Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

Γιώργος Κοντογιώργης, Το πολιτικό σύστημα έριξε την Ελλάδα στα βράχια



 
Γιώργος Κοντογιώργης,
Το πολιτικό σύστημα έριξε την Ελλάδα στα βράχια

10 Σεπτεμβρίου 2019
1608

Όπως αποδείχθηκε από τα γεγονότα, οι πολιτικές ηγεσίες δεν πήραν τα αναγκαία μέτρα για να αποτρέψουν την οικονομική κρίση, η οποία ουσιαστικά ήταν χρεοκοπία, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να υπαχθεί σε Μνημόνια. Κι όταν αυτά επιβλήθηκαν, οι κυβερνήσεις δεν πήραν μέτρα ανάταξης της χώρας, έκοβαν απλώς δαπάνες, όπου τους υποχρέωναν οι δανειστές. Αρχικά έκαναν περικοπές στους χαμηλόμισθους, τους χαμηλοσυνταξιούχους και από την κοινωνική πρόνοια.
Στη συνέχεια οι δανειστές επέβαλαν μέτρα κατά των υψηλόμισθων και υψηλοσυνταξιούχων, που αρχικά τους ήθελαν συμμάχους μαζί με την πολιτική τάξη μέχρι να καθαρίσουν το τοπίο με τη φτωχολογιά και τη μεσαία τάξη. Στο μεταξύ επιδόθηκαν στην αποδόμηση του παραγωγικού ιστού της χώρας.
Προφανώς, δεν έλαβαν μέτρα ανασυγκρότησης στα νοσοκομεία, στα πανεπιστήμια, στη δημόσια διοίκηση, στη Δικαιοσύνη κλπ, ώστε να εκλείψει η τριτοκοσμική εικόνα. Η Τρόικα, ωστόσο, άφησε το πολιτικό σύστημα ανέγγιχτο, όπως επίσης και τα προνόμια του πολιτικού προσωπικού. Τα οποία μέρα με τη μέρα αυγατίζουν. Αυτό γιατί; Γιατί έτσι τους είχαν και τους έχουν στο χέρι για να κάνουν τη “βρώμικη δουλειά”.
Για την ακρίβεια, η Τρόικα έβαλε όρο για την χρηματοδότηση των κομμάτων. Αλλά και οι ρυθμίσεις σ’ αυτόν τον τομέα ομολογούν την συνενοχή. Τί σημαίνει ότι ένα κόμμα δανείζεται με βάση την κρατική χρηματοδότησή του στο μέλλον; Το ΠΑΣΟΚ πως θα αποδώσει τα δάνεια που πήρε; Και ο Βενιζέλος είχε ομολογήσει ότι αν δεν αμνηστευθούν οι συνένοχοι των δανείων, οι αρχηγοί των κομμάτων θα πάνε φυλακή, αλλά αυτά δεν συμβαίνουν στην Ελλάδα!
Γιατί, όμως, να μην πάνε φυλακή αυτοί που βλάπτουν κατά σύστημα τη χώρα; Μιλάνε για ποινικοποίηση της πολιτικής. Τι εννοούν με αυτό; ότι οι πολιτικοί πρέπει να εξαιρούνται από το κράτος δικαίου, να είναι πάνω από το νόμο; Δηλαδή, αν ο πολιτικός εξαπατεί, καταδολιεύει και κλέβει μια ολόκληρη χώρα, δεν πρέπει να πάει φυλακή; Η πολιτική θα έπρεπε να υπόκειται στη Δικαιοσύνη πολύ πριν υπαχθεί σε αυτήν ο απλός πολίτης. Να θυμίσω ότι το σύστημα αυτό ομοιάζει σαν μια σταγόνα νερού με την απολυταρχία του παρελθόντος;
Οι εκλογές δεν είναι δικαστήριο
Ακούω συχνά ότι υπάρχει πολιτική ευθύνη, η οποία αποδίδεται στις εκλογές. Αλλά ακόμα και τον καλύτερο πολιτικό ο κόσμος μπορεί να τον βαρεθεί και να πάρει κάποιος άλλος τη θέση του. Οι εκλογές αποφασίζουν ποια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση. Δεν είναι δικαστήριο, δεν απονέμουν δικαιοσύνη. Δεν αποτελούν ποινή. Η πολιτική ευθύνη αποτελεί την υψίστη απάτη, διότι χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να εξαιρεθεί ο πολιτικός του κράτους δικαίου. Εάν δεν αλλάξει το πολιτικό σύστημα δεν υπάρχει περίπτωση η χώρα να βγει στο ξέφωτο. Εάν αυτό ήταν εφικτό θα είχε συμβεί στους δύο αιώνες του ελεύθερου βίου μας.
Οι νόμοι και οι κυβερνητικές πολιτικές οφείλουν να έχουν και τη συναίνεση της κοινωνίας. Στα χρόνια των Μνημονίων και όχι μόνο, οι κυβερνήσεις λένε και ξαναλένε σε όλους τους τόνους πως ό,τι κάνουν το κάνουν, επειδή δεν υπάρχει άλλη λύση. Πως είναι μονόδρομος. Ασφαλώς για τον Σόιμπλε δεν υπήρχε άλλη λύση, ασφαλώς για τις αγορές δεν υπάρχει άλλη λύση. Για την κοινωνία, όμως, θα βρισκόταν άλλη λύση αν προϋπόθεση για να ισχύσει ένα νομοθέτημα, θα ήταν να ερωτηθεί η ίδια η κοινωνία.
Εάν η κάθε κυβέρνηση υπέκειτο σε διαδικασίες κοινωνικής συλλογικότητας, θα είχε λεηλατηθεί και αποδομηθεί η Ελλάδα; Εάν ο πολιτικός γνώριζε ότι η συστηματική εξαπάτηση που διαπράττεται με το να λέει ό,τι θέλει προ των εκλογών και να επαινεί εαυτόν στη συνέχεια ότι τα αναίρεσε, θα είχε συνέπειες, δεν θα πρόσεχε να είναι πιο υπεύθυνος; Εάν ο υπάλληλος υπείχε προσωπική ευθύνη έναντι του πολίτη θα τολμούσε να του συμπεριφέρεται εκ του ασφαλούς σαν σατράπης;
Στα χρόνια πριν αλλά και μέσα στην κρίση δεν υπήρξε κάποιο σοβαρό πρόγραμμα ανασυγκρότησης. Ποιος θα υποχρέωνε τις εκάστοτε κυβερνήσεις να επεξεργαστούν και να προτείνουν ένα τέτοιο πρόγραμμα, αφού παραμένουν ανεξέλεγκτες, ως εάν το κράτος είναι δικό τους;
Οι αμεσοδημοκράτες
Στο σημείο αυτό θέλω να είμαι σαφής. Οι μεγαλύτεροι εχθροί της δημοκρατίας σήμερα είναι αυτοί που αποκαλούνται αμεσοδημοκράτες. Είναι οι πιο μεγάλοι πολιτικοί ολιγάρχες, διότι όχι μόνο είναι απέναντι στη δημοκρατία, αλλά και παρέχουν νομιμοποίηση στο παρόν ολιγαρχικό σύστημα με το αιτιολογικό του δημοψηφίσματος. Το δημοψήφισμα, με όποια μορφή και εάν το δούμε, είναι ο φερετζές της μοναρχευομένης ολιγαρχίας.
Το δημοψήφισμα είναι ό,τι και οι εκλογές. Δηλαδή, αποφασίζουμε σήμερα να δώσουμε ασυλία και άλλοθι διακυβέρνησης για τέσσερα χρόνια, σε αυτούς οι οποίοι από την επομένη ημέρα δεν θα μας γνωρίζουν και δεν θα μας λογαριάζουν. Το ίδιο ισχύει και για το δημοψήφισμα. Οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για μία υπόθεση, τη στιγμή που για όλες τις άλλες υποθέσεις, που αφορούν στη διακυβέρνηση και στη νομοθεσία, θα αποφασίζει η κυβέρνηση. Τα περί “λαϊκής πρωτοβουλίας” δεν αλλάζουν τα πράγματα, διότι απλώς στη θέση των κομμάτων δεν θα υπεισέλθει το σώμα της κοινωνίας, αλλά οι διάφορες αυτόκλητες ομάδες συμφερόντων.
Για να αλλάξει το πολιτικό σύστημα πρέπει η κοινωνία των πολιτών, ως αδιαμεσολάβητο σώμα να γίνει καθημερινός θεσμός της Πολιτείας. Για όλα. Το δημοψήφισμα επομένως δεν έχει καμία σχέση με τη δημοκρατία, ούτε καν με την αντιπροσώπευση. Είναι πολύ ενδιαφέρον να προσέξουμε ότι οι λεγόμενοι αμεσοδημοκράτες δεν γνωρίζουν όχι μόνο τι είναι και ποιος ο σκοπός της δημοκρατίας, αλλά ούτε και τη διαφορά της με την αντιπροσώπευση.
Πιστεύουν ότι το σημερινό πολίτευμα είναι αντιπροσωπευτικό και ίσως ολίγον δημοκρατικό. Υπάρχουν τρία πολιτεύματα που θα πρέπει να γνωρίζουμε την ύπαρξή τους καθώς και τον χρόνο τους. Το ένα είναι η μοναρχία, η εκλόγιμη που διαδέχθηκε την κληρονομική μοναρχία, το άλλο είναι η αντιπροσώπευση και το τρίτο είναι η δημοκρατία. Τα τρία αυτά πολιτεύματα είναι τελείως ασύμβατα μεταξύ τους.

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Γιώργος Κοντογιώργης, Ελληνικό έθνος και ιδεολογικός μεταπρατισμός


Γιώργος Κοντογιώργης, Ελληνικό έθνος και ιδεολογικός μεταπρατισμός
Γιώργος Κοντογιώργης
23 Ιουλίου 2019
704

Οι Έλληνες των κοινών/πόλεων στις συνθήκες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βίωναν την θεσμική υποστασιοποίηση της κοινωνίας στην πολιτική διαδικασία (αντιπροσώπευση, δημοκρατία κλπ), την οποία ο κατακτητής αναγκάσθηκε να αποδεχθεί, πρωταρχικά διότι υπάκουε στην αρχή της ανθρωποκεντρικής ανωτερότητας. Και σε κάθε περίπτωση να ανεχθεί επειδή εμπεριείχε το στοιχείο του συμφέροντος γι’ αυτόν.
Το πρόταγμα του Ρήγα, ο οποίος προέκρινε την οικουμενική κοσμόπολη και στο πλαίσιό της τη δημοκρατία, από τα κοινά και τις συμπολιτειακές περιφερειακές ενώσεις τους έως την κεντρική Πολιτεία, εμπνεόταν προφανώς από την ελληνική οικουμένη των κοινών. Όπως ακριβώς και τα συνταγματικά κείμενα της Επανάστασης.
Το αδιέξοδο της ιδεολογικά διατεταγμένης και, καταφανώς, ανιστορικής σχολής σκέψης*, που βλέπει την Ελλάδα μέσα από το εσπεριανό πρότυπο, γίνεται πασιφανές μέσα από την αγωνία της να διαψεύσει τις πηγές και να ισχυρισθεί ότι οι Έλληνες δεν είχαν συνείδηση εθνικής κοινωνίας πριν από την Επανάσταση. Συγχέουν, χωρίς άλλο, το αδιαμφισβήτητο γεγονός της εθνογενετικής διαδικασίας στην Εσπερία και, επέκεινα, στον κόσμο, που εμφανίζεται σιγά σιγά με τη μετάβαση από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, με το έθνος ως κοινωνικό και κατ’ επέκταση, ως ιστορικό φαινόμενο.
Πολιτικό και πολιτισμικό
Το έθνος ως συνείδηση κοινωνίας, αποτελεί ένα μοναδικά ανθρωποκεντρικό φαινόμενο, το οποίο εμπεριέχει δύο θεμέλια στοιχεία: το πολιτισμικό και το πολιτικό. Η ανθρωποκεντρική φυσιολογία του έθνους διαψεύδει μια σειρά από ισχυρισμούς της νεοτερικής ιδεολογίας στο ζήτημα αυτό:
  • Πρώτον, ότι το έθνος είναι νεοτερική επινόηση, καθώς απαντάται σε κάθε ανθρωποκεντρικώς ζώντα κοινωνικό οργανισμό, όπως εν προκειμένω στον Ελληνισμό.
  • Δεύτερον, ότι το έθνος είναι επινόηση του κράτους. Το έθνος στις εσπεριανές κοινωνίες γεννήθηκε μεταξύ των ανθρωποκεντρικών θυλάκων της περιόδου της κρατικής δεσποτείας, δεν το κατασκεύασε το κράτος.
  • Τρίτον, το έθνος δεν είναι τεχνητό δημιούργημα που προόρισται να εκλείψει άμα τη εξαφανίσει του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας. Και τούτο διότι ως κοινωνικό φαινόμενο υπάρχει επειδή η ελευθερία του συλλογικού ανάγεται στην συνείδηση κοινωνίας, δηλαδή στον συνεκτικό ιστό που υφαίνεται γύρω από τις πολιτισμικές αναγωγές της συλλογικής ταυτότητας.
Το μέλλον επιφυλάσσει για τις κοινωνίες το τέλος του κράτους/συστήματος όχι το τέλος του έθνους, την μετάθεση της ευθύνης για το έθνος στην κοινωνία, αντί των νομέων του κράτους. Ώστε, το πολιτικό στοιχείο είναι αυτό που μεταβάλει μια εθνοτική κοινότητα σε έθνος. Το περιεχόμενο του πολιτικού του προτάγματος, ωστόσο, δεν είναι μονοσήμαντο. Διαφοροποιείται στον ανθρωποκεντρικό χρόνο και, προφανώς, αναλόγως με την κοσμοσυστημική κλίμακα.
Τούτο γίνεται εμφανές στην περίπτωση του προ-εθνοκρατικού Ελληνισμού, οπότε το πολιτικό πρόσημο του έθνους απέδωσε η έννοια του Γένους. Το Γένος, με την σημερινή εννοιολόγηση αποδίδει το πολιτικό πρόταγμα του έθνους κοσμοσυστήματος. Η εθνική ελευθερία των Ελλήνων ανάγεται στον κοσμοσυστημικό του χρόνο σε διακύβευμα περί την ελευθερία των πόλεων ή, μετά από μια στιγμή, σε κοσμοπολιτειακό συμβολισμό, με σημείο αναφοράς την μητρόπολη.
Ενοχοποίηση του παρελθόντος
Η ίδια σχολή σκέψης, μολονότι ενοχοποιεί το παρελθόν της ελληνικής κοινωνίας για την κακοδαιμονία της, δηλαδή για τις αρνητικές επιδόσεις του κράτους, από την άλλη αρνείται την όποια συνέχεια της κοινωνίας του νεοελληνικού κράτους με εκείνη της προεπαναστατικής περιόδου. Πολλώ μάλλον αφού φθάνει μέχρι του σημείου να απορρίπτει ακόμη και την εθνική ιδιοσυστασία της προεπαναστατικής κοινωνίας, την οποία αποκαλεί απλώς ελληνόφωνη.
Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι τόσο ότι η σχολή αυτή "διαψεύδει" τις πηγές που επιβεβαιώνουν αδιατάρακτα την εθνική συνείδηση κοινωνίας των Ελλήνων, αλλά η ιδεολογική της στόχευση. Στην πραγματικότητα αυτό το οποίο επιχειρείται με την επιλογή αυτή είναι να αποφευχθεί η σύγκριση των πεπραγμένων του ελληνικού έθνους του κράτους με τον Ελληνισμό του έθνους κοσμοσυστήματος. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε συντριπτικά συμπεράσματα για τις ευθύνες του συγκεκριμένου κράτους /συστήματος για την ελληνική κακοδαιμονία.
Το ζήτημα αυτό, μας φέρνει, επομένως αντιμέτωπους με το ερώτημα εάν η ιστόρηση του Ελληνισμού θα γίνει με γνώμονα τα πεπραγμένα του έθνους, ή με εκείνα του κράτους, το οποίο εξέφρασε το ουσιώδες της ελληνικής κοινωνίας, μόλις στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Διότι, σε τελική ανάλυση, η ιστόρηση του Ελληνισμού με βάση τα πεπραγμένα του κράτους, εμφανίζουν μια κοινωνία με “τριτοκοσμικά” χαρακτηριστικά, εκείνα του “εθνικού” κράτους.
Αντιθέτως, η ιστόρηση του Ελληνισμού με γνώμονα τα πεπραγμένα της ελληνικής κοινωνίας, εμφανίζει ένα «τριτοκοσμικό» κράτος να δυστυχεί μια κοινωνία με υψηλού διαμετρήματος ανθρωποκεντρική ανάπτυξη. Διότι αυτό που συνέβη ήταν, στο όνομα του “εξευρωπαϊσμού”, το κράτος της νεοτερικότητας, το απολυταρχικό και στη συνέχεια το κυρίαρχο κράτος, να οπισθοδρομήσει την ελληνική κοινωνία, από την ανθρωποκεντρική φάση της οικουμένης σε εκείνη της κρατικής δεσποτείας ή, έστω, του πρώιμου ανθρωποκεντρισμού.
Οι δυνάμεις της δεσποτείας
Εν προκειμένω συντρέχει αφενός η σύγχυση ανάμεσα στην μοναδική πρωτοτυπία της μετάβασης στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα και στην εντελώς πρώιμη ανθρωποκεντρική αφετηρία της νεοτερικότητας. Αφετέρου, η άγνοια του γεγονότος ότι η μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα δεν έθετε ως προϋπόθεση την οπισθοδρόμηση αυτή.
Έγινε αναπόφευκτη από τη στιγμή που ο Ελληνισμός ηττήθηκε από τις δυνάμεις της δεσποτείας και την ηγεσία της ανθρωποκεντρικής μετάβασης ανέλαβε η τελευταία. Η οποία, όχι μόνο αδυνατούσε να συλλάβει και προφανώς να οικειοποιηθεί το ανθρωποκεντρικό διακύβευμα της οικουμένης που βίωνε δίπλα της ο ελληνικός κόσμος, αλλά και επέβαλε σ’ αυτόν την μεταστέγασή του στη δεσποτική της ορθοταξία.
Εάν επομένως καταλογίσουμε στην ελληνική κοινωνία ότι δεν διήλθε από την Αναγέννηση, το Διαφωτισμό κλπ, είναι σαν να της προσάπτουμε ότι κακώς δεν εξέπεσε από τον ανθρωποκεντρισμό -που βίωνε αδιατάρακτα στο περιβάλλον της πόλης/κοινού- στη φεουδαρχία για να χρειασθεί μέσα από τα στάδια αυτά να την αποσείσει. Με άλλα λόγια, η αγνόηση του γεγονότος ότι ο Ελληνισμός σταδιοδρόμησε έως τη μετάβασή του στο κράτος έθνος σε περιβάλλον ανθρωποκεντρικής οικουμένης με θεμέλια κοινωνία την μικρή (κοσμοσυστημική) κλίμακα της πόλης, αποτελεί κεφαλαιώδες όσο και ασύγγνωστο ατόπημα.


*Η ιστορική σχολή που ερμηνεύει την εξέλιξη του ελληνικού κόσμου με τον ιδεολογικό μεταπρατισμό του μοντέλου της Εσπερίας ενοχοποιεί την κοινωνία και αποδίδει θεωρεί το έθνος κατασκευή του κράτους.

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2019

Γιώργος Κοντογιώργης, Γιατί η δημοκρατία μας είναι "εκλόγιμη μοναρχία"


Γιώργος Κοντογιώργης, Γιατί η δημοκρατία μας είναι "εκλόγιμη μοναρχία"
Γιώργος Κοντογιώργης
21 Αυγούστου 2019

Αυτό που σήμερα αποκαλούμε δημοκρατία δεν είναι ούτε δημοκρατία, ούτε αντιπροσωπευτική πολιτεία. Αν θέλουμε να το ορίσουμε με βάσει αυτό που πράγματι είναι, θα το ονομάσουμε εκλόγιμη μοναρχία. Είναι κυριολεκτικά μια αυστηρά μοναρχευομένη ολιγαρχία. Ένα πολίτευμα κρίνεται από το ποιος κατέχει το πολιτικό σύστημα. Σήμερα, το πολιτικό σύστημα το κατέχει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό ο πρωθυπουργός ή, αλλού, ο πρόεδρος.
Υποτίθεται ότι ιδιοκτήτης του πολιτικού συστήματος είναι το νομικό πλάσμα του κράτους. Στην πραγματικότητα, όμως, το κατέχει και το διαχειρίζεται ο εκάστοτε πρωθυπουργός. Η κοινωνία είναι ιδιώτης. Δεν μετέχει του πολιτικού συστήματος. Ο πρωθυπουργός είναι και εντολέας και εντολοδόχος, με τον λαό να διαιτητεύει απλώς με την ψήφο του για να πει ποιος θα είναι ο εκλόγιμος μονάρχης.
Διαπράττουμε ένα σοβαρό γνωσιολογικό λάθος αποκαλώντας το πολίτευμα αυτό δημοκρατία. Παράλληλα, δημιουργούμε μία τρομακτική σε επιπτώσεις σύγχυση που μας περιορίζει τον ορίζοντα. Δεν μας επιτρέπει να σκεφτούμε για πρακτικά ζητήματα. Εάν  παραδεχτούμε σήμερα ότι έχουμε δημοκρατία, τότε δεν έχουμε τη δυνατότητα να διερωτηθούμε μήπως φταίει το ίδιο το σύστημα για τα διάφορα δεινά. Η τάση μας είναι ότι πρέπει να δώσουμε λύσεις μέσα στο ισχύον σύστημα.
Αυτό θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι ήταν παραγωγικό πριν από 50 ή 100 χρόνια γιατί τότε οι λαϊκές αντιδράσεις (απεργίες, διαδηλώσεις, διαμαρτυρίες) παρήγαν αποτελέσματα, με την έννοια ότι προέκυπταν κάποιοι συμβιβασμοί. Σήμερα αυτό έχει τελειώσει. Οι πολίτες κατεβαίνουν στους δρόμους, αλλά όταν γυρίσουν στο σπίτι τους θα ακούσουν ότι η κυβέρνηση αποφάσισε διαφορετικά, διότι άλλοι κατευθύνουν τις αποφάσεις της.
Αυτό ισχύει περισσότερο ή λιγότερο για όλες τις κυβερνήσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα. Άρα, το ζήτημα της διασαφήνισης του τι είναι σήμερα το πολιτικό σύστημα είναι  κορυφαίο. Λύσεις, σήμερα μέσα στο παρόν σύστημα δεν υπάρχουν και δεν υπάρχουν γιατί έχει αλλάξει άρδην η εποχή που ζούμε. Έχει καμία σχέση η κυρίαρχη αστική τάξη σήμερα με τις εθνικές αστικές τάξεις που είχαμε στο παρελθόν; Όχι. Έχει καμία σχέση η σημερινή αστική τάξη με τον κορμό της επικράτειας, με το τι γίνεται σε μία χώρα; Όχι, γιατί αυτή κινείται οριζόντια, στο σύνολο του πλανήτη.
Επικαλούνται τον Διαφωτισμό και λέγονται προοδευτικοί;
Συνεπώς, τα ηγετικά στρώματα της οικονομίας, αυτά που ελέγχουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το εμπόριο μεγάλης κλίμακας, δεν ενδιαφέρονται καν να βρεθεί ένα πλαίσιο συμφωνίας και κατά συνέπεια συνοχής. Δεν ενδιαφέρονται αν θα χυθεί αίμα στο δρόμο, γιατί αν συμβεί αυτό θα πάρουν τα κεφάλαιά τους και θα πάνε αλλού. Δεν έχουν δεσμεύσεις παραγωγικού χαρακτήρα με τη χώρα, ενώ η πολιτική είναι όμηρος, δεν μπορεί ούτε θέλει να τους δεσμεύσει.
Η διακτίνωση σημαντικών παραμέτρων της ζωής μας, όπως η οικονομία και η επικοινωνία, διακρατικά, στο σύνολο του πλανήτη, οδηγεί σε μια ανατροπή συσχετισμών. Γιατί αντιστοίχως οι κοινωνίες παραμένουν παγιδευμένες σε αξίες, νοοτροπίες, τρόπους πολιτικής συμπεριφοράς, σε αντιλήψεις πολιτικής θέσμισης που έχουν περιέλθει στο μαυσωλείο της ιστορίας. Δεν γίνεται ο ένας να κινείται σε παγκόσμιο επίπεδο, δηλαδή στο μέλλον, και ο άλλος να παραμένει έγκλειστος στο μακρινό παρελθόν, να περιορίζεται στο εσωτερικό μιας χώρας και οι δύο αυτοί να κερδίζουν ταυτόχρονα.
Αφού λοιπόν απομακρυνόμαστε από την ιστορική περίοδο που γέννησε η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός στη Δύση και πάμε σε μια άλλη περίοδο της ιστορίας, το ερώτημα που προκύπτει είναι τί κάνουμε. Παραμένουμε στις αξίες και τους θεσμούς του 18ου αιώνα, ενώ η οικονομία έχει μετασχηματιστεί και μας διαφεύγει; Όποιος επικαλείται σήμερα το Διαφωτισμό, άρα το παρόν παρωχημένο σύστημα, δεν είναι απλώς συντηρητικός. Είναι βαθιά αντιδραστικός. Και βλέπουμε ότι περισσότερο αντιδραστική δεν είναι πλέον η Δεξιά αλλά η Αριστερά και αυτό είναι το δράμα. Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η άρχουσα αριστερά. Το ΚΚΕ έχει μείνει εκεί που ήτανε πάντοτε, είναι εκτός παιχνιδιού, αρκείται στη διαμαρτυρία του 5%.
Πρέπει, λοιπόν, να βρούμε λύση στο ακόλουθο πρόβλημα: πώς θα εξαναγκάσουμε την πολιτική να βάλει ως σκοπό του πολιτεύεσθαι όχι μόνο το συμφέρον των αγορών, αλλά και το συμφέρον των κοινωνιών. Γιατί ο λόγος ύπαρξης της πολιτικής και της οικονομίας είναι οι κοινωνίες. Αν δεν υπήρχε ελληνική κοινωνία δεν θα υπήρχε ελληνική πολιτική, ελληνική οικονομία.
Δίχως απάντηση
Πώς θα εντάξουμε δηλαδή το ατομικό ή το μερικό στο συλλογικό; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Δεν δίνεται απάντηση, επειδή η σκέψη των πολιτών είναι εγκατεστημένη σε ένα παρελθόν που δεν έχει καμία σχέση με το παρόν. Στην Ελλάδα έχουμε να κάνουμε με την εκφυλισμένη εκδοχή αυτού του συστήματος της εκλόγιμης μοναρχίας, που δεν έχει ιδεολογικές αναφορές στην κοινωνία, όπως έχει ακόμη στην υπόλοιπη Ευρώπη. Υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Καταργήσαμε τον δικό μας δημοκρατικό δρόμο.
Παλιά, πριν από το νεοελληνικό κράτος, ο πολίτης πήγαινε στον δήμο, στις μαζώξεις της κοινότητάς του και έθετε εκεί το πρόβλημά του, προκειμένου να βρει λύση. Όταν στο νεότερο ελληνικό κράτος εγκαταστάθηκε αρχικά η απολυταρχία, και το κράτος της κυρίαρχης εξουσίας μετά, πού έπρεπε να απευθυνθεί ο πολίτης για να λύσει το πρόβλημά του; Στον κομματάρχη. Ο πολίτης ήταν σε δυσμενή θέση, γιατί τον πολιτευτή τον έβλεπε μια φορά στα τέσσερα χρόνια. Όταν ο πολιτικός έφευγε από κοντά του τον ξεχνούσε, γιατί οι συνομιλητές του ήταν άλλοι. Γι’ αυτό και μπορούσε αδαπάνως να υπόσχεται και μετά να ξεχνά τις υποσχέσεις του.
Από τότε που καταργήθηκε η θεσμιμένη συλλογικότητα, δηλαδή η έννοια του δήμου, η ελληνική κοινωνία ουδέποτε κατόρθωσε να λειτουργήσει συλλογικά. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η δεοντολογία, το τι θα λέμε πως πρέπει να κάνει η εξουσία, δύο αιώνες το συζητάμε  αυτό. Το ζήτημα στην πολιτική είναι το πώς θα εξαναγκαστεί η εξουσία να σκεφτεί τις ανάγκες της κοινωνίας, να παράγει δημόσιες πολιτικές για το συμφέρον της κοινωνικής συλλογικότητας και όχι πολιτικές για τα επιμέρους συμφέροντα, ή για το προσωπικό όφελος των πολιτικών.