δήθεν απόρροια της προσημείωσής της στις ανθρωπιστικές αξίες.
Παρένθετη σχέση
Με διαφορετική διατύπωση, η σχέση της με την κοινωνία των πολιτών, από αυτοσκοπός έγινε παρένθετη. Είναι παρακολουθηματική του θεμέλιου σκοπού της Συριζαίας Αριστεράς που είναι η ενασχόλησή της με τα απόνερα του διεθνούς καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού. Δεν αποβλέπει στην αντιμετώπιση ή ακόμη και στην ανάσχεση του διεθνούς καπιταλισμού, αλλά στην απορρόφηση των επιπτώσεών του. Το κόστος αυτών των επιπτώσεων καλείται να καταβάλλει, ωστόσο, ο απόβλητος, η εθνική κοινωνία των πολιτών.
Με άλλα λόγια, για τη Συριζαία Αριστερά, η ταξινόμηση ενός εκάστου με την πρόοδο ή με την συντήρηση, με την Αριστερά ή με την Ακροδεξιά (οι ενδιάμεσες δυνάμεις υποχωρούν στον διάλογο αυτόν) κρίνεται από την τοποθέτησή του με την κοινωνία των πολιτών ή με τα απόνερα της διεθνούς των αγορών.
Ακροδεξιός, στο πλαίσιο αυτό, είναι όποιος αναφέρεται στην κοινωνική και πολιτισμική συνοχή, στην πολιτική ελευθερία της κοινωνίας, στο συμφέρον της και ιδίως στη βούλησή της. Δηλαδή στην αντιπροσωπευτική ή δημοκρατική μεθάρμοση της πολιτείας, στην εθνική συνείδηση κοινωνίας και στη συνέχεια του Ελληνισμού.
Και αντιστοίχως, ως αριστερός αξιολογείται εκείνος που ορθώνει το ανάστημά του προς όλα αυτά, που αρνείται να αποδώσει στην κοινωνία την ιδιότητα του εντολέα, ή να συνομολογήσει εν τέλει ότι η κοινωνία και οι κληρονομιές της αποτελούν την αιτία της ίδιας της ύπαρξής τους. Αυτός, λοιπόν, που συντάσσεται κατ’ αυτάς με την πολιτική «ανοιχτών συνόρων» και ουσιαστικά με τη μεταβολή της χώρας σε χώρο.
Ελεγχόμενες μεταναστευτικές ροές
Χωρίς να υπεισέλθω στα μείζονα αυτά ζητήματα, απαιτείται νομίζω να διευκρινισθεί ότι ανάμεσα, ειδικότερα, στα «ανοιχτά σύνορα», που αναιρούν τη θεμέλια βάση του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι της εποχής της μεγάλης κλίμακας, και στα «κλειστά σύνορα», που ανάγονται σε ένα παρελθόν που παρήλθε ανεπιστρεπτί, υπάρχει η πολιτική των ελεγχόμενων μεταναστευτικών ροών.
Η τελευταία συνεκτιμά σημαίνουσες πτυχές του ζητήματος, όπως η κοινωνική και πολιτισμική συνοχή, η ασφάλεια, η δυνατότητα της κοινωνίας να σηκώσει το βάρος μιας αξιοπρεπούς διαχείρισης του ανθρώπινου πόνου και να ενσωματώσει το εθνικώς διαφορετικό, με όρους πολιτισμικής πολυσημίας. Να λάβει υπόψη τη θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη η Ελλάδα να μη μεταβληθεί σε παίγνιο των γεωπολιτικών εξελίξεων που αναπτύσσονται στο διεθνές σύστημα.
Συριζαιϊκή «τυφλότητα»
Σε τελική ανάλυση, η παρασιτική διαβίωση της Συριζαίας Αριστεράς στον κορμό της ελληνικής κοινωνίας δεν της επέτρεψε να διακρίνει τις κρίσιμες μεταβολές που σημειώνονται ήδη στον δυτικό πολιτικό χάρτη. Μεταβολές που έχουν στείλει στο μαυσωλείο της Ιστορίας την μόλις προ ολίγων ετών δεσπόζουσα αντιλογία μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού. Μεταβολές, που έχουν οδηγήσει στη σύμπτυξη ενιαίου μετώπου των καθεστωτικών δυνάμεων της Αριστεράς και της Δεξιάς με πρόσημο τον σκοπό των αγορών, κατέναντι στη λόγω μεν αντισυμβατική, έργω δε διακινητή του κλασικού φιλελευθερισμού νέα «Ακροδεξιά».
Ωστόσο, θέλω να συγκρατήσω από τις ανωτέρω επισημάνσεις, αυτό που προσποιείται ότι αγνοεί η Συριζαία Αριστερά: ότι η σήμανση μιας ιδεολογίας ή μιας πολιτικής δύναμης ως συντηρητικής ή προοδευτικής κρίνεται από την ιδέα ή τη σχέση της με την εθνική κοινωνία. Ο διεθνισμός αποτελεί παρελκόμενη επιλογή και ως τέτοια αποβλέπει στην ενίσχυση των εσωτερικών συσχετισμών έναντι του αντιπάλου, εν προκειμένω του «καπιταλισμού».
Η μονοσήμαντη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ, εντούτοις, εάν συνεκτιμηθεί και η σεσημασμένη απέχθειά του προς την ελληνική εθνική συλλογικότητα, ομολογεί ότι αποβλέπει να συγκαλύψει διάφορα ζητήματα: Αφενός τον αντιδραστικό του εναγκαλισμό με τις ολιγαρχικές αξίες και το ομόλογο σύστημα του Διαφωτισμού. Αφετέρου την προσαρτηματική προσέγγιση της χώρας. Και, τέλος, τη στοχευμένη υπονόμευση της πολιτισμικής συνοχής της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή την πηγή της αντίστασής της προς την πολιτική εξουσία, ώστε να διατηρηθούν οι εξαρτήσεις της.
Πράγματι, το δίλημμα δεν είναι εξ αντικειμένου τα «ανοιχτά» ή τα «κλειστά» σύνορα, αλλά η πολιτειακή θωράκιση της εθνικής συλλογικότητας, έτσι ώστε να διατηρεί τη συνοχή της και να μη γίνεται παίγνιο στα χέρια της διεθνούς των ηγεμόνων και των εσωτερικών της παραφυάδων.

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Γ. Κοντογιώργης - Η Συριζαία Αριστερά ως φορέας ιδεολογικής εθελοδουλείας και ως κυβέρνηση των προθύμων







Γ. Κοντογιώργης - Η Συριζαία Αριστερά ως φορέας ιδεολογικής εθελοδουλείας και ως κυβέρνηση των προθύμων».
- 18.6.2018

https://yt3.ggpht.com/a-/ACSszfEet0Q2SOturnDQxISaXLh_JqZOguRrPZ-rMw=s88-mo-c-c0xffffffff-rj-k-no
Ο Καθηγητής
Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος
Κοντογιώργης στις 18.6.2018 στον ραδιοφωνικό σταθμό ALPHA Radio 88.6 της
Καβάλας και στον δημοσιογράφο Νίκο Χαζαρίδη. «Η Συριζαία Αριστερά ως φορέας
ιδεολογικής εθελοδουλείας και ως κυβέρνηση των προθύμων».

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Ο Ερντογάν και η νέα Τουρκία. Ο πολιτικός τρόπος του Ερντογάν ήταν μονόδρομος για την επιβίωσή του


Γιώργος Κοντογιώργης, Ο Ερντογάν και η νέα Τουρκία. Ο πολιτικός τρόπος του Ερντογάν ήταν μονόδρομος για την επιβίωσή του
Συνέντευξη στην εφημερίδα FREE SUNDAY, στις 30/6/2018
1. Ποιο είναι το πρώτο σχόλιό σας για την επανεκλογή Ερντογάν στη θέση του προέδρου της Τουρκίας;

ΓΚ.  Θεωρώ ότι είναι λάθος να βλέπει κανείς τον Ερντογάν ως μια ιδεολογική και πολιτική εκτροπή από τον κεμαλισμό. Ο Ερντογάν εγγράφεται με ακρίβεια στην κεμαλική κατεύθυνση του «εκσυγχρονισμού» της Τουρκίας την οποία θα έλεγα ολοκληρώνει. Για πολλούς λόγους. Ο πρώτος και κύριος είναι ότι ενσωματώνει και το Ισλάμ στην «εκσυγχρονιστική» προοπτική του κεμαλισμού, το οποίο ο Κεμάλ, υπό τις συνθήκες της εποχής, εκτιμούσε και ορθώς ότι αποτελούσε το πρωταρχικό εμπόδιο στο εγχείρημά του. Ο Ερντογάν έθεσε τη θρησκεία ως τον κατεξοχήν ιδεολογικό μηχανισμό για να οδηγήσει στον «εκσυγχρονισμό» της Τουρκίας. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την διά χειρός του σημαίνουσα απογείωση της χώρας και την καταχώρησή της ως μείζονος περιφερειακής δύναμης, προκάλεσε μια εθνική συσπείρωση, δηλαδή συναίνεση, άνευ προηγουμένου, η οποία αποτυπώθηκε στο πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα. Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πολιτισμικό υπόβαθρο της εθνικής ιδεολογίας της Τουρκίας είναι η θρησκεία, το Ισλάμ, και όχι μια αντίληψη του έθνους που γνωρίζουμε στη Δύση και ιστορικά στον ελληνικό κόσμο. Ο κοσμικός Κεμάλ σε αυτή τη βάση σφυρηλάτησε την εθνική ιδεολογία της νέας Τουρκίας, ανεξαρτήτως της πολιτικής του θέσης απέναντι στο τότε πολιτικό και πολιτισμικό αρχαϊσμό της θρησκείας αυτής. Το άλλο κοινό στοιχείο του κεμαλισμού και του ερντογανισμού είναι ο πολιτικός αυταρχισμός. Ο οποίος είναι συμφυής με τον χαρακτήρα του εγχειρήματος και την φύση της τουρκικής κοινωνίας. Η Τουρκία έχει πολύ δρόμο να διανύσει για να φθάσει να ξεριζώσει το αναχρονιστικό της παρελθόν. Ο Ερντογάν θα χρειασθεί ωστόσο να υπερβεί το σκόπελο της μετάβασης από τη θρησκευτική στην κοσμική αντίληψη του έθνους, και συνακόλουθα σε μια πολιτισμική και κοινωνική συναίνεση που θα εδράζεται σε ανθρωποκεντρικές βάσεις. Η μετάβαση αυτή, προοιωνίζεται μια δύσκολη περίοδο για την Τουρκία διότι ως κοινωνία είναι πολυεθνοτική και πολιτισμικά κατακερματισμένη και οποιοδήποτε άνοιγμα με πρόσημο την ελευθερία κινδυνεύει να εκληφθεί ως απειλή για την ενότητα της χώρας. Το Ισλάμ αποτελεί την πλέον ισχυρή πολιτισμική συνιστώσα που υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορεί να υπερβεί η πολιτική ελίτ χωρίς συνέπειες. Με δεδομένο επίσης ότι στους κόλπους της χώρας ενυπάρχει επίσης το κοχλάζον κουρδικό ζήτημα.  

2. Παρά κάποιες περί του αντιθέτου προβλέψεις, ο Ερντογάν «καθάρισε» την επανεκλογή του από τον πρώτο γύρο. Πού αποδίδετε την επιτυχία του;

ΓΚ. Ο Ερντογάν είτε το θέλουμε είτε όχι είναι ένας μεγάλος ηγέτης. Και ό μεγάλος ηγέτης δεν κρίνεται από την αυταρχική ή την μη αυταρχική συμπεριφορά του στο πολιτεύεσθαι, αλλά από το αν οδήγησε τη χώρα του μπροστά από την εποχή του. Ο Ερντογάν παρέλαβε μια Τουρκία ανυπόληπτη εγκατεστημένη στο ΔΝΤ έγκλειστη στα εσωτερικά της προβλήματα και την μετέβαλε σε ελάχιστο χρόνο σε μια περιφερειακή δύναμη. Εάν ο Ερντογάν είχε πολιτευθεί με διαλλακτικούς όρους δεν θα είχε υπερβεί τις αγκυλώσεις που ενδημούν στη χώρα του. Κατηγορείται ότι προέβη σε απηνείς εκκαθαρίσεις παντού μετά το πραξικόπημα. Διερωτώμαι αν θα ήταν δυνατόν να σταθεί στην εξουσία χωρίς αυτές. Δεν είναι ποσοτικό το ζήτημα των εκκαθαρίσεων. Μετά από ένα πραξικόπημα οι εκκαθαρίσεις είναι αναπόφευκτες. Αυτό διδάσκει η πολιτική ιστορία του κόσμου. Επαναλαμβάνω ότι την πολιτική πρακτική του Ερντογάν πρέπει να την αξιολογούμε με μέτρο την τουρκική πραγματικότητα και όχι την δυτική οπτική του πράγματος. Ο πολιτικός τρόπος που εφήρμοσε ο Ερντογάν ήταν μονόδρομος για την επιβίωσή του και για να οδηγήσει την Τουρκία στο δρόμο που χάραξε γι’αυτήν. Ο δυτικός δρόμος θα τον είχε καταδικάσει εξ αρχής σε αποτυχία, το σύστημα θα τον είχε εκβράσει. Μην ξεχνάμε ότι η Δύση ευχαρίστως θα έβλεπε την προοπτική μιας μετα-ερντογανικής Τουρκίας. Νομίζω ότι το μυστικό της πολιτικής μονοκρατορίας του Ερντογάν βρίσκεται στο συνδυασμό της φιλοδοξίας που έχει επεξεργασθεί για την Τουρκία, στην επιτυχία του στην εσωτερική ανάταξη της χώρας, στον ίδιο τον τρόπο του πολιτεύεσθαι, που τον διακρίνει σαφώς από τους αντιπάλους του. Η τουρκική κοινωνία πιστώνει στον Ερντογάν την ανάδειξη της Τουρκίας ως μεγάλης  περιφερειακής δύναμης.

3. Πόσο πειστικές κρίνετε τις καταγγελίες της αντιπολίτευσης για νοθεία στις τουρκικές εκλογές;

ΓΚ. Το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό για να θεωρήσει κανείς ότι η νίκη του Ερντογάν ήταν αποτέλεσμα νοθείας στις εκλογές. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι νοθεία υπήρξε σε κάποιο βαθμό. Αν όμως ήταν γενικευμένη δεν θα μπορούσε να κρυφθεί ακόμη και στην σημερινή Τουρκία.

4. Τι σημαίνει, κατά την άποψή σας, η επανεκλογή Ερντογάν για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

 ΓΚ. Έχω υποστηρίξει ότι η Τουρκία έχει αναβαθμίσει τη στρατηγική της έναντι της Ελλάδας πολλές κλίμακες έτσι ώστε από την «φινλανδοποίηση» που επιδίωκε τη δεκαετία του 1980 να προβάλει σήμερα ως στρατηγικό στόχο την «ιμιοποίηση» της χώρας μας. Όλα δείχνουν ότι ο Ερντογάν τα προσεχή χρόνια θα επιχειρήσει να υλοποιήσει τη στρατηγική αυτή που εγκαινιάσθηκε με την υπόθεση των Ιμίων, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Πρέπει να πω ωστόσο ότι στη στρατηγική αυτή επιδίωξη του Ερντογάν βασικός του σύμμαχος είναι η ελληνική πολιτική τάξη. Για πολλούς πολύ γνωστούς λόγους: Ο πρώτος, είναι συναφής με το ομολογημένο γεγονός ότι στη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου και προεχόντως από τη μεταπολίτευση η πολιτική τάξη μερίμνησε ώστε να ανατραπούν συντριπτικά οι συσχετισμοί σε βάρος της Ελλάδας. Η σημερινή κατάπτωση της χώρας είναι το φρέσκο «βούτυρο» που προσέφερε η ελληνική πολιτική τάξη στην Τουρκία για να θέσει σε εφαρμογή την αναθεώρηση της σχέσης της με την Ελλάδα. Ο δεύτερος είναι ιδεολογικός. Η ελληνική πολιτική τάξη έχει αποδυθεί σε έναν συστηματικό αγώνα υπονόμευσης του πολιτισμικού και κοινωνικού ιστού της ελληνικής κοινωνίας. Την κορύφωση του εγχειρήματος αυτού, την συναντάμε στην εποχή Σημίτη και τώρα του Σύριζα. Πυρήνας της είναι η αποδόμηση της εθνικής συνοχής και των ιστορικών/πολιτισμικών της θεμελίων. Η διατύπωση του εγχειρήματος αυτού  Την ιδεολογική διατύπωση του εγχειρήματος αυτού την ακούσαμε στη Βουλή δια στόματος βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ:  «πρόβλημά μας δεν είναι ο εθνικισμός των γειτόνων μας αλλά ο εθνικισμός των Ελλήνων». Με τη διατύπωση αυτή αποδίδεται με ακρίβεια  η αντίληψη της λεγόμενης εκσυγχρονιστικής πολιτικής τάξης στην Ελλάδα, ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να διαμορφώνεται υπό το πρίσμα της εσωτερικής απονομιμοποίησης του εθνικισμού της ελληνικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα, ο εθνικισμός με τον οποίο χρεώνεται η ελληνική κοινωνία είναι αναγωγικός όχι σε μια εκτατική εθνική αντίληψη, αλλά στην άρνησή της να λειτουργήσει ως απολιτική μάζα, στην αμφισβήτηση που προβάλλει κατά των ενόχων του εθνικού ξεπεσμού, της εξαθλίωσής της και της αλαζονείας με την οποία διαχειρίζεται το κοινό συμφέρον. Ο τρίτος λόγος, ο και σοβαρότερος, είναι ότι η πολιτική τάξη έχει ήδη στο μυαλό της ενθυλακώσει την ιδέα της συνθηκολόγησης με την Τουρκία. Εάν διατρέξετε την πολιτική διαχείριση των εξωτερικών υποθέσεων από την παρούσα κυβέρνηση θα συνομολογήσετε ότι είναι απολύτως συνεπής με την ιδεολογία της εθελοδουλίας και της υποτέλειας, που την οδηγεί να λειτουργεί ως ο φυσικός ιπποκόμος ξένων συμφερόντων. Η επιλογή της Συριζαίας Αριστεράς, εν προκειμένω, είναι σαφής: εχθρός της είναι η ελληνική κοινωνία διότι λειτουργεί ως «ετερόκλητος όχλος», αρνούμενη να υπακούσει στο μαντρί της κομματοκρατίας. Και όχι οι όποιες απαιτήσεις των γειτόνων ή ενγένει των ξένων. Συνακόλουθα προς την επιλογή αυτή, έχει ήδη αποδεχθεί το καθεστώς των Ιμίων για τα 18 νησιά που ενέταξε η Τουρκία στις γκρίζες ζώνες, έχει κιόλας δρομολογήσει την ολοκλήρωση και την εμβάθυνση του έργου που ξεκίνησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις στη Θράκη, και προετοιμάζει μια λύση στο κυπριακό που θα είναι συμβατή με τα συμφέροντα της Τουρκίας. Η επιχειρηματολογία με την οποία συνοδεύει την υποστήριξη της καθόλα επαχθούς για τα ελληνικά συμφέροντα συμφωνίας με τα Σκόπια είναι διδακτική. Ο τέταρτος λόγος, είναι ότι η πολιτική τάξη της χώρας, με κορυφαία την Συριζαία Αριστερά, δεν έχει ούτε στην περίοδο της κρίσης συνδέσει την ανάταξη του κράτους με ό,τι αυτή σημαίνει για την ίδια την επιβίωση του ελληνικής εθνικής κοινωνίας. Πολιτεύεται ως εάν η Ελλάδα βρίσκεται στον Ατλαντικό και όχι με βάση το γεγονός ότι κινείται στον ρυθμό του ακρωτηριασμού της και της οριστικής εξάρτησης της από την Τουρκία. Όλα δείχνουν ότι η Ελλάδα (και η Κύπρος) το προσεχές διάστημα θα κληθούν απλώς να επιβεβαιώσουν την «ιμιοποίησή» τους.

5. Θεωρείτε ότι τώρα που ο Ερντογάν επιβεβαίωσε τη θέση του ως «σουλτάνος» της Τουρκίας θα αλλάξει ρητορική έναντι της Δύσης;

ΓΚ. Η Τουρκία διεκδικεί σημαντικό μερίδιο στην περιφερειακή γεωπολιτική σκηνή σε μια εξαιρετικά σημαντική περιοχή για τα στρατηγικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Ερντογάν έχει αποδείξει ότι είναι ένας μεγάλος επιτήδειος πολιτικός παίχτης τόσο στο εσωτερικό της χώρας του όσο και στο εξωτερικό, κατά τη διαχείριση της φιλοδοξίας του με τις Δυνάμεις. Εκτιμώ ότι η προσέγγιση της Ρωσίας είναι συγκυριακή και θα διαρκέσει όσο η Δύση δεν θα του αναγνωρίζει τη στρατηγική θέση του εταίρου στη γεωπολιτική σκηνή. Έως ότου συμβεί αυτό οι τριβές με την Δύση θα συνεχισθούν. Μόλις αυτό συμβεί, και πιστεύω ότι δεν θα αργήσει πολύ, θα επανέλθει ως στρατηγικός  σύμμαχος στη Δύση.

6. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα πώς πιστεύετε ότι θα πρέπει να διαχειριστεί την κατάσταση που διαμορφώνεται στην Τουρκία;

ΓΚ. Πρώτον πρέπει να ανασυνταχθεί επειγόντως η χώρα στο εσωτερικό της όσο είναι ακόμη καιρός. Δεύτερον να επεξεργασθεί μια στρατηγική με ορίζοντα για τη χώρα, η οποία δεν υπάρχει. Από την πολιτική τάξη απουσιάζει αυτό που θα λέγαμε μία ιδέα για τη χώρα. Θεωρεί ότι η χώρα υπάρχει γι’αυτήν και της οφείλει, όχι το αντίθετο. Τρίτον, να προετοιμασθεί η χώρα ενόψει του αναπόφευκτου κατ’εμέ διλλήματος ή να παραδοθεί αμαχητί ή να διαμορφώσει τους (στρατηγικούς, διπλωματικούς, και στρατιωτικούς) όρους που θα κάνουν την Τουρκία να συνεκτιμήσει τις συνέπειες μιας πολεμικής έντασης με την Ελλάδα. Η Τουρκία έχει πεισθεί, δια χειρός της ελληνικής πολιτικής τάξης, ότι μπορεί να επιτύχει το 100% των επιδιώξεών της προς την Ελλάδα χωρίς να πέσει τουφεκιά. Μεταξύ των στρατηγικών επιλογών που έχει η Ελλάδα είναι: πρώτον, να εγγράψει ως υποθήκη ότι η αποτροπή της Τουρκίας είναι εφικτή μόνον εάν καταστήσει σαφές πώς η όποια δημιουργία τοπικού τετελεσμένου από αυτήν (του λεγόμενου θερμού επεισοδίου) θα σημάνει γενικευμένη σύρραξη. Και δεύτερον, να συνειδητοποιήσει η πολιτική τάξη ότι τα συμφέροντα της χώρας στην περιοχή είναι απολύτως συμβατά με τα συμφέροντα των Δυνάμεων που διαμορφώνουν τον γεωπολιτικό χάρτη. Η φιλοδοξία της Τουρκίας την περίοδο αυτή είναι μια νέα ευκαιρία για την Ελλάδα.