Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Γ. Κοντογιώργης, Ο κόσμος που φεύγει, ο κόσμος που έρχεται. Η Ελλάδα ως Προμηθέας δεσμώτης



Γ. Κοντογιώργης, Ο κόσμος που φεύγει, ο κόσμος που έρχεται. Η Ελλάδα ως Προμηθέας δεσμώτης. 
Συνέντευξη στην εφημερίδα "Σημερινή" της Κύπρου (Στον δημοσιογράφο Μάριο Πούλλαδο): 16/7/2017 (http://www.sigmalive.com/simerini )

1.    Ποια είναι η σημασία σήμερα της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα;

ΓΚ . Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση δεν ορίζει ένα άλλο σύστημα, αλλά την ιδιοποίηση του συστήματος, που είναι εξ αντικειμένου εγκατεστημένο μέσα στα κράτη, από τον οικονομικό παράγοντα που αυτονομήθηκε από το κράτος και φιλοδοξεί να παίξει έναν διακρατικό ρόλο, που ακούει στο όνομα «αγορές». Οι νέοι οικονομικοί ηγεμόνες έχουν θέσει σε ομηρία τις πολιτικές ηγεσίες των κρατών και έχουν εκβάλει από το σκοπό της πολιτικής το συμφέρον των κοινωνιών. Αυτό συμβαίνει όχι γιατί οι «αγορές» είναι πρωτογενώς παντοδύναμες, αλλά επειδή οι κοινωνίες παραμένουν εγκιβωτισμένες σε αξίες, σε θεσμούς και σε πολιτικές συμπεριφορές του 18ου αιώνα. Με άλλα λόγια, η μεν οικονομία έχει ήδη μεταβεί στο μέλλον, ενώ οι κοινωνίες παραμένουν δέσμιες σε ένα παρελθόν που παρήλθε ανεπιστρεπτί. Έτσι ανατράπηκαν οι συσχετισμοί υπέρ των «αγορών». Στο μέτρο λοιπόν που οι κοινωνίες αργοπορούν να αντλήσουν τα αναγκαία συμπεράσματα για το πώς θα ανακτήσουν μια σχετική πολιτική επιρροή, η μόνη αντιστασιακή παράμετρος που απομένει για να σφυρηλατήσει μια εναντίωση στην άλωση της πολιτικής τάξης από τις «αγορές» και να αναγκάσει την επαναφορά των πολιτικών του κράτους στο συμφέρον της κοινωνικής συλλογικότητας είναι η πολιτισμική συνοχή της κοινωνίας των πολιτών που αντλεί δυνάμεις από την εθνική της συλλογικότητα. Το έθνος έτσι κι αλλιώς είναι χορηγός πρωτογενούς συλλογικής ελευθερίας, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθούν οι λοιπές ελευθερίες, όπως η ατομική, η κοινωνική και η πολιτική. Γι αυτό οι αρχαίοι έλεγαν ότι χωρίς την πατρίδα ελεύθερη το άτομο ούτε ελεύθερο μπορεί να είναι ούτε να ευημερεί. Αντιλαμβάνονταν όμως το άτομο ως συστατικό μέρος της πολιτείας όχι ως ιδιώτη.

2.                  Ποια ανάγκη ωθεί τις δυνάμεις εκείνες της κυρίαρχης πολιτικο-οικονομικής ελίτ στο να αντιτίθεται και να αποδομεί κάθε τι το εθνικό;

ΓΚ. Είναι προφανές ότι υπό τις παρούσες συνθήκες κατά τις οποίες το πολιτικό σύστημα είναι δομημένο ως εκλόγιμη μοναρχία, που κατέχεται επομένως εξ ολοκλήρου από την πολιτική τάξη και οι κοινωνίες διατηρούνται ερμητικά έγκλειστες στο καθεστώς της ιδιωτείας, η διεθνής και η εσωτερική ελίτ διακρίνει ότι η μοναδική απομένουσα δύναμη αντίστασης παραμένει η εθνική συλλογικότητα. Γνωρίζει επομένως ότι εάν διαρρήξει την πολιτισμική συνοχή της κοινωνίας θα μείνει χωρίς αντίπαλο. Γιατί η εθνική/πολιτισμική συνοχή είναι εκείνη που θα κινητοποιήσει τη σκέψη για να δημιουργήσει αντισώματα απέναντι στη στυγνή πραγματικότητα που κάνει τις κοινωνίες να αισθάνονται ότι είναι σε πολιτική αδυναμία, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ελευθερία και την ευημερία τους. Να ξέρετε ότι ένα πράγμα φοβούνται οι αγορές και οι ελίτ που τις διακινούν: την αξίωση των εθνικών κοινωνιών να γίνουν θεσμικές συνιστώσες του πολιτικού συστήματος, να μεταβάλουν δηλαδή το πολιτικό σύστημα, από εκλόγιμη μοναρχία σε αντιπροσωπευτική πολιτεία. Να μεταβούν από το έθνος του κράτους στο έθνος της κοινωνίας. Διότι τότε θα χάσουν το πλεονέκτημα της πολιτικής παντοδυναμίας.

3.         Πολλοί εκτιμούν ότι οι παραδοσιακές ιδεολογίες και κόμματα της αριστεράς και της δεξιάς αποτελούν πλέον παρελθόν ενώ την ίδια ώρα εκφράζονται φόβοι για άνοδο του λαϊκισμού. Σε ποιό βαθμό αυτό ισχύει στην περίπτωση Κύπρου και Ελλάδας;

         ΓΚ. Αναντιλέκτως οι παραδοσιακές ιδεολογίες έχουν εκπληρώσει τον προορισμό τους και έχουν περιέλθει στα αζήτητα της ιστορίας. Το έχω δείξει αυτό εδώ και πάρα πολλά χρόνια και εξηγώ το γιατί στο τελευταίο μου βιβλίο που σκιαγράφησε σε ανύποπτη στιγμή την πολιτική πορεία του Σύριζα στην εξουσία. Στο Η Συριζαία Αριστερά ως Νέα Δεξιά. Συνακόλουθα προς την εξέλιξη αυτή και τα κόμματα έχουν μεταβληθεί άρδην σε «ιδιωτικές εταιρίες» ή για να είμαι πιο επιεικής «σε εταιρίες ιδιοποίησης του δημοσίου χώρου». Ειδικότερα στην Ελλάδα το κομματικό σύστημα από την πρώτη στιγμή της Βαυαροκρατίας μεταβλήθηκε από φορέας διαμεσολάβησης συμφερόντων και τροφοδότης με πολιτικό προσωπικό της εξουσίας σε πολιτικό σύστημα. Ίππευσε στο πολιτικό σύστημα, το ιδιοποιήθηκε και δι’αυτού λειτούργησε ως επικαρπωτής του κράτους και δυνάστης της κοινωνίας. Γι αυτό και έχω ορίσει το ελληνικό πολιτικό σύστημα ως δυναστική κομματοκρατία. Σε ό,τι αφορά στο «λαϊκισμό» και στις νεότερες χρήσεις του, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να μην γίνουμε παίγνιο στα χέρια των ιδεολόγων της ολιγαρχίας. Άλλοτε η έννοια του λαϊκισμού όριζε την συμπεριφορά εκείνου του πολιτικού προσωπικού που επιδίωκε την εξαπάτηση του λαού, την καταδολίευση των συμφερόντων του, με σκοπό να αποσπάσει την εμπιστοσύνη του και να ηγεμονεύσει. Σήμερα με την έννοια του λαϊκισμού ορίζεται κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό. Συγκεκριμένα ως λαϊκιστής χαρακτηρίζεται εκείνος που αναφέρεται στην ανάγκη ο σκοπός της πολιτικής να είναι το συμφέρον της κοινωνίας –και όχι των αγορών- και μάλιστα όποιος επικαλείται την ανάγκη η κοινωνία να γίνει θεσμικός εταίρος της πολιτείας. Έτσι λαϊκιστής αποκαλείται αυτός που στρέφεται κατά της μονοσήμαντης κυριαρχίας των αγορών –και της εξαθλίωσης των κοινωνιών-, που διακηρύσσει την ανάγκη να φύγουμε από το καθεστώς της εκλόγιμης μοναρχίας που εξυπηρετεί αποκλειστικά τις αγορές και να μεθαρμόσουμε το πολιτικό σύστημα σε αντιπροσώπευση ή δημοκρατία. Η επιτήδεια αυτή αλλαγή περιεχομένου της έννοιας του λαϊκισμού αποσκοπεί στην ενοχοποίηση και επομένως στην απαξίωση κάθε εγχειρήματος που θα απέβλεπε στην αλλαγή των πραγμάτων υπέρ των κοινωνιών. Εξού και η έννοια αυτή του λαϊκισμού συνδυάζεται με τη μομφή του εθνικισμού, που αποδίδεται τον απλό πατριωτισμό. «εθνολαϊκιστής» αποκαλείται τελικά αυτός που αγαπάει την πατρίδα, την μήτρα της ύπαρξής του, και θέλει η κοινωνική συλλογικότητα να ευημερεί εν ελευθερία, ούσα υπεύθυνη για την μοίρα της. Οι διεθνείς και οι εσωτερικές ολιγαρχικές ελίτ στο μέτρο που δεν έχουν ιδεολογία να υποστηρίξει το εγχείρημά τους για μονοσήμαντη ηγεμονία, οικοδομούν την ιδεολογία της απαξίωσης του μεγίστου εχθρού τους: της εθνικής/πολιτισμικής συνοχής και της δημοκρατίας. Διότι αυτοί γνωρίζουν ό,τι οι κοινωνίες αγνοούν: ότι το σημερινό σύστημα δεν είναι πουθενά στο κόσμο ούτε δημοκρατία ούτε καν αντιπροσώπευση. Ούτε κατ’ευφημισμόν.

3.                  Έχει ο ελληνισμός τα αποθέματα εκείνα ούτως ώστε να επιβιώσει και να ανακάμψει από τις συνθήκες τις κρίσης και με ποιό τρόπο μπορεί να γίνει αυτό;

ΓΚ. Το ερώτημα κατά τη γνώμη μου οφείλει να τεθεί διαφορετικά. Συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε ο ελληνισμός να αφεθεί ελεύθερος να δημιουργήσει το μέλλον του; Δεν αναφέρομαι στις εξωτερικές αλλά στις εσωτερικές συνθήκες και συγκεκριμένα στο πολιτικό σύστημα της κομματοκρατίας που με όπλο το δύσμορφο κράτος κατατρώγει από καταβολής του τις σάρκες του ελληνισμού μέχρι το μεδούλι. Διότι εάν παρακολουθήσουμε την ιστορική πορεία του νέου ελληνισμού διαπιστώνουμε ότι υπό καθεστώς εθνικής υποτέλειας κατείχε μια δυσανάλογα μεγαλύτερη θέση στον κόσμο από εκείνη που κατέχει σήμερα. Εάν δεν αποκτήσουμε συνείδηση της αιτίας της ασύμμετρης συρρίκνωσης του ελληνισμού τους τελευταίους δύο αιώνες, ο κατήφορος που έχει πάρει δεν θα σταματήσει. Η κρίση της ελληνικής χώρας είναι διαρκής και η παρούσα έξαρσή της έχει αποκλειστικά εσωτερικά αίτια. Η χώρα λεηλατείται από ένα καθεστώς που εδράζεται σε ένα σύστημα αναντίστοιχο, δηλαδή τριτοκοσμικό, σε σχέση με την ανθρωποκεντρική ανάπτυξη της κοινωνίας. Ακριβώς γι αυτό δεν είναι εφικτή η συνάντηση του πολιτικού προσωπικού με την κοινωνική συλλογικότητα. Το σύστημα της κομματοκρατίας δεν παράγει δημόσιες πολιτικές, με πρόσημο το κοινό συμφέρον, αλλά καταδολίευση και ιδιοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό το καθεστώς με τους θεράποντές του, έχει επικαθήσει ως κατακτητής επί της ελληνικής κοινωνίας, την απομυζεί και την οδηγεί από το κακό στο χειρότερο κακό. Και επιπλέον, επιχειρεί ξεδιάντροπα να την ενοχοποιήσει για την καταστροφή της.  

5.         Στον ελληνικό χώρο επικρατούν κυρίως δυο τάσεις: η μια που θέλει την προσάρτησή μας στις δυτικές αρχές και αξίες ενώ η άλλη αντιστρατεύεται κάθε τι το δυτικό και στρέφεται προς την Ανατολή. Υπάρχει σημείο τομής και συμπόρευσης αυτών των δυο απόψεων;

         ΓΚ. Η προσέγγιση αυτή είναι απολύτως εσφαλμένη. Ήδη από την εποχή της Βαυαροκρατίας οικοδομήθηκε μια ρητορική που προέβαλλε τον «εξευρωπαϊσμό» ως διακύβευμα. Ρητορική, η οποία απέβλεπε να νομιμοποιήσει την ολοκληρωτική οπισθοδρόμηση της ελληνικής κοινωνίας σε μια εποχή που παρουσίαζε αντιστοιχία με εκείνη της Ευρώπης. Ποια ήταν αυτή; Καταφανώς η προσολώνια εποχή. Αρκεί να αναφέρω, μεταξύ των πολλών άλλων, την κατάργηση της δημοκρατικής αυτοκυβέρνησης που βίωνε ό Έλληνας, λιγότερο ή περισσότερο, στο πλαίσιο των κοινών, με το επιχείρημα ότι η ελέω θεού απολυταρχία είναι ανώτερη από την δημοκρατία. Το δίλημμα για τον ελληνικό κόσμο σήμερα δεν είναι η επιλογή μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης. Και οι δύο αυτές περιοχές μοιράζονται το ίδιο εξελικτικό στάδιο, που αντιστοιχεί στην εποχή της ανθρωποκεντρικής βρεφικότητας. Το διακύβευμα για τον ελληνισμό είναι να ανακτήσει την ιστορία του, την οποία του την υπέκλεψαν ή του την απέκρυψαν, όχι για να επιστρέψει σ’αυτήν εξ επόψεως κλίμακας, αλλά για να εμπνευσθεί από τα πεπραγμένα της, και να εναρμονίσει τον βηματισμό της με την πρόοδο, όχι με την απομίμηση της όποιας Ανατολής ή της όποιας Δύσης. Να συνειδητοποιήσει επομένως ότι η νεοτερικότητα μπορεί να εισήλθε στην φάση της μεγάλης κλίμακας, βιώνει όμως ανθρωποκεντρικά (ως προς το κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό της σύστημα) την βρεφικότητά της. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της στρατηγικής επιλογής συμμάχων, στο διακρατικό πεδίο. Ο ελληνισμός οφείλει να επιλέξει ως προς αυτό μια καταρχήν σύμπλευση με τη Δύση, ισορροπώντας όμως συγχρόνως με πτυχές των στρατηγικών που διαμορφώνονται ευρύτερα, όταν και όπου το συμφέρον του το επιτάσσει. Δεν πρέπει να αγνοείται, στο πλαίσιο αυτό, ότι οι διακρατικές σχέσεις είναι ψυχρές σχέσεις δύναμης, και μόνο….

6.         Πόσο εφικτή είναι μια λύση του κυπριακού σε μια ομοσπονδιακή δομή δεδομένου ότι οι δυο μεγάλες κοινότητες ελληνική και τουρκική έχουν διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο;

ΓΚ Δεν νομίζω ότι το εμπόδιο σε μια λύση του κυπριακού είναι το διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο της μιας ή της άλλης «κοινότητας». Το εμπόδιο σε μια λύση στο κυπριακό που θα είναι εναρμονισμένη με το κεκτημένο της εποχής μας βρίσκεται στους συσχετισμούς, υπό το κράτος της κατοχικής θέσης της Τουρκίας, και στη φιλοδοξία της να ηγεμονεύσει στην περιοχή. Πριν από τη δεκαετία του 1950 στο πολιτισμικό ζήτημα η απάντηση δόθηκε, όπως γνωρίζουμε, από την ίδια τη δυναμική των πραγμάτων, υπέρ της ελληνικής πλευράς. Υπό τις παρούσες συνθήκες εξακολουθώ να πιστεύω ότι εάν δεν υπάρξει κάποια συνταρακτική αλλαγή στους συσχετισμούς, η λιγότερο κακή λύση του κυπριακού θα ήταν η μη λύση. Και η χειρότερη, μια ομοσπονδιακή ή άλλη λύση που θα οδηγούσε στην προτεκτοροποίηση όλης της Κύπρου.

7.         Έχετε τοποθετηθεί για την ανάγκη μιας επανάστασης στο πεδίο της γνώσης και της πολιτικής παιδείας στο σχολείο του 21ου αιώνα. Μπορεί αυτό να καταστεί εφικτό στο πλαίσιο του υφιστάμενου συστήματος ή χρειάζεται μια ριζική πολιτειακή αλλαγή;

ΓΚ. Χωρίς αμφιβολία το σημερινό καθεστώς χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς που «διδάσκουν» την πολιτική παιδεία, από το σχολείο έως τα ΜΜΕ, για να συγκροτήσει τον καθεστωτικό άνθρωπό της. Κάθε πολιτεία έχει τη δική της πολιτική παιδεία. Οι θεράποντες της μοναρχικής πολιτείας (της εκλόγιμης μοναρχίας) επιχειρούν να πείσουν τους υπηκόους τους ότι είναι πολίτες και ότι το σύστημα είναι δημοκρατικό. Ό,τι επομένως εάν αμφισβητήσουν το σύστημα αυτό θα είναι υπόλογοι φιλικών αισθημάτων προς τη δικτατορία. Προφανώς και δεν αναμένεται να ομολογήσουν ότι το κρατούν γενικώς παντού σημερινό σύστημα είναι αυθεντικά ολιγαρχικό. Όχι τόσο γιατί εντρέπονται να αποδεχθούν ότι είναι θεράποντες της ολιγαρχίας, αλλά επειδή θα απολέσουν τη νομιμοποίησή του. Καθένας τότε θα αρχίσει να σκέφτεται πώς θα φέρει τη δημοκρατία. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι στο ελληνικό σχολείο όχι μόνο διδάσκεται η πολιτική παιδεία της εκλόγιμης, της μοναρχευομένης ολιγαρχίας, ως αυθεντικά δημοκρατικής, αλλά και αποφεύγεται κάθε αναφορά στην εκφυλιστική εκδοχή της που επικρατεί στη χώρα, στην κομματοκρατία. Ας αναλογισθούμε τι θα συνέβαινε στις αίθουσες των σχολείων εάν ο δάσκαλος εξηγούσε στους μαθητές ότι κανένα από τα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται σύμφωνα με το πνεύμα και το γράμμα του, επειδή παραβιάζεται από τα ίδια τα κόμματα. Ό,τι η Βουλή λειτουργεί ως θεσμός απλής νομιμοποίησης της κυβερνητικής βούλησης και καθαγίασης των ανομιών του πολιτικού προσωπικού. Στον αντίποδα, η πολιτική παιδεία της δημοκρατίας (και της αντιπροσώπευσης) θα απέδιδε στις έννοιες το πραγματικό τους περιεχόμενο, θα διέκρινε μεταξύ εκλόγιμης μοναρχίας, αντιπροσώπευσης και δημοκρατίας, μεταξύ ελευθερίας και δικαιώματος, θα εξηγούσε ότι στο σημερινό πολιτικό σύστημα η κοινωνία είναι ιδιώτης, ότι δεν της αναγνωρίζεται καμία θέση στην πολιτεία. Ό,τι ο πολιτικός δεν υπόκειται στην πολιτεία δικαίου, ότι δεν συγχωρείται λάθος στην επιλογή της κοινωνίας και συνακόλουθα δικαίωμα ανάκλησης, ελέγχου, αναζήτησης ευθυνών, ή ακόμη αξίωση αλλαγής πορείας της χώρας. Ότι δηλαδή ένας, ο πολιτικός ηγέτης, κατέχει συγχρόνως τις ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου, δηλαδή την εξουσία να αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για τις τύχες μιας ολόκληρης χώρας/κοινωνίας, χωρίς η τελευταία να μπορεί να αρθρώσει αντίρρηση. Η επίγνωση του γεγονότος αυτού αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε εφιαλτικά συμπεράσματα.

8.         Ποιό μέλλον διαβλέπετε για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τι μπορούμε να περιμένουμε σε συνθήκες αποσταθεροποίησης και διεθνούς τρομοκρατίας που βιώνουμε;

  ΓΚ. Η πολιτική Ευρώπη κινδυνεύει να παγιώσει για τα μέλη της ένα καθεστώς ηγεμονίας με αβέβαιο ωστόσο μέλλον. Το πρόβλημα της ΕΕ έγκειται στο ότι έχει συγκροτηθεί ως πολιτικό σύστημα χωρίς κράτος, από το οποίο επίσης απουσιάζει καταφανώς η κοινωνία, αλλά και αντίρροποι πολιτειακοί μηχανισμοί που θα ήσαν ικανοί να διασφαλίσουν αφενός την ισορροπία μεταξύ των κρατών μελών και αφετέρου την συνάφεια των πολιτικών της με το κοινό συμφέρον των λαών. Το σύστημα αυτό που προσιδιάζει περισσότερο με εκείνο της απολυταρχίας παρά με την εκλόγιμη μοναρχία των κρατών μελών, εισάγει στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων την κρατοκεντρική πολιτική λογική (τους συσχετισμούς της ωμής δύναμης), ενώ από την άλλη οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν κατέχουν καν μια θέση εκλογικής νομιμοποίησης των φορέων της πολιτικής εξουσίας. Το σύστημα αυτό σε συνδυασμό με την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως στον άξονα Γαλλίας Γερμανίας, λόγω της υπεροχής της τελευταίας, δεν μπορεί να είναι προάγγελος καλών εξελίξεων. Το δίλημμα για την πολιτική Ευρώπη, δεν μπορεί να είναι η διεύρυνση ούτε η περαιτέρω συγκέντρωση εξουσιών στο κέντρο, αλλά η ολοκλήρωσή της εξ επόψεως κρατικής και πολιτειακής. Και ως προς αυτό, δεν νομίζω ότι τα επόμενα χρόνια η κακή πορεία των πραγμάτων στην ΕΕ πρόκειται να μεταβληθεί. Δεν έχω διακρίνει πουθενά στις ιδέες που διακινούνται για το μέλλον της Ευρώπης κάποια πρόθεση να μεταβληθούν οι σταθερές που την ορίζουν μέχρι σήμερα. Κατά τούτο, οι χώρες μέλη εάν θέλουν να διασώσουν το κεκτημένο της ευημερίας και της ελευθερίας των κοινωνιών τους οφείλουν να προβάλουν το συμφέρον τους στην προμετωπίδα του δημόσιου σκοπού της ΕΕ. Και όχι να το υποτάξουν σε ένα αβέβαιο ευρωπαϊκό όραμα, στο οποίο ελλοχεύει η βούληση της ηγεμονίας. Όπως ακριβώς πράττουν και οι μεγάλες χώρες, και εν προκειμένω η Γερμανία, η οποία διακινεί χωρίς περιστροφές ως δημόσιο σκοπό της Ένωσης το γερμανικό συμφέρον. Οι διαπιστώσεις αυτές δεν αναιρούν το γεγονός ότι, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, η πολιτική Ευρώπη είναι χρήσιμη για πολλούς λόγους, τόσο για την Γηραιά Ήπειρο όσο και για την ασφάλεια των χωρών της περιοχής όπου ενυπάρχει το ελληνικό ενδιαφέρον (στην Ελλάδα και την Κύπρο). Πολλώ μάλλον εάν, υπό την πίεση των γεγονότων της Μέσης Ανατολής και του μεταναστευτικού/προσφυγικού, η ΕΕ υποχρεωθεί να σφυρηλατήσει την άμυνά της και να επιμεληθεί την ασφάλεια των συνόρων της.   

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία σε Β' έκδοση ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ τ. Β΄ Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ (4ος π.Χ. - 4ος μ.Χ. αιώνες) Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΠΟΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΕΩΣ ΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ



ΓΙΏΡΓΟΣ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ,
ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ 
 τ. Β΄
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ
ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ
(4ος π.Χ. - 4ος μ.Χ. αιώνες)
Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΠΟΛΗ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ
ΕΩΣ ΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

(Απόσπασμα από την Εισαγωγή του βιβλίου)


«Διακρίνουμε τέσσερις μείζονες περιόδους στην κοσμοϊστορική εξέλιξη των ανθρωπίνων κοινωνιών: της πρωτόγονης βαρβαρότητας, της δεσποτείας, του δυισμού ανάμεσα στη δεσποτεία και τον ανθρωποκεντρισμό που εμφανίζεται με την είσοδο του ελληνικού κόσμου στο ιστορικό προσκήνιο, και τέλος της προέκτασής του, την οποία στοιχειοθετεί η ανασυγκρότηση του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος στη μεγάλη κλίμακα, η οποία θα σημάνει την ολοκληρωτική επικράτησή του στο σύνολο του πλανήτη γη.
         Η κοσμοσυστημική ιστορία εξετάζει ειδικότερα την φύση, την ιδιοσυστασία, την εξέλιξη ενός εκάστου κοσμοσυστήματος -του δεσποτικού και του ανθρωποκεντρικού-, τη διαλεκτική τους σχέση, τις καταστατικές αρχές και τα παραγωγικά τους αίτια, την εσωτερική  τους τυπολογία κλπ. Διαπιστώσαμε, ήδη, ότι κάθε κοσμοσύστημα έχει τις δικές του θεμέλιες παραμέτρους, που υποστασιοποιούν το κοινωνικό γεγονός και κινούν την εξέλιξή του. Με άλλα λόγια, εάν ο κόσμος θα συγκροτηθεί δεσποτικά ή ανθρωποκεντρικά, εάν ο άνθρωπος θα προσεγγισθεί ως ελεύθερη οντότητα ή όχι, ο βαθμός ή το εύρος της ελευθερίας του, δεν αποφασίζεται από αυτόν, δεν είναι αποτέλεσμα διανοητικής επεξεργασίας, αλλά των συνθηκών, της φύσης και της φάσης που διέρχεται αυτός διέρχεται ως κοινωνική οντότητα. Ο κοινωνικός άνθρωπος είναι τελικά πρωταγωνιστής -αλλά και υποκείμενο- σε μια κοσμοϊστορική διαδικασία, την οποία συγκροτούν οι δυναμικές συνιστώσες των παραμέτρων, που καθορίζουν, με τη σειρά τους, την ιδιοσυστασία του κοινωνικού γεγονότος. Ο ενγένει δεσποτικός κόσμος, αλλά και, ειδικότερα, το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα (στην εκδοχή της μικρής και της μεγάλης κλίμακας), προσφέρουν ακριβώς μοναδικά παραδείγματα, ικανά να διακριβώσει κανείς την αιτιολογική βάση του κοινωνικού γεγονότος και των μεταλλάξεών του.
          Σε ό,τι αφορά στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, που μας απασχολεί εδώ, από την ελληνική εκδοχή της μικρής κλίμακας έως τη νεότερη μετάβασή του στη μεγάλη κλίμακα, είχαμε την ευκαιρία να διαγνώσουμε ήδη τις θεμέλιες προδιαγραφές της φυσιογνωμίας του κοινωνικού ανθρώπου, που συγκροτείται με όρους ελευθερίας,  να διαμορφώσουμε, εντέλει, το πανόραμα της εξέλιξής του, τα στάδια που προόρισται να διανύσει ο "βιολογικός" του χρόνος. Ο ανθρωποκεντρικός χρόνος παρουσιάζει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον, ιδίως για την εποχή μας, στο μέτρο που η ανθρωπότητα στο σύνολό της έχει εισέλθει στην τροχιά του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, ζει δηλαδή καθ'ολοκληρίαν στο κλίμα του. Είναι σημαντικό, επομένως, να γνωρίζουμε τι τον δημιουργεί, τι κινεί την εξέλιξη, προς ποια κατεύθυνση. Να διαγνώσουμε, κατ'επέκταση, σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εποχή μας, ποιά είναι τα επόμενα στάδια που θα διανύσει ο νεότερος κόσμος, σε τελική ανάλυση, ποιές αδήριτες διαδρομές θα γνωρίσει στην ιστορική του πορεία. Η διαπίστωση ότι ο σύγχρονος κόσμος βιώνει μια πρώιμη ανθρωποκεντρικά φάση υπό συνθήκες μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας, μας επιτρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στο μεγαλειώδες των επιτευγμάτων που αυτή φέρνει με την κινητοποίηση της ανθρώπινης δημιουργίας και την ασφυκτικά βρεφική ανθρωποκεντρική του κατάσταση.
          Η αδυναμία του νεότερου ανθρώπου να συλλάβει την θεμελιώδη, εντούτοις, αυτή διαφορά, εξηγείται από το γεγονός ότι απουσιάζει από τον γνωσιολογικό του ορίζοντα το "παράδειγμα". Έτσι, ενώ ο άνθρωπος ως ατομική οντότητα γίνεται κατανοητός (ως προς την φύση του, την εξελικτική του "δικαιοταξία" κλπ), μέσα από το πλήθος των βιούμενων, στον καθένα ορατών και καθόλα χειροπιαστών, καθημερινών παραδειγμάτων, σε ό,τι αφορά στον κοινωνικό άνθρωπο, δεν διαθέτουμε αντίστοιχα εμφανή όσο και πολλαπλά κοσμοσυστημικά παραδείγματα. Θα λέγαμε, ορθότερα, ότι η γνωστική δυνατότητα του πρώιμου ανθρωποκεντρικά ανθρώπου, αδυνατεί να συλλάβει στην ολότητά του και να αποκωδικοποιήσει το μοναδικό, ούτως ή άλλως, παράδειγμα του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Γι'αυτό και αναλώνεται σε αποσπασματικές αναγνώσεις του φαινομένου, με αποτέλεσμα η "επιστημονική" του δυνατότητα να υπολείπεται καταφανώς των απαιτήσεων που επιβάλει το διακύβευμα της οικοδόμησης μιας καθολικής γνωσιολογίας που να αφορά στο κοινωνικό του γίγνεσθαι.
          ​Το εγχείρημα της ανασυγκρότησης του ιστορικού βίου του κοινωνικού ανθρώπου υπό το πρίσμα της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας σ'αυτό ακριβώς αποβλέπει. Το εγχείρημα αυτό, μας επιτρέπει να εγκαθιδρύσουμε το γνωστικό πλαίσιο της κοσμοϊστορίας του ανθρωπίνου γένους και, συγχρόνως, τις κοσμοσυστημικές του διαδρομές ή, αλλιώς, τους ιδιαίτερους τύπους κοινωνικής (οικονομικής και πολιτικής) οργάνωσης, από τους οποίους διήλθε στον ιστορικό χρόνο. Είναι προφανές, επομένως, ότι η κοσμοσυστημική γνωσιολογία, δεν στοχεύει απλώς στη γνώση του παρελθόντος, αλλά στην άντληση από αυτό του γνωστικού επιχειρήματος, που θα αποκωδικοποιήσει την κοινωνική φύση του ανθρώπου και, κατ'επέκταση, το σταδιακό του γίγνεσθαι στο χρόνο. Υπό την έννοια αυτή, αφορά κυρίως στο παρόν και στο μέλλον του νεότερου, ανθρωποκεντρικά διατεταγμένου εφεξής κόσμου.
          Ώστε, η κοσμοσυστημική γνωσιολογία διδάσκει ότι το κοινωνικό περιβάλλον του ανθρώπου (η ίδια η κοινωνική του ιδιοσυστασία, το αξιακό του σύστημα, η ενγένει συμπεριφορά του),  διαμορφώνεται όχι υπό το πρίσμα της τυχαιότητας, αλλά σε στενή συνάφεια με το (δεσποτικό ή ανθρωποκεντρικό) κοσμοσύστημα, στο οποίο εγγράφεται και, μάλιστα, με την φάση που αυτό διανύει στον υπό εξέταση χρόνο. Το οποίο (δεσποτικό ή ανθρωποκεντρικό) κοσμοσύστημα, αναδεικνύεται, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, που είναι δυνατόν να τις "συλλάβουμε", τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την δυναμική τους. Κατά τούτο, η κοσμοσυστημική γνωσιολογία, ανασυγκροτώντας το παρελθόν με γνώμονα το διατακτικό της, φιλοδοξεί να διευκρινίσει την ιδιοσυστασία του παρόντος και την κατεύθυνση του μέλλοντος, τα επόμενα στάδια του κοινωνικού ανθρώπου. Η υπογράμμιση της αυτονόητης προϋπόθεσης ότι η κατεύθυνση αυτή, τελεί υπό τον όρο της μη ανατροπής των θεμελίων του κοσμοσυστήματος, στο οποίο αφορά, ή μέρους του, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η εποχή μας έχει εισέλθει, κατά τρόπο κοσμοϊστορικά αναπότρεπτο, στη φάση της καθολικής ανθρωποκεντρικής μετάβασης του κοινωνικού ανθρώπου. ​
          Στο νέο αυτό γνωσιολογικό περιβάλλον, μπορούμε να γνωρίζουμε ότι, όπως το άτομο άνθρωπος από τη στιγμή που θα έρθει στον κόσμο θα διανύσει με "γραμμικό" τρόπο μια συγκεκριμένη "βιολογική" διαδρομή, έως ότου τελευτήσει, έτσι και ο κοινωνικός άνθρωπος, θα αναπτυχθεί σε συνάφεια με τον κοσμοσυστημικό του χρόνο. Το άτομο άνθρωπος δεν δύναται να υπερβεί τα στάδια της προδιαγεγραμμένης βιολογίας του. Για παράδειγμα, ο δεκαετής νέος δεν θα γίνει, εξ αποφάσεως, όσο και εάν το επιθυμεί, εξήντα ετών, κατ'απομίμηση των γονέων του, επειδή τους θαυμάζει, ή να σταματήσει την εξέλιξή του, μετά από μια στιγμή, να επιστρέψει πίσω κλπ. Δύναται, ωστόσο στο πλαίσιο της βιολογίας του, να επιλέξει, εφόσον είναι κοσμοσυστημικά εφικτό, τη μια ή την άλλη ενασχόληση, τόπο κατοικίας ή διανοητική διαδρομή. Ομοίως, και ο κοινωνικός άνθρωπος, ιδίως ο ανθρωποκεντρικός άνθρωπος, βαρύνεται με μια "βιολογική" πορεία, που δεν δύναται να υπερβεί. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, από το στάδιο της μετάβασης, από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, να εισέλθει απευθείας στην περίοδο της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης, που αντιπροσωπεύει η δημοκρατία ούτε στην μετα-κρατοκεντρική οικουμένη. Μια κοινωνία θα κινηθεί, οπωσδήποτε, με διαφορετική ταχύτητα, προς την ολοκλήρωση, απ'ότι μια άλλη, εάν οι πραγματολογικές προϋποθέσεις και ο χρόνος της συμμετοχής της στο ενλόγω κοσμοσυστημικό γίγνεσθαι είναι διαφορετικοί.
          ​Η επισήμανση αυτή, αποκτά καίρια σημασία στις μέρες μας, καθώς, όπως έχουμε επισημάνει αλλού, ο νεότερος κοινωνικός άνθρωπος, μολονότι τοποθετείται μόλις στην πρώιμη ανθρωποκεντρική φάση, έχει φαντασιωθεί ότι βιώνει ήδη την ανθρωποκεντρική του ολοκλήρωση. Η συνάντηση των "νεοτέρων" με τον ελληνικό κόσμο, μέσω της γραμματείας του, και αργότερα, η μετάβασή τους στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, τους οδήγησε σε μια απίστευτη σύγχυση. Περιέβαλαν εντέλει τις πρωτο-ανθρωποκεντρικές πραγματικότητες του κοινωνικού τους βίου (τους θεσμούς, τις αξίες και τα ενγένει κοινωνικά φαινόμενα) με σημειολογικές και εννοιολογικές επικαλύψεις, άσχετες με το ουσιαστικό τους περιεχόμενο. Έτσι, το προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα ταξινομήθηκε στη δημοκρατία, το δικαίωμα εξομοιώθηκε με την ελευθερία, ο κρατοκεντρισμός ενδύθηκε την τελειωτική φάση της κοσμοσυστημικής "δικαιοταξίας", η κοσμοπολιτειακή οικουμένη ταυτίσθηκε με τις δεσπιτικές αυτοκρατορίες. Και πολλά άλλα. Με τον τρόπο αυτόν, η νεοτερικότητα αφενός βιώνει την ψευδαίσθηση του μέλλοντος με όρους νομιζόμενης πραγματικότητας, και αφετέρου, αποτρέπει τον εαυτό της από του να αποτιμήσει στην ολότητά του το διακύβευμα της προόδου που στοιχειοθετεί η μετάβαση στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα.
          Με απλούστερη διατύπωση, η μετάβαση αυτή, αξιολογείται από την κοσμοσυστημική γνωσιολογία ως κοσμοϊστορικό γεγονός, το οποίο όμως από ανθρωποκεντρική άποψη, δηλαδή υπό το πρίσμα της εξελικτικής τυπολογίας, τοποθετείται σε μια πρώιμη εποχή. Ώστε, η κοσμοσυστημική κλίμακα της εποχής μας, συγκρινόμενη με εκείνη του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, είναι καταφανώς ανώτερη. Εντούτοις, η νεότερη εποχή, δεν έχει διέλθει ακόμη το κατώφλι της πρώιμης ανθρωποκεντρικής φάσης, αγνοεί τα επόμενα στάδια της ανθρωποκεντρικής εξέλιξης, στο πλαίσιο της κρατοκεντρικής εποχής, πολλώ δε μάλλον εκείνα της οικουμένης. Η σύγκριση, επομένως, με το εξελικτικό αυτό μέρος του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, ενέχει μόνον το στοιχείο της διαπίστωσης της φάσης που βιώνει ο νεότερος κόσμος και, επέκεινα, της επίγνωσης των εξελικτικών σταδίων που μέλλεται να ακολουθήσει.
          Με άλλα λόγια, η κοσμοσυστημική γνωσιολογία διδάσκει ότι για να φθάσει ο νεότερος κόσμος στην οικουμένη (που βίωσε ο ελληνικός κόσμος από την είσοδο στην ελληνιστική εποχή), οφείλει πρώτα να διέλθει από τα στάδια εκείνα που ανάγονται στον κρατοκεντρισμό και τα οποία αφορούν στην εξέλιξη των θεμελίων κοινωνιών, εντός του κράτους. Στον πρώτο τόμο του παρόντος έργου παρακολουθήσαμε διεξοδικά την ανθρωποκεντρική "βιολογία" του κοινωνικού ανθρώπου στην κρατοκεντρική του φάση. Στον παρόντα τόμο, θα επικεντρωθούμε στην φάση της οικουμένης, που ακολουθεί τον κρατοκεντρισμό, στους όρους της μετάβασης, της παγίωσης και της αποκρυστάλλωσής της,  ενώ στους επόμενους δύο τόμους θα διεξέλθουμε την περαιτέρω εξελικτική της πορεία. Σημείο αναφοράς για την οικοδόμηση του γνωστικού αυτού παραδείγματος θα αποτελέσει προφανώς ο κοσμοσυστημικά ιδωμένος ελληνισμός.
          ​Οι αναγνωστικές αυτές διαδρομές, διευκρινίζουν τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ της οικουμένης και της πολιτειακής της συνιστώσας, της κοσμόπολης, ως κοσμοσυστημικού σταδίου, και της ουτοπίας της παγκόσμιας διακυβέρνησης, της ιδέας ενός κοσμοκράτους. Η οικουμενική κοσμόπολη, αποτελεί στάδιο στην ανθρωποκεντρική εξέλιξη των κοινωνιών. Η κοσμοκρατική ουτοπία εγγράφεται ως διανοητική άσκηση ή κατασκευή. Η μια, μπορεί να εγερθεί ως πρόταγμα σε χρόνο ανεπίκαιρο. Η άλλη, απλώς δεν συνέχεται με τον κοσμοϊστορικό ή τον κοσμοσυστημικό χρόνο. 
          Οπωσδήποτε, στη φάση της οικουμένης συντελούνται κοσμογονικές μεταβολές στο ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι, οι οποίες συμπληρώνουν και, εν πολλοίς, ολοκληρώνουν εκείνες της κρατοκεντρικής περιόδου. Οι μεταβολές αυτές, μπορούν να καταγραφούν ως εξίσου σημαντικές και, ως προς πολλά, ανώτερες, από τις κρατοκεντρικές ομόλογές τους. Μεταβολές, που υπήρξαν καίριες, επίσης, ως προς τις ευρύτερες επιπτώσεις τους, στο μέτρο που αποτέλεσαν τον καταλύτη για την ανθρωποκεντρική μετάβαση του σύνολου κόσμου, και μάλιστα, για τη μετάλλαξη του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, στη βάση της μεγάλης κλίμακας. Το γεγονός ότι η νεοτερική γνωσιολογία τις αγνοεί δεν επιμαρτυρεί την μη ύπαρξή τους, αλλά την αδυναμία της να συλλάβει κοινωνικά φαινόμενα, που δεν έχει βιώσει.
          Το ιδιαίτερο, επομένως, του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, έγκειται στην εξελικτική του ολοκλήρωση. Στο γεγονός ότι μας παρέχει το πανόραμα των σταδίων που προόρισται να διέλθει ο κοινωνικός άνθρωπος, από τη στιγμή που συγκροτείται ανθρωποκεντρικά, δηλαδή με όρους ελευθερίας. Πανόραμα, στο οποίο παρελαύνουν οι έννοιες -οι αξίες, οι θεσμικές τους αναγωγές και τα συστήματα που τις υποστασιοποιούν-, οι παραγωγικές τους παράμετροι, αλλά και η τυπολογία των εξελικτικών του μεταλλαγών.
          ​Η ακριβής αποτύπωση των σταδίων του ελληνικού κοσμοσυστήματος, δεν αποβλέπει στην επιστροφή σ'αυτό, όπως το υπέθεσε, υπό άλλο πρίσμα, η αναγεννώμενη Ευρώπη. Δεν δηλώνει, επίσης, ότι ο νεότερος ανθρωποκεντρικός κόσμος θα ακολουθήσει κατά γράμμα τις πραγματολογικές λύσεις που προκρίθηκαν από τον ελληνικό κόσμο. Και τούτο διότι συντρέχουν δύο τουλάχιστον ουσιώδεις διαφορές: Η συνύπαρξη του ελληνικού κοσμοσυστήματος με το δεσποτικό κοσμοσύστημα και η διαφορά κλίμακας. Η μικρή κοσμοσυστημική κλίμακα, το συνακόλουθο "φυσικό" επικοινωνιακό περιβάλλον και η συνύπαρξη με την δεσποτεία, αποτέλεσαν παραμέτρους, οι οποίες άσκησαν σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση των αξιακών, κοινωνικο-οικονομικών και θεσμικών προϋποθέσεων του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος.
          Εντούτοις, το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα της περιόδου της μικρής κλίμακας, μπορεί να λειτουργήσει ως πάροχος της γενικής γνωσιολογίας (του κόσμου των εννοιών, των αξιών, των θεσμικών συνιστωσών, της τυπολογίας της εξέλιξης και των παραγωγικών τους παραμέτρων) του κοινωνικού ανθρώπου. Θα επικαλεσθούμε ένα μόνο παράδειγμα: στον ανθρωποκεντρισμό, η ελευθερία αποτελεί το θεμέλιο διακριτικό του γνώρισμα. Η ελευθερία, όμως, δεν αποτελεί μια στατική έννοια. Εγγράφεται σε μια δυναμική διεύρυνσης του πεδίου της, η οποία συναρτάται με το ενγένει σύστημα που θα την εμπραγματώσει. Η καθολική (ατομική, κοινωνική, πολιτική) ελευθερία, που υποστασιοποιεί η πολιτεία της δημοκρατίας, έγινε εφικτή στην πόλη με το μέσον της φυσικής επικοινωνίας. Στην μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, ωστόσο, η προσφυγή στην "φυσική" επικοινωνία είναι αδιανόητη. Η λύση, θα αναζητηθεί προφανώς στο επίπεδο της τεχνολογίας της επικοινωνίας. Εάν, επομένως, η καθολική και, κατ'επέκταση, η πολιτική ελευθερία/αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών θα επιτευχθεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είναι ένα μείζον ζήτημα. Δεν αναιρεί, εντούτοις, το γνωσιολογικό διακύβευμα -τη σωρευτική συνάρθρωση της ελευθερίας-  που διδάσκει η ανθρωποκεντρική λογική του πράγματος. Ανάλογα θα είχε να πει κανείς για τον χρόνο των πολιτειών, που συνάδουν με την αντίστοιχη εξέλιξη της ελευθερίας. Ο χρόνος αυτός είναι άρρηκτα συνυφασμένος με τις πραγματολογικές παραμέτρους που κινούν την εξέλιξη και αποφασίζουν για το ή τα πεδία στα οποία θα αναπτυχθεί η ελευθερία. Τούτο σημαίνει ότι η έλευση της μιας ή της άλλης πολιτείας ή η σειρά της διαδοχής τους (λχ της προ-αντιπροσώπευσης, της αντιπροσώπευσης ή της δημοκρατίας), δεν εξαρτάται από την διανοητική μας επιλογή. Κάθε πολιτεία έχει τον δικό της χρόνο. Το ερώτημα είναι εάν διαθέτουμε τα γνωσιολογικά εργαλεία να τον διαγνώσουμε και, περαιτέρω, να διαλογισθούμε για την επίσπευση των εξελίξεων.
          Σε κάθε περίπτωση, το ιδιαίτερο του ελληνικού παραδείγματος έγκειται στο ότι είναι μοναδικό. Είναι μοναδικό, επειδή είναι το πρώτο, το γενεσιουργό ανθρωποκεντρικό παράδειγμα στην κοσμοϊστορία. Είναι μοναδικό, επίσης, διότι μας προσφέρει, όπως προείπαμε, το πανόραμα μιας ολοκληρωμένης ανθρωποκεντρικής διαδρομής με κοσμοσυστημικές προϋποθέσεις. Είναι τέλος αυτό, από το οποίο αναδύθηκε η φάση της επόμενης ανθρωποκεντρικής σταδιοδρομίας του κοινωνικού ανθρώπου, εκείνη της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας.
          Η επισήμανση ότι το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα στο σύνολό του είναι ιστορικά μοναδικό, υποδηλώνει σε τελική ανάλυση ότι η κοσμοϊστορία δεν έχει να επιδείξει ένα προγενέστερο ή παράλληλο ανθρωποκεντρικό παράδειγμα. Ως υπόθεση, επομένως, το ενδεχόμενο αυτό, ανάγεται στον κόσμο πέραν της γνωστής σ'εμάς κοσμικής ιστορίας.
          Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί ούτε μειώνει την σημασία και την αποκαλυπτική ακρίβεια του ελληνικού παραδείγματος και των προεκτάσεών του στην εποχή της μεγάλης κλίμακας. Πρώτον, διότι η μοναδικότητά του ελληνικού παραδείγματος εγγράφεται, όπως νομίζουμε, στην εξελικτική λογική της κοσμοϊστορίας. Δεύτερον, επειδή το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας, αναδεικνύει ένα σχήμα εξελικτικής "βιολογίας" του κοινωνικού ανθρώπου, η οποία δύναται να υποβληθεί ανά πάσα στιγμή σε πραγματολογικό έλεγχο».

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Γ.Κοντογιώργης: Τα εθνικά και η δικαιοσύνη στη δίνη της κομματοκρατίας




Γ.Κοντογιώργης: Τα εθνικά και η δικαιοσύνη στη δίνη της κομματοκρατίας

Ημερομηνία δημοσίευσης: 20/07/2017
http://www.neakriti.gr/?page=newsdetail&DocID=1421866&srv=266


Με αφορμή τη θλιβερή επέτειο των 43ων χρόνων από την Τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο ο καθηγητής στο Πάντειο Γιώργος Κοντογιώργης, μιλώντας στο Ράδιο 9,84 και στο Γιώργο Σαχίνη, αναφέρθηκε στη διαχρονική παθογένεια του Ελληνικού Πολιτικού Συστήματος και το ιδιότυπο όπως είπε καθεστώς της κομματοκρατίας που ακόμα και στα μεγάλα Εθνικά και εσωτερικά ζητήματα της χώρας είναι η πηγή όλων των δεινών για τον Ελληνισμό.
Είναι εντυπωσιακό είπε ότι ένα ξένο προς την ελληνική κοινωνία και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα φορτώνει τις ευθύνες για τις πράξεις του στην κοινωνία και καταφέρνει να αναπαράγεται.



ΥΓ. Να συγκρατήσουμε ως παράδειγμα και το εξής: προ ολίγου χρόνου το Συμβούλιο Επικρατείας αποφάσισε ότι οι εκκρεμείς υποθέσεις παραγράφονται με την παρέλευση 5ετίας. Με την απόφαση αυτή το ΣτΕ κατηγορήθηκε ότι στέλνει στις καλένδες τους φοροφυγάδες κλπ. Δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω η απόφαση ούτε ο εν γένει ρόλος του θεσμού αυτού, πάρα πολλές φορές απαράδεκτος για τα πράγματα της χώρας. Θα σταθώ στην ανατροπή της λογικής του επιχειρήματος: Ενοχοποιείται το ΣτΕ για την παραγραφή και όχι η πολιτική τάξη η οποία γυρόφερνε τις "λίστες Λαγκάρντ" από γραφείου εις γραφείον επί σειρά ετών χωρίς να τις αγγίζει. Προφανώς η διατήρηση εν ζωή των "λιστών" αυτών, εξυπηρετούσε διαχρονικά την κομματική νομενκλατούρα, καθώς απέβλεπε στο να πληγεί ο πολιτικός αντίπαλος όχι στην κάθαρση. Αλήθεια θα στραφεί η δικαιοσύνη ως οφείλει προς εκείνους που καταδολίευσαν τα συμφέροντα του δημοσίου, δηλαδή της κοινωνίας, παίζοντας τον ρόλο της Πηνελόπης. Διότι η διαπίστωση της παραγραφής ομολογεί τη διάπραξη (ποινικού και αστικού) αδικήματος, την ύπαρξη υπευθύνων γι'αυτό. Εάν η δικαιοσύνη δεν το πράξει γίνεται συνένοχη για τη συγκάλυψη ενός μείζονος σκανδάλου. Και βεβαίως θα προσθέσει μια ακόμη ψηφίδα στην δική της ευθύνη για την καταστροφική πορεία των πραγμάτων στη χώρα.