Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

Γ. Κοντογιώργης - Ελληνισμός και Δύση κατά την τουρκοκρατία - 1.6.2019







Γ. Κοντογιώργης - Ελληνισμός
και Δύση κατά την τουρκοκρατία - 1.6.2019

https://yt3.ggpht.com/a/AGF-l78tgj3X6BaWDid85Tp8SJqSRZPDBFFQOoWoUA=s48-mo-c-c0xffffffff-rj-k-no
Δημοσιεύτηκε
στις 3 Ιουνίου 2019
Ομιλία του Ομότιμου Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης και πρώην Πρύτανη του Παντείου
Πανεπιστημίου κ. Γιώργου Κοντογιώργη με θέμα «Ελληνισμός και Δύση κατά την
τουρκοκρατία. Ο ελληνικός οικουμενικός κόσμος αντιμέτωπος με την ανατολική και
τη δυτική απολυταρχία», η οποία πραγματοποιήθηκε την 1.6.2019 στην Ένωση
Σπάρτης Μικράς Ασίας, σε Ημερίδα με θέμα «Η Ανάκαμψη της Ρωμιοσύνης τους Αιώνες
μετά από την Άλωση και η Αντίδραση της Δύσης: Οι σημερινές Προεκτάσεις» και
διοργανώθηκε από την Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών.

  
Ελληνισμός και Δύση κατά την τουρκοκρατία

Ο ελληνισμός της τουρκοκρατίας συνεχίζει να βιώνει την οικουμενική φάση της ιστορίας του που ξεκίνησε με τον Αλέξανδρο και συνεχίσθηκε έως και το Βυζάντιο, κατά το οποίο και ολοκληρώνεται με όχημα το κράτος της κοσμόπολης. Μάλιστα από τον 8ο -9ο αιώνα ο Βυζαντινός κόσμος με τον σταδιακό  μετασχηματισμό του κοσμοπολιτειακού συστήματος σε κράτος της μεγάλης κλίμακας, σε ένα είδος κοσμοπολιτειακού κράτους έθνους. Η ολοκλήρωση της οικουμένης στο Βυζάντιο είχε ως συνέπεια ο καθόλα ανθρωποκεντρικός του κόσμος να απορρίψει επίσης τη δουλεία. Από την δουλοκτητική κοινωνία οδηγηθήκαμε έτσι στην πολιτειοτική κοινωνία Ο βασιλέας στο Βυζάντιο ήταν εκλεγμένος άρχοντας και μάλιστα εγγεγραμμένος σε ένα αντιπροσωπευτικό πολίτευμα. Η εκλογή του γινόταν από τη σύγκλητο και τον δήμο, από τους οποίους ελεγχόταν επίσης και εν ανάγκη ανακαλούνταν. Ώστε ο βασιλέας δεν ήταν αυτοκράτορας ούτε και το κράτος αυτοκρατορία όπως στη Δύση. Στον οικονομικό τομέα ήδη από το Βυζάντιο θα εφαρμοσθεί η δημοκρατική αρχή και το σύστημα θα συγκροτηθεί σε συντροφίες ή όπως θα αποκληθεί αργότερα συντεχνίες. Με τον τρόπο αυτόν διασφαλίσθηκε η κοινωνική ελευθερία. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Βυζάντιο ταξινομείται όχι στο Μεσαίωνα, ως φεουδαρχία, αλλά ομοθετικά στην ελληνική αρχαιότητα, με θεμέλια κοινωνία την πόλη/κοινό. Από το μέσο Βυζάντιο που ξεκίνησε η διαδικασία μετάβασης στην εθνική κοσμόπολη, δηλαδή στη νεοτερικότητα. Η διαδικασία αυτή ανεκόπη με την άλωση του 1204, η οποία έδωσε την ευκαιρία στη δεσποτική Δύση να αναλάβει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να ηγεμονεύσει στο νεότερο κόσμο. Παρόλα αυτά, η ανθρωποκεντρική εξέλιξη του ελληνισμού δεν ανεκόπη ούτε με την άλωση του 1453. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ο ελληνικός κόσμος διατήρησε τα κύρια χαρακτηριστικά της οικουμένης, με θεμέλια κοινωνία την πόλη. Ώστε αυτό που αποκαλείται κοινότητα στην τουρκοκρατία είναι η ευθεία συνέχεια της αρχαίας πόλης με δημοκρατικά χαρακτηριστικά. Η ανθρωποκεντρική αντίθεση του ελληνισμού έναντι της φεουδαλικής Δύσης εξηγεί γιατί ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε αντίθεση με την λατινική ομόλογή της στήριξε αδιατάρακτα την κοσμική νομιμότητα και την πολιτειακή δημοκρατία, ενώ η καθολική εκκλησία μεταβλήθηκε σε θεωρητικό της θεοκρατικής απολυταρχίας. Επομένως, ο Ελληνικός κόσμος κατά την Τουρκοκρατία κληρονόμησε και διατήρησε την παράδοση της Κοινωνικής του οργάνωσης που ξεκινάει από την αρχαιότητα με θεμέλιο την συγκρότησή του σε πόλεις  κράτη.
 Αυτή η σημαίνουσα θέση του ελληνικού κόσμου στη διάρκεια της τουρκοκρατίας εξηγεί την ανάληψη της ηγεσίας των χριστιανών από αυτούς, το σημαντικό καθόλα κοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα, μοναδικό στο είδος του, την παραγωγή και τη διάχυση ενός απαράμιλλου πνευματικού πολιτισμού, την κυριαρχία της ελληνικής γλώσσας, την ανάπτυξη μιας εξαιρετικής σε χαρακτηριστικά και επιρροή τέχνη που ήταν διάχυτη στο λαό. Διαπιστώνει κανείς την περίοδο αυτή ότι ο Ελληνισμός κυριαρχεί οικονομικά στο έδαφος τριών Αυτοκρατοριών: της Ρωσσικής, της Αυστρο-ουγγαρικής και της Οθωμανική και συνάμα στη Μεσόγειο. Η δημογραφική διάσταση του ελληνισμού είναι εξίσου σημαντική που εκτιμώταν ότι ο Ελληνικός πληθυσμός έφθανε τα 9 εκατομμύρια πριν την επανάσταση.
Με αφετηρία την κρίσιμη αυτή θέση του ελληνισμού, και με δεδομένο ότι βίωνε ένα καθεστώς εθνικής κατοχής, οι πνευματικοί του ηγέτες προσδοκούσαν μια εθνεγερσία που θα ανακτούσε την οικουμενική του κοσμόπολη και θα αναλάμβανε πολιτικά τον ρόλο που του αναλογούσε στα λοιπά πεδίο του κόσμου της εποχής. Με επανάσταση ή διαδοχή ο ελληνισμός σχεδίαζε την οικειοποίηση του ουσιώδους της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μια δημοκρατική πολιτεία.
Η ανησυχία των Δυτικών Κρατών αλλά και της Ρωσίας είναι να μην αντικατασταθεί η διαλυόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία από μια Ελληνική που θα αποτελούσε μια ισχυρή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και πολύ επικίνδυνη για τα συμφέροντα των κρατών αυτών. Σε πολλές αναφορές προξενικών αρχών αναφέρεται ο κίνδυνος αυτός. Η οικονομική αντίληψη του Ελληνισμού όπως επίσης και η δημοκρατική του φιλοδοξία ήταν καρφί στο μάτι της ευρωπαϊκής απολυταρχίας. Η στρατηγική της χειραγώγησης του ελληνισμού επιβλήθηκε μετά από την δολοφονία του Καποδίστρια με την εκ των έξω επιβολή της απολυταρχίας της οποίας η πρώτη ενέργεια ήταν η κατάργηση του συστήματος των κοινών και της δημοκρατικής πολιτείας. Αντί επομένως να ιδωθεί το κοινό ως το ανάλογο του κράτους έθνους, και να προβληθεί σ’αυτό το δημοκρατικό του κεκτημένο καταργήθηκαν προκειμένου η ελληνική κοινωνία να εξευρωπαϊσθεί. Το απολυταρχικό αυτό κράτος εχθρευόταν τον μείζονα ελληνισμό και γι’αυτό ουδέποτε αντιμετώπισε σοβαρά την εθνική ολοκλήρωση. Διότι αυτή θα συνεπήγετο ένα βιώσιμο κράτος με δημοκρατικά χαρακτηριστικά, που θα ενσωμάτωνε στους κόλπους του έναν σφριγηλό και με οικουμενική ιδιοσυστασία κόσμο. Εάν όντως ο μείζων ελληνισμός ενσωματωνόταν στο έδαφος του ελληνικού κράτους, τα μέλη της πολιτικής τάξης του θα περιοριζόταν σε κοινοτάρχες ορεινών χωριών. Μπορούμε να αναλογισθούμε επομένως τι θα ήταν σήμερα ο ελληνισμός εάν είχε επιτευχθεί η εθνική ολοκλήρωση ή εάν έστω το νεοελληνικό κράτος είχε συγκροτηθεί γύρω από ένα από τα μεγάλα αστικά κέντρα του ελληνισμού. Ή με διαφορετική διατύπωση τι χάθηκε.
Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η ανάλυση αυτή απολήγει στη διαπίστωση ότι η απελευθέρωση όπως έγινε όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και στους σχεδιασμούς του ελληνισμού της τουρκοκρατίας, αλλά και αποτέλεσε την εδραία βάση για την αποδόμηση του συνόλου ελληνισμού και για την κακοδαιμονία που τον συνοδεύει στη διάρκεια του μετεπαναστατικού του βίου μέχρι σήμερα.  Με άλλα λόγια για την κακοδαιμονία αυτή δεν φταίει η ελληνική κοινωνία αλλά το καθόλα αναντίστοιχο προς αυτήν κράτος που επέβαλε η πρόσδεσή του στην δυτική πολιτειακή μοναρχία.

Γιώργος Κοντογιώργης, Συριζαία Αριστερά, η ετεροθαλής αδελφή της Δεξιάς


 
Γιώργος Κοντογιώργης, Συριζαία Αριστερά, η ετεροθαλής αδελφή της Δεξιάς
Γιώργος Κοντογιώργης
11 Ιουνίου 2019
1896

Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία ανέδειξε τη γύμνια του σε όλα τα επίπεδα. Ομολόγησε αυτό που ήταν γνωστό εδώ και πολλές δεκαετίες, ότι δηλαδή η Αριστερά, και προεχόντως ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει τίποτε να πει για τον κόσμο της εποχής μας και για το μέλλον. Επιπλέον, ομολόγησε ότι ομοιάζει ομοθετικά με τη Δεξιά και ότι βεβαίως έχει μεταβληθεί σε μια τυπικά αντιδραστική συνιστώσα του δυτικού Διαφωτισμού και αυθεντικό παρακολούθημα της διεθνούς των αγορών.
Το χειρότερο εξ όλων είναι ότι ομολόγησε ότι ήταν τόσο βαθιά εγκιβωτισμένος στην πλέον απεχθή εκδοχή της κομματοκρατίας ώστε τα στελέχη του, μολονότι παρασιτόβια του δημοσίου κορβανά επί πολλές δεκαετίες, αγνοούσαν απολύτως τα ζητήματα του κράτους, και -το χειρότερο- τα διεθνή και τα ευρωπαϊκά δρώμενα. Αποκαλύφθηκε δηλαδή ότι δεν διέθετε εξαρχής ούτε καν το «ηθικό πλεονέκτημα». Αυτό φάνηκε καθαρά στη συνέχεια.
Η γενικότερη αιτία της έκπτωσης αυτής του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η Αριστερά, ο σοσιαλισμός εν γένει, δεν αποτέλεσε μια διαφορετική φάση έναντι της Δεξιάς και του φιλελευθερισμού, όπως διατεινόταν. Αντιπροσώπευσε απλώς έναν διαφορετικό δρόμο στην έξοδο από τη δεσποτεία, που αφορούσε κυρίως τα κοινωνικά στρώματα της εργασίας (στη Δύση) ή ολόκληρες κοινωνίες, οι οποίες βρίσκονταν σε υστέρηση έναντι άλλων.
Ο δρόμος που επέλεξε, ωστόσο, ήταν εξ αντικειμένου αδιέξοδος. Για λόγους που έχω αναλύσει αλλού, αναιρούσε μεν την απολυταρχία (κρατική δεσποτεία), οδηγούσε όμως στον ολοκληρωτισμό. Εξ ου και η, ως ασύμβατη με την εποχή της, αύτανδρη κατάρρευση του ολοκληρωτικού σοσιαλιστικού πειράματος. Η δεκαετία του 1980 ολοκλήρωσε τον κύκλο αυτόν, πράγμα που έκαμε άνευ αντικειμένου τόσο την Αριστερά όσο και την κλασική εθνοκρατική Δεξιά.
Ετεροθαλείς αδελφές
Με τη διαφορά ότι η φιλελεύθερη Δεξιά μεταλλάχθηκε ευθέως σε θεραπαινίδα της ‘νέας τάξης’, της διεθνούς των αγορών. Αντιθέτως, η Αριστερά, εγκαταλείποντας ακόμη και τον μαρξισμό, επέστρεψε στην εποχή του φιλελεύθερου Διαφωτισμού, αφενός για να συγκαλύψει τη γύμνια της, αφετέρου για να τεκμηριώσει ιδεολογικά την οβιδιακή στροφή της σε διαχειριστή των απόβλητων και ιδεολογική συνιστώσα της διεθνούς των αγορών.
Έχω πολλές φορές διατυπώσει την άποψη ότι η ομοιότητα της Αριστεράς με τη Δεξιά μπορεί να συγκριθεί με τις ετεροθαλείς αδελφές. Στο πολιτικό σύστημα, στην ιδεολογική του προσημείωση ως δήθεν δημοκρατίας, στις πολιτικές τους, στη σημειολογία της άσκησης της εξουσίας και της εκφοράς του πολιτικού λόγου. Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από λίγα χρόνια η Αριστερά επιχείρησε να συγκαλύψει την ιδεολογική της γύμνια, την απουσία μιας οργανικής σχέσης με την κοινωνία, με τον εναγκαλισμό του ‘περιβάλλοντος’.
Η συριζαία Αριστερά, συνηγορούσης και της απέχθειάς της προς την κοινωνική συλλογικότητα και το πολιτισμικό της απόβαρο, προέκρινε ως σημαία της την ιδεολογία των ‘δικαιωμάτων’ ως δήθεν απόρροια της προσημείωσής της στις ανθρωπιστικές αξίες. Με διαφορετική διατύπωση, η σχέση της με την κοινωνία των πολιτών, από αυτοσκοπός έγινε παρένθετη. Είναι παρακολουθηματική του θεμέλιου σκοπού της συριζαίας Αριστεράς που είναι η ενασχόλησή της με τα απόνερα του διεθνούς καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού.
Παρένθετη σχέση
Η συριζαία Αριατερά δεν αποβλέπει στην αντιμετώπιση ή ακόμη και στην ανάσχεση του διεθνούς καπιταλισμού, αλλά στην απορρόφηση των επιπτώσεών του. Το κόστος αυτών των επιπτώσεων καλείται να καταβάλλει, ωστόσο, ο απόβλητος, η εθνική κοινωνία των πολιτών. Με άλλα λόγια, η ταξινόμηση ενός εκάστου με την πρόοδο ή με την συντήρηση, με την Αριστερά ή με την Ακροδεξιά (οι ενδιάμεσες δυνάμεις υποχωρούν στον διάλογο αυτόν) κρίνεται από την τοποθέτησή του με την κοινωνία των πολιτών ή με τα απόνερα της διεθνούς των αγορών.
Ακροδεξιός, στο πλαίσιο αυτό, είναι όποιος αναφέρεται στην κοινωνική και πολιτισμική συνοχή, στην πολιτική ελευθερία της κοινωνίας, στο συμφέρον της και ιδίως στη βούλησή της. Δηλαδή στην αντιπροσωπευτική ή δημοκρατική μεθάρμοση της Πολιτείας, στην εθνική συνείδηση κοινωνίας και στη συνέχεια του Ελληνισμού. Και αντιστοίχως, ως αριστερός αξιολογείται εκείνος που ορθώνει το ανάστημά του προς όλα αυτά, που αρνείται να αποδώσει στην κοινωνία την ιδιότητα του εντολέα, ή να συνομολογήσει εν τέλει ότι η κοινωνία και οι κληρονομιές της αποτελούν την αιτία της ίδιας της ύπαρξής τους. Αυτός, λοιπόν, που συντάσσεται κατ’ αυτάς με την πολιτική ‘ανοιχτών συνόρων’ και ουσιαστικά με τη μεταβολή της χώρας σε χώρο.
Χωρίς να υπεισέλθω στα μείζονα αυτά ζητήματα, απαιτείται νομίζω να διευκρινισθεί ότι ανάμεσα, ειδικότερα, στα ‘ανοιχτά σύνορα’, που αναιρούν τη θεμέλια βάση του ανθρωποκεντρικού γίγνεσθαι της εποχής της μεγάλης κλίμακας, και στα ‘κλειστά σύνορα’, που ανάγονται σε ένα παρελθόν που παρήλθε ανεπιστρεπτί, υπάρχει η πολιτική των ελεγχόμενων μεταναστευτικών ροών.
Η τελευταία συνεκτιμά σημαίνουσες πτυχές του ζητήματος, όπως η κοινωνική και πολιτισμική συνοχή, η ασφάλεια, η δυνατότητα της κοινωνίας να σηκώσει το βάρος μιας αξιοπρεπούς διαχείρισης του ανθρώπινου πόνου και να ενσωματώσει το εθνικώς διαφορετικό, με όρους πολιτισμικής πολυσημίας. Να λάβει υπόψη τη θέση της χώρας στο ευρωπαϊκό περιβάλλον και, στο πλαίσιο αυτό, την ανάγκη η Ελλάδα να μη μεταβληθεί σε παίγνιο των γεωπολιτικών εξελίξεων που αναπτύσσονται στο διεθνές σύστημα.
Συριζαίική ‘τυφλότητα’
Σε τελική ανάλυση, η παρασιτική διαβίωση της συριζαίας Αριστεράς στον κορμό της ελληνικής κοινωνίας δεν της επέτρεψε να διακρίνει τις κρίσιμες μεταβολές που σημειώνονται ήδη στον δυτικό πολιτικό χάρτη. Μεταβολές που έχουν στείλει στο μαυσωλείο της Ιστορίας την μόλις προ ολίγων ετών δεσπόζουσα αντιλογία μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού. Μεταβολές, που έχουν οδηγήσει στη σύμπτυξη ενιαίου μετώπου των καθεστωτικών δυνάμεων της Αριστεράς και της Δεξιάς με πρόσημο τον σκοπό των αγορών, κατέναντι στη λόγω μεν αντισυμβατική, έργω δε διακινητή του κλασικού φιλελευθερισμού νέα ‘Ακροδεξιά’.
Ωστόσο, θέλω να συγκρατήσω από τις ανωτέρω επισημάνσεις, αυτό που προσποιείται ότι αγνοεί η συριζαία Αριστερά: ότι η σήμανση μιας ιδεολογίας ή μιας πολιτικής δύναμης ως συντηρητικής ή προοδευτικής κρίνεται από την ιδέα, ή τη σχέση της με την εθνική κοινωνία. Ο διεθνισμός αποτελεί παρελκόμενη επιλογή και ως τέτοια αποβλέπει στην ενίσχυση των εσωτερικών συσχετισμών έναντι του αντιπάλου, εν προκειμένω του καπιταλισμού.
Η μονοσήμαντη επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ, εντούτοις, εάν συνεκτιμηθεί και η σεσημασμένη απέχθειά του προς την ελληνική εθνική συλλογικότητα, ομολογεί ότι αποβλέπει να συγκαλύψει διάφορα ζητήματα: Αφενός τον αντιδραστικό του εναγκαλισμό με τις ολιγαρχικές αξίες και το ομόλογο σύστημα του Διαφωτισμού. Αφετέρου την προσαρτηματική προσέγγιση της χώρας. Και, τέλος, τη στοχευμένη υπονόμευση της πολιτισμικής συνοχής της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή την πηγή της αντίστασής της προς την πολιτική εξουσία, ώστε να διατηρηθούν οι εξαρτήσεις της.
Πράγματι, το δίλημμα δεν είναι εξ αντικειμένου τα ‘ανοιχτά’ ή τα ‘κλειστά’ σύνορα, αλλά η πολιτειακή θωράκιση της εθνικής συλλογικότητας, έτσι ώστε να διατηρεί τη συνοχή της και να μη γίνεται παίγνιο στα χέρια της διεθνούς των ηγεμόνων και των εσωτερικών της παραφυάδων. Η κυβέρνηση Τσίπρα έδωσε επί τεσσεράμιση χρόνια τις εξετάσεις του επί του πεδίου της διακυβέρνησης και οι πολίτες στις ευρωεκλογές χθες την βαθμολόγησαν και στις εθνικές εκλογές αύριο θα την ξαναβαθμολογήσουν.

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019

Γιώργος Κοντογιώργης, Αλλαγή ‘πίστας’ στη σχέση οικονομίας-πολιτικής


slpress.gr Stavros Lygeros

Γιώργος Κοντογιώργης, Αλλαγή ‘πίστας’ στη σχέση οικονομίας-πολιτικής

Γιώργος Κοντογιώργης

587
Για να κατανοήσουμε το αδιέξοδο που συνεπάγεται η συντηρητική περιχαράκωση των δυνάμεων της πολιτικής (και της Αριστεράς) είναι αναγκαίο να αξιολογήσουμε τον χαρακτήρα της σημερινής κρίσης και μάλιστα στην εποχή μας, από τη δεκαετία του 1980 και εντεύθεν. Εποχή που άλλαξε τη σχέση οικονομίας-πολιτικής. Κατά την περίοδο αυτή, η ανθρωποκεντρική οικοδόμηση εστιαζόταν εντός της περιμέτρου του κράτους.
Όντως, έως τη δεκαετία του 1980 οι συσχετισμοί που διαμόρφωσαν τις πολιτικές ισορροπίες και τους εξ αυτών απορρέοντες συμβιβασμούς, αναπτύχθηκαν εντός της κρατικής επικράτειας. Η αστική τάξη είχε ως θεμέλια περίμετρο την επικράτεια και ήταν συνδεδεμένη με την παραγωγική βάση της οικονομίας. Οι κοινωνικές αντιθέσεις είχαν ως κοινό πεδίο συνάντησης τον χώρο της παραγωγής. Το επικοινωνιακό σύστημα εξαντλείτο ουσιωδώς εντός της κρατικής επικράτειας.
Άλλωστε οι πολιτικές του κράτους κατεγίνοντο στο εγχείρημα της ομοιογενοποίησης του κοινωνικού, οικονομικού και επικοινωνιακού χώρου του κράτους. Ακόμη και οι χώρες που ενεπλάκησαν στην αποικιοκρατία, ενέτασσαν τις νέες χώρες στην μητροπολιτική επικράτεια, προκειμένου να την επεκτείνουν.
Στο παρελθόν, η ισορροπία που επιτεύχθηκε συν τω χρόνω μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας στο πεδίο της πολιτικής, έγινε εφικτή με την εξωθεσμική μεν, πλην όμως απειλητική, για την συνοχή της χώρας, μαζική πολιτική παρέμβαση της κοινωνίας (π.χ. διαδηλώσεις, απεργίες κλπ) στα πολιτικά δρώμενα. Η πολιτική οριοθετούσε το αντικείμενό της με γνώμονα τις προτεραιότητες της άρχουσας τάξης. Όμως, στο μέτρο που η κοινωνική συναίνεση εκρίνετο αναγκαία για να λειτουργήσει το σύστημα, επιδιώκετο επίσης ένας κάποιος συμβιβασμός, που είχε ως μέτρο την ικανοποίηση ενός ελάχιστου ελευθερίας και ευημερίας της κοινωνίας.
Αυτό ακριβώς το περιβάλλον έκανε εφικτή την επίτευξη συμβιβασμών με μέτρο τους συσχετισμούς. Η σημερινή κρίση αναγγέλλει την υπέρβαση της φάσης αυτής και την μετάβαση σε μια περίοδο, κατά την οποία σημαίνουσες παράμετροι, όπως η οικονομία και η επικοινωνία, έχουν χειραφετηθεί από το περιβάλλον της κρατικής επικράτειας. Έχουν μεταλλαχθεί ριζικά και διακτινωθεί διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και εφεξής στον πλανήτη.
Πιο συγκεκριμένα, η νέα εποχή χαρακτηρίζεται πρωτίστως από την καταλυτική –ως προς τις επιπτώσεις της– ανάπτυξη του προσήκοντος στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα επικοινωνιακού συστήματος, που έχει ως θεμέλιο την τεχνολογία της επικοινωνίας. Εφεξής, το επικοινωνιακό αυτό σύστημα προόρισται να αποτελέσει το υπόβαθρο, πάνω στο οποίο θα δομηθεί και θα λειτουργήσει το οικονομικό σύστημα. Και προοπτικά θα λειτουργήσει τόσο η οριζόντια όσο και η κάθετη συνάντηση των μελών της κοινωνίας, εντέλει το ίδιο το πολιτικό σύστημα.

Η αστική τάξη μετασχηματίζεται

Στον άμεσο χρόνο, όμως, το κενό που δημιουργεί η πλανητική διακτίνωση της οικονομίας και της επικοινωνίας είναι αναπόφευκτο να το καλύψουν οι φορείς της παραμέτρου εκείνης που είναι εγγύτερα στις εξελίξεις, δηλαδή της οικονομίας και της επικοινωνίας. Η αυτονόμηση αυτή της οικονομίας και η τεχνοδικτυακή ανάπτυξη της επικοινωνίας προκαλούν βαθύτατους μετασχηματισμούς στην ιδιοσυστασία της αστικής τάξης.
Την ηγεσία της θα αναλάβει το χρηματοπιστωτικό και εμπορευματικό κεφάλαιο, του οποίου η σχέση με το παραγωγικό μέρος της οικονομίας θα διαρραγεί. Η σημειολογία της συνάντησής της με τις δυνάμεις της εργασίας, με το εθνικό της πρόσημο, με τη θέση της στο πλαίσιο του κράτους, θα αλλάξει ριζικά. Οι μετασχηματισμοί αυτοί είναι οφειλέτες προφανώς της “άνδρωσής” της, αλλά και του νέου τεχνολογικού-επικοινωνιακού συστήματος, που απομειώνει τον κλειστό χαρακτήρα των συνόρων του κράτους.
Οι μετασχηματισμοί, λοιπόν, αυτοί συνάδουν επίσης με μια καίρια κινητικότητα και μεταμόρφωση του καθεστώτος της εργασίας που αναγγέλλει τη μετάβαση από την εργασία του πολίτη στην εργασία εμπόρευμα. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η πλήρης διάρρηξη των πολιτικών ισορροπιών εντός των κρατών, την περιέλευση της κοινωνίας των πολιτών σε πολιτική αδυναμία, που θα επιβάλει το συμφέρον των αγορών ως κυρίαρχο σκοπό της πολιτικής.
Οι δυνάμεις της αγοράς θα αποκτήσουν στο πλαίσιο αυτό μια ασύμμετρη πολιτική ισχύ. Θα μεταβληθούν σε συντελεστές στο κρατοκεντρικό περιβάλλον, Την ισχύ τους θα επιχειρήσουν να μεταφέρουν, υπό το πρίσμα των σχέσεων δύναμης που παράγονται εκεί, στο εσωτερικό των κρατών. Στο πλαίσιο αυτό, η κοινωνική συνοχή αφήνει αδιάφορες της νέες αστικές δυνάμεις των αγορών, αφού η το εθνικό κράτος δεν προσλαμβάνεται ως πολιτειακή τους εστία.
Το ερώτημα είναι εάν η δύναμη αυτή της οικονομίας, συγκεκριμένα του χρηματοπιστωτικού και εμπορευματικού κεφαλαίου, είναι πρωτογενής. Εάν συμφωνήσουμε πως ναι, τότε θα πρέπει να αποδεχθούμε, επίσης, ότι η ανατροπή των συσχετισμών σε βάρος της κοινωνίας είναι αναπόφευκτη και αναπότρεπτη, όπως και οι συνέπειές της για την ελευθερία και την ευημερία της κοινωνίας.

Κοινωνίες αγκιστρωμένες στον 18ο αιώνα

Εντούτοις, μια πιο ενδελεχής παρατήρηση των πραγμάτων φανερώνει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι η αντίληψη αυτή δεν ευσταθεί. Οι μετασχηματισμοί στο πεδίο της οικονομίας και της οικονομίας υπήρξαν καταλυτικοί, ως προς τις επιπτώσεις τους. Πιο συγκεκριμένα για την ανατροπή μιας σχετικής έστω ισορροπίας που είχε επιτευχθεί στο περιβάλλον της κρατικής επικράτειας.
Κυρίως, όμως, δεν ευσταθεί επειδή η ισχύς των “αγορών” συναρτάται ευθέως με το ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ενώ η οικονομία και η επικοινωνία εναρμονίσθηκαν με το μέλλον και μάλιστα αποτέλεσαν τον τροφοδότη μηχανισμό της εξέλιξης, οι κοινωνίες παρέμειναν ερμητικά προσδεδεμένες στις ιδεολογικές και θεσμικές βεβαιότητες του 18ου αιώνα. Δεν έγιναν αποδέκτες των εξελίξεων που διέρχονται ενώπιόν τους. Με άλλα λόγια, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την κοινωνικοοικονομική και πολιτική τους παρουσία στα δρώμενα υπό το πρίσμα του παλαιού καθεστώτος.
Επομένως με έναν τρόπο που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν δύναται να διατηρήσει τις ισορροπίες και κατ’ επέκταση να διασφαλίσει το κεκτημένο τους. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, κατακτήσεις δύο και πλέον αιώνων να υποχωρούν στο διάστημα ολίγων χρόνων, με τη διεύρυνση των ανισοτήτων να αποκτά πρωτόγνωρες διαστάσεις. Αναφέρομαι, στην παρούσα συγκυρία, στο πολιτικό σύστημα, το οποίο αγκυλωμένο στη μετα-φεουδαλική εννοιολογία που οικοδόμησε ο Διαφωτισμός, εξακολουθεί να διατείνεται ότι εκφράζει το καταστάλαγμα της δημοκρατικής ολοκλήρωσης. Και επομένως ότι δεν προόρισται να ακολουθήσει τις εξελίξεις.
Ο εγκιβωτισμός της κοινωνίας στην ιδιωτεία, που επιτάσσει το σύστημα αυτό, και η εμμονή σε μια αποκλειστικά εξωθεσμική πολιτική λειτουργία (απεργίες, διαδηλώσεις κλπ) απεδείχθησαν μη ικανές να διασφαλίσουν την ισορροπία στους συσχετισμούς με τις δυνάμεις της οικονομικής ιδιοκτησίας. Έτσι, σταδιακά, από την δεκαετία του 1980, το πολιτικό σύστημα θα υποκύψει στη δυναμική των αγορών. Θα πάψει να επιζητεί συμβιβασμούς και ο σκοπός της πολιτικής θα εναρμονισθεί ανενδοίαστα με τον σκοπό του χρηματοπιστωτικού συστήματος.