Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Η ιδεολογική ρομφαία της ολιγαρχίας



 
Γιώργος Κοντογιώργης, Η ιδεολογική ρομφαία της ολιγαρχίας
Γιώργος Κοντογιώργης
20 Αυγούστου 2018
362

Είναι κοινός τόπος πλέον πως οι παραδοσιακές ιδεολογίες έχουν εκπληρώσει τον προορισμό τους και έχουν περιέλθει στα αζήτητα της ιστορίας. Αυτό έχει ως συνέπεια τα κόμματα να έχουν μεταβληθεί άρδην σε «ιδιωτικές εταιρίες», ή για να είμαι πιο επιεικής «σε εταιρίες ιδιοποίησης του δημοσίου χώρου».
Ειδικότερα στην Ελλάδα, από την πρώτη στιγμή της Βαυαροκρατίας το κομματικό σύστημα από φορέας διαμεσολάβησης συμφερόντων και τροφοδότης με πολιτικό προσωπικό της εξουσίας μεταβλήθηκε σε πολιτικό σύστημα. Ίππευσε στο πολιτικό σύστημα, το ιδιοποιήθηκε και δι’ αυτού λειτούργησε ως επικαρπωτής του κράτους και δυνάστης της κοινωνίας. Γι’ αυτό και έχω ορίσει το ελληνικό πολιτικό σύστημα ως δυναστική κομματοκρατία.
Σε ό,τι αφορά στο «λαϊκισμό» και στις νεότερες χρήσεις του, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί για να μην γίνουμε παίγνιο στα χέρια των ιδεολόγων της ολιγαρχίας. Άλλοτε, η έννοια του λαϊκισμού όριζε την συμπεριφορά εκείνου του πολιτικού προσωπικού που επιδίωκε την εξαπάτηση του λαού, την καταδολίευση των συμφερόντων του, με σκοπό να αποσπάσει την εμπιστοσύνη του και να ηγεμονεύσει.
Σήμερα, με την έννοια του λαϊκισμού ορίζεται κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό. Συγκεκριμένα ως λαϊκιστής χαρακτηρίζεται εκείνος που αναφέρεται στην ανάγκη ο σκοπός της πολιτικής να είναι το συμφέρον της κοινωνίας και όχι των αγορών. Και μάλιστα όποιος επικαλείται την ανάγκη η κοινωνία να γίνει θεσμικός εταίρος της Πολιτείας. Έτσι λαϊκιστής αποκαλείται αυτός που στρέφεται κατά της μονοσήμαντης κυριαρχίας των αγορών και της εξαθλίωσης των κοινωνιών. Αυτός που διακηρύσσει την ανάγκη να φύγουμε από το καθεστώς της εκλόγιμης μοναρχίας, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τις αγορές, και να μεθαρμόσουμε το πολιτικό σύστημα σε αντιπροσώπευση ή δημοκρατία.
Η επιτήδεια αυτή αλλαγή περιεχομένου της έννοιας του λαϊκισμού αποσκοπεί στην ενοχοποίηση και επομένως στην απαξίωση κάθε εγχειρήματος που θα απέβλεπε στην αλλαγή των πραγμάτων υπέρ των κοινωνιών. Εξ ου και η έννοια αυτή του λαϊκισμού συνδυάζεται με τη μομφή του εθνικισμού, που αποδίδεται στον πατριωτισμό.
«Εθνολαϊκιστής» αποκαλείται τελικά αυτός που αγαπάει την πατρίδα, την μήτρα της ύπαρξής του, και θέλει η κοινωνική συλλογικότητα να ευημερεί εν ελευθερία, ούσα υπεύθυνη για την μοίρα της. Οι διεθνείς και οι εγχώριες ολιγαρχικές ελίτ, στο μέτρο που δεν έχουν ιδεολογία να υποστηρίξει το εγχείρημά τους για μονοσήμαντη ηγεμονία, οικοδομούν την ιδεολογία της απαξίωσης του μεγίστου εχθρού τους: της εθνικής-πολιτισμικής συνοχής και της δημοκρατίας. Αυτοί γνωρίζουν ό,τι οι κοινωνίες αγνοούν: ότι το σημερινό σύστημα δεν είναι πουθενά στο κόσμο ούτε δημοκρατία ούτε καν αντιπροσώπευση. Ούτε κατ’ ευφημισμόν.

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Όμηροι των Αγορών οι κοινωνίες


 
Γιώργος Κοντογιώργης, Όμηροι των Αγορών οι κοινωνίες
Γιώργος Κοντογιώργης
14 Αυγούστου 2018
259

Πολλοί θεωρούν πως η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση ορίζει ένα άλλο σύστημα. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ιδιοποίηση του συστήματος, που είναι εξ αντικειμένου εγκατεστημένο μέσα στα κράτη. Ιδιοποίηση από τον οικονομικό παράγοντα, ο οποίος με το όνομα «αγορές», αυτονομήθηκε από το κράτος και φιλοδοξεί να παίξει ένα διακρατικό ρόλο.
Οι νέοι οικονομικοί ηγεμόνες έχουν θέσει σε ομηρία τις πολιτικές ηγεσίες των κρατών και έχουν εκβάλει από το σκοπό της πολιτικής το συμφέρον των κοινωνιών. Αυτό συμβαίνει όχι γιατί οι «αγορές» είναι πρωτογενώς παντοδύναμες, αλλά επειδή οι κοινωνίες παραμένουν εγκιβωτισμένες σε αξίες, σε θεσμούς και σε πολιτικές συμπεριφορές του 18ου αιώνα.
Με άλλα λόγια, η μεν οικονομία έχει ήδη μεταβεί στο μέλλον, ενώ οι κοινωνίες παραμένουν δέσμιες σε ένα παρελθόν που παρήλθε ανεπιστρεπτί. Έτσι ανατράπηκαν οι συσχετισμοί υπέρ των «αγορών». Οι κοινωνίες αργοπορούν να αντλήσουν τα αναγκαία συμπεράσματα για το πώς θα ανακτήσουν μια σχετική πολιτική επιρροή.
Όσο συμβαίνει αυτό, η μόνη αντιστασιακή παράμετρος που απομένει για να σφυρηλατήσει μια εναντίωση στην άλωση της πολιτικής τάξης από τις «αγορές» και να αναγκάσει την επαναφορά των πολιτικών του κράτους στο συμφέρον της κοινωνικής συλλογικότητας, είναι η πολιτισμική συνοχή της κοινωνίας των πολιτών που αντλεί δυνάμεις από την εθνική της συλλογικότητα.
Χορηγός συλλογικής ελευθερίας
Το έθνος, έτσι κι αλλιώς, είναι χορηγός πρωτογενούς συλλογικής ελευθερίας, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθούν οι λοιπές ελευθερίες, όπως η ατομική, η κοινωνική και η πολιτική. Γι’ αυτό οι αρχαίοι έλεγαν ότι χωρίς την πατρίδα ελεύθερη το άτομο ούτε ελεύθερο μπορεί να είναι ούτε να ευημερεί. Αντιλαμβάνονταν, όμως, το άτομο ως συστατικό μέρος της Πολιτείας όχι ως ιδιώτη.
Σήμερα, το πολιτικό σύστημα είναι δομημένο ως εκλόγιμη μοναρχία, που κατέχεται εξ ολοκλήρου από την πολιτική τάξη με τις κοινωνίες να διατηρούνται ερμητικά έγκλειστες στο καθεστώς της ιδιωτείας. Η διεθνής και η εγχώρια ελίτ διακρίνει ότι η μοναδική απομένουσα δύναμη αντίστασης είναι η εθνική συλλογικότητα. Γνωρίζει επομένως ότι εάν διαρρήξει την πολιτισμική συνοχή της κοινωνίας θα μείνει χωρίς αντίπαλο.
Η εθνική-πολιτισμική συνοχή είναι εκείνη που θα κινητοποιήσει τη σκέψη για να δημιουργήσει αντισώματα απέναντι στη στυγνή πραγματικότητα, η οποία κάνει τις κοινωνίες να αισθάνονται ότι είναι σε πολιτική αδυναμία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ελευθερία και την ευημερία τους.
Να ξέρετε ότι ένα πράγμα φοβούνται οι αγορές και οι ελίτ που τις διακινούν: την αξίωση των εθνικών κοινωνιών να γίνουν θεσμικές συνιστώσες του πολιτικού συστήματος. Να μεταβάλουν, δηλαδή, το πολιτικό σύστημα, από εκλόγιμη μοναρχία σε αντιπροσωπευτική Πολιτεία. Να μεταβούν από το έθνος του κράτους στο έθνος της κοινωνίας. Διότι τότε θα χάσουν το πλεονέκτημα της πολιτικής παντοδυναμίας.

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Γιώργος Κοντογιώργης, Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεοτερικότητα


Γιώργος Κοντογιώργης, Έθνος και «εκσυγχρονιστική» νεοτερικότητα
Γιώργος Κοντογιώργης
5 Αυγούστου 2018
753

Η αιτία της νεοελληνικής κακοδαιμονίας, τις συνέπειες της οποίας βιώνει για μια ακόμη φορά με επώδυνο τρόπο το ελληνικό έθνος, έχει βαθιές ρίζες στην ιδεολογία της εξάρτησης που έφερε μαζί του το νεοελληνικό κράτος και η οποία δεν είναι απλώς πολιτική. Το διακύβευμά της είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ιστορική ανάδυση και τη νομιμοποίηση της ηγεμονίας του Δυτικού Κόσμου στη νεότερη εποχή. Η οποία, διέρχεται ευθέως όχι από τη γενεαλογία της σχέσης του Ελληνισμού με το Νεότερο Κόσμο, αλλά από τη θέση που «όφειλε» να του αποδοθεί στην ταξινομία της κοσμοϊστορίας.
Στο πλαίσιο αυτό, το νεοελληνικό κρατικό μόρφωμα εκλήθη να αναλάβει έναν ρόλο αποδόμησης του μείζονος Ελληνισμού, απαξίωσης του ελληνικού παρόντος και αποκοπής του από τα ιστορικά του πεπραγμένα. Ο ρόλος αυτός, καθιστούσε απολύτως αναγκαία τη συγκρότηση μιας κρατικής διανόησης με βαθιά εγχαραγμένη την ιδεολογία μιας παραρτηματικής πρόσδεσης του ίδιου του Ελληνισμού στην Εσπερία. Ιδεολογία απόσχισης των μετα-ρωμαϊκών του πεπραγμένων (του Βυζαντίου και της τουρκοκρατίας) από την «αρχαιότητα».
Έχοντας εμποτισθεί βαθιά στον πυρήνα της σκέψης της η διανόηση αυτή –και δι’ αυτής η άρχουσα τάξη– με την ιδεολογία της ενιαίας «ιστορικής» ορθοταξίας και της ομόλογης ολιγαρχικής σκέψης, που επινόησε ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αναμενόταν να λειτουργήσει δίκην μεταπράτη ως αγωγός μετακένωσης του εσπεριανού κανόνα και ως χορηγός νομιμοποίησης της εξάρτησης του ελληνισμού στο άρμα του.
Όπως έχω επισημάνει από το 2006, στο διάβημα αυτό της κρατικής διανόησης «ελλοχεύει μια προσαρτηματική ή, για να γίνω πιο λιτός,  μηρυκαστική  λειτουργία». Αυτή η λειτουργία εισάγει την φασιστική αρχή της εθελοδουλίας σε μέτρο απαξίας οποιουδήποτε διανοητικού εγχειρήματος αποτολμήσει να διαφοροποιηθεί από τον ιδεολογικό ιδεότυπο αυτών «που στη Δύση καταγίνονται με την κατασκευή των μεθόδων και των σχημάτων της ιστορικής “επιστήμης”». Είναι οι περιπτώσεις των Φερνάν Μπροντέλ και του Ερικ Χομπσμπάουμ, μεταξύ των άλλων…
Οι ρήξεις με τον Ελληνικό Κόσμο
Το ζήτημα του έθνους δεν θα βρεθεί στο επίκεντρο του πολεμικού αυτού «διαλόγου» για λόγους ιστορικής περιέργειας. Θα βρεθεί επειδή συνέχεται με δύο κεφαλαιώδεις ρήξεις με την πρόοδο που διδάσκει ο Ελληνικός Κόσμος, τις οποίες διέπραξε η νεωτερική διανόηση. Η μια, αφορά στο περιεχόμενο των εννοιών που σημαίνουν τα κοινωνικά φαινόμενα, έναντι των οποίων προσήλθαν σε μια άνευ προηγουμένου ασέλγεια. Ασέλγεια που συνίστατο στην αποκένωσή τους από το περιεχόμενο που παρέλαβαν από την ολοκληρωμένη ανθρωποκεντρικά «αρχαιότητα» και την αναγόμωσή τους με το πρωτο-ανθρωποκεντρικό υλικό της νεωτερικότητας.
Η άλλη αφορά στην ανασκολόπιση της ελληνικής εξέλιξης, προκειμένου να παρεισαχθεί ο δυτικός φεουδαλικός Μεσαίωνας ως συνεκτικός κρίκος μεταξύ δύο ανθρωποκεντρικών περιόδων, της «αρχαιότητας» και της «νεωτερικότητας». Η ίδια η δυτική ιστοριογραφία ομολογεί με περισσή αυθάδεια ότι ανήγαγε τα πρότυπα της δυτικής φεουδαρχίας και του δυτικού δεσποτικού κράτους σε ερμηνευτικά εργαλεία, με τα οποία αναλύει τις κοινωνίες του παρελθόντος και της εποχής της, δηλαδή την κοσμοϊστορία. Χρειάσθηκε γι’ αυτό να σημανθεί το τέλος της «αρχαιότητας» τον 5ο αιώνα, να ανακηρυχθεί το Βυζάντιο ως «ξένος πολιτισμός», ξένος προς αυτήν, μολονότι θα το ταξινομήσει στον Μεσαίωνα, κυρίως, όμως, προς την «αρχαιότητα».
Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς ότι και οι δύο αυτές ρήξεις με την ελληνική κοσμοσυστημική πραγματικότητα έχουν ως επίκεντρο την παραδοχή ότι ο Ελληνισμός έπαψε να υπάρχει ως ιστορική οντότητα και κατ’ επέκτασιν ως συνέχεια, μετά τον 5ο αιώνα. Πολλώ δε μάλλον αφού δεν αποτέλεσε έθνος, στο μέτρο που εξ αποφάσεως αυτό εμφανίζεται μόλις τον 19ο αιώνα και ιδίως ότι αποτελεί επινόηση, δηλαδή τεχνητό δημιούργημα του νεωτερικού κράτους.
Για τη Δύση, η αποδόμηση αυτή της κοσμοσυστημικής ιστορικότητας του Ελληνισμού και η ανάγνωσή του με τα μάτια της δικής της εκδοχής της κοσμοϊστορίας, αποτέλεσε μια αναγκαία επιλογή για την τεκμηρίωση της ηγεμονίας της. Το εγχείρημα αυτό της επέτρεψε, επίσης, να οικειοποιηθεί τον Ελληνισμό, την «αρχαιότητα», χωρίς να υποχρεωθεί να αποδεχθεί το γνωσιολογικό φορτίο που φέρνει εξ αντικειμένου μαζί του. Αυτή η επιλογή δεν υπήρξε άδολη. Αποτέλεσε την εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για να αναδειχθεί η πρωτοτυπική ανωτερότητα και η ολοκληρωμένη δημοκρατική διάσταση της Εσπερίας.
Η οπισθοδρόμηση βαφτίστηκε εκσυγχρονισμός
Εάν, όμως, οι μαιανδρισμοί αυτοί της νεωτερικής «επιστήμης» εξυπηρέτησαν τον Δυτικό δρόμο προς την ηγεμονία, η εθελοδουλία της ελληνικής κρατικής διανόησης αποτέλεσε την κρίσιμη παράμετρο για τη δυσάρμοση της αιτιολογικής βάσης του ελληνικού προβλήματος. Με γνώμονα την επιλογή αυτή, η επιβολή στον ηττημένο Ελληνικό Κόσμο μιας ολικής οπισθοδρόμησης στις απαρχές της ομόλογης προς την νεωτερικότητα πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής του, ορίσθηκε σαν εκσυγχρονισμός.
Η κατάλυση των κοινών και της εταιρικής οικονομίας, αιτιολογήθηκε ως πράξη απόσεισης δύο καταλοίπων της φεουδαρχίας. Η κατάργηση της δημοκρατίας και η επιβολή αρχικά της απολυταρχίας και στη συνέχεια της εκλόγιμης μοναρχίας ως εξευρωπαϊσμός. Η αρχή της ενιαίας ολιγαρχικής σκέψης που δίδαξε ο διαλογιζόμενος για την έξοδο των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τη δεσποτεία Διαφωτισμός, ως το καταστάλαγμα της προόδου.
Ουδείς αναλογίσθηκε ότι ο εγκλεισμός αυτός της ελληνικής κοινωνίας στο σκοτεινό λαβύρινθο μιας αντιδραστικής γι’ αυτόν πολιτειακής θέσμισης, όπως εκείνη της νεωτερικότητας, θα λειτουργήσει εφεξής ως η κλεψύδρα στο δρόμο προς την ιστορική του αφάνεια. Μάλιστα, το μετρόσημο αυτό, η αριστερή καχεκτική ιδεολογία έσπευσε να περιβάλει με προοδευτική σήμανση.
Η διαλεκτική ανάδειξη των ερωτημάτων, που εγείρονται σχετικά με το διακύβευμα του έθνους και, περαιτέρω, για την ιδιαίτερη φύση και την εξελικτική συνέχεια του Ελληνισμού, αποκαλύπτει, κατά τη γνώμη μου, με ανάγλυφο τρόπο, την αιτιολογία του ελληνικού αδιεξόδου. Κυρίως, όμως, αποκαλύπτει το βάθος του αντιδραστικού όσο και ιδεολογικά μεταπρατικού χαρακτήρα της ελληνικής κρατικής διανόησης. Εν ολίγοις, της ευθύνης της για την ελληνική κακοδαιμονία.