Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Γιώργος Κοντογιώργης Ο πόλεμος του 1897 ο Δημήτρης Βικέλας

ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΟΥ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΙΣ ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Για την αιτιολογία του φαινομένου βλέπε τα έργα μου: (α) Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, εκδόσεις Πατακη, ιδίως τις σελίδες 689 επ.(η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα) και (β) 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, εκδόσεις Ιανός.

Ο πόλεμος του 1897 αξιολογείται από τον Δημήτρη Βικέλα ως το αποτέλεσμα του γενικότερου ελληνικού αδιεξόδου που παρήγαγε η σήψη του πολιτικού συστήματος με την ανάδειξη της «βουλευτοκρατίας» σε θεμελειώδη συντελεστή μιας απεχθούς εκδοχής του κράτους. Σταθερά της νεοελληνικής αυτής έκπτωσης αποτελεί η ολοκληρωτική ιδιοποίηση του κράτους από τους πολιτικούς του συντελεστές, η οποία εδράζεται στην λογική της εγκαθίδρυσης μιας αποσυλλογικοποιημένης, δηλαδή πελατειακής σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Αποτέλεσμα της ιδιοποίησης αυτής, είναι η μη ανταποκρισιμότητα της πολιτικής προς την κοινωνική προσδοκία και, σε ό,τι μας αφορά εδώ, η προβολή του κομματικού πατριωτισμού έναντι του εθνικού πατριωτισμού, η οποία υποδηλώνει τη διαχείριση του εθνικού ζητήματος υπό το πρίσμα της πολιτικής ιδιοτέλειας των φορέων του .
Θα επιχειρήσω, στο γενικό αυτό πνεύμα που διέπει τις προσεγγίσεις του Βικέλα για τον πόλεμο του 1897, να συστηματοποιήσω το σκεπτικό του, με βάση τους εξής άξονες:
(α) την απουσία στρατηγικής για την εθνική ολοκλήρωση,
(β) τις εκδηλώσεις που πιστοποιούν την ιδιοποίηση του κράτους από τους φορείς του,
(γ) την αναντιστοιχία μεταξύ διακηρυγμένης πολιτικής στόχευσης και πολιτικής βούλησης για την πραγμάτωσή της,
(δ) τη συγκεκριμενοποίηση των ευθυνών για την ήττα και
(ε) τις αντιλήψεις του Βικέλα για την έξοδο από την κρίση.


1. Η απουσία στρατηγικής για το εθνικό ζήτημα εντοπίζεται στο γεγονός ότι η επιλογή του πολέμου έγινε με γνώμονα εσωτερικούς δυναστικούς και κομματικούς υπολογισμούς και όχι με βάση την επεξεργασία πολιτικών που θα προετοίμαζαν τη χώρα γι’ αυτό.
Η απουσία αυτή στρατηγικής γίνεται εμφανής στον τρόπο που προσλαμβάνεται η θέση της χώρας στο μέσον της διεθνούς τάξης. «Η επελθούσα καταστροφή ίσως μας αναγκάσει να ενοήσομεν ότι δεν είμεθα μόνοι ημείς εις τον κόσμον, και ότι δεν δυνάμεθα να απολήξωμεν εις αποτελέσματα ευχάριστα άνευ συνενοήσεως είτε μετά των λοιπών κρατών της Ανατολής είτε μετά τίνος των Μεγάλων Δυνάμεων περιλαμβανούσης τον ελληνισμόν εις την τροχιάν της» .
Σχολιάζοντας τις θέσεις που υποστήριξε ο Ελβετός πολιτικός Νουμάς Δροζ σε συνομιλία που είχε μαζί του στις 28 Σεπτεμβρίου 1897, ότι δηλαδή «δεν βλέπει την ανάγκη να κλίνωμεν, χάριν στηρίγματος εις μιαν των Μεγάλων Δυνάμεων», θα υποσημειώσει: « Η Ελλάς χρεωστεί να εργασθεί μόνη, άνευ προσκολλήσεως εις μιαν ή άλλην Δύναμην, προς ανόρθωσίν της, και όταν κατορθώση τούτο θα επιζητηθή η σύμπραξίς της εις δοθείσας περιστάσεις» . «Φοβούμαι, θα προσθέσει, ότι ως προς τούτο ο Δροζ κρίνει περί Ελλάδος, ως εάν επρόκειτο περί της Ελβετίας. Τα συμφέροντα και αι αντιζηλίαι των Δυνάμεων ευρίσκουν εις την Ελλάδα στάδιον ενεργείας μεγαλύτερον» .
Αξιολογώντας μία προς μία την πολιτική των Δυνάμεων στο ελληνικό ζήτημα διαπιστώνει ότι εγγύτερη στα ελληνικά συμφέροντα την περίοδο αυτή ήταν η Αγγλία. «Κατά την ίδιαν μας κρίσιν, θα πει, το συμφέρον της Αγγλίας συνταυτίζεται με την ανάπτυξιν του ελληνισμού, αλλά χάριν αυτού δεν θα διακινδυνεύσει κανένα των πολλαπλών καθ’ όλη την υφήλιον συμφερόντων της». Η Γαλλία, που άλλοτε ήταν εγγύς της Ελλάδος, σήμερα «ακολουθεί την πολιτική της Ρωσίας», η οποία με τη σειρά της μας «απεξήρυξε χάριν των σλαβικών φυλών και δε φαίνεται εύνους ουδαμώς προς το ελληνικόν στοιχείον» . Τέλος η Γερμανία έχει συνταχθεί απολύτως με την Τουρκία.
Ο Βικέλας είναι πεπεισμένος ότι δεν επιτρέπεται στην Ελλάδα η πολυτέλεια να μην προσκολληθεί, όπως λέγει, δηλαδή να μην επωφεληθεί από εκείνη των Δυνάμεων από την οποία να ηδύνατο «περισσότερο να ελπίσει εις το μέλλον» . Οπωσδήποτε, υπογραμμίζει, σε καμία περίπτωση η Ελλάς δεν μπορεί να ενεργεί «μόνη και εναντίον της θελήσεως της Ευρώπης» . Η επισήμανση αυτή αφήνει σαφώς να διαφανεί ότι, κατά τον Βικέλα, η διαμόρφωση της ελληνικής πολιτικής στο εθνικό ζήτημα πρέπει να κατατείνει στη συνάντηση του ελληνικού συμφέροντος με εκείνα των Δυνάμεων, επωφελούμενη ωστόσο από τους ανταγωνισμούς τους. Ο συμβιβασμός, στο πλαίσιο αυτό, αξιολογείται ως ενδεδειγμένη επιλογή εφόσον εγγράφεται σε μια στρατηγική προετοιμασίας της χώρας και ύφανσης ερεισμάτων στις διεθνείς σχέσεις, για την τελική επίτευξη του εθνικού στόχου. Ο συμβιβασμός, κατά τη διαχείριση ενός εθνικού ζητήματος, μπορεί, υπό την έννοια αυτή, να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός, από την άκαμπτη μεγιστοποίηση της αξίωσης. Η περίπτωση του κρητικού ζητήματος είναι χαρακτηριστική. Ο Βικέλας εναντιώνεται προς όλους εκείνους που επιδίωκαν την εφάπαξ ικανοποίηση του εθνικού αιτήματος για την ένωση, καθώς εκτιμά ότι είναι από μόνη της ικανή να απολήξει στο χειρότερο για την Ελλάδα αποτέλεσμα . «Η λύσις του κρατικού και παντός άλλου ελληνικού ζητήματος δεν εξαρτάται από ημάς και μόνους…. Εάν είχαμεν ανέκαθεν πολιτικήν προπαρασκευάζουσαν τα μέσα προς έγκαιρον ενέργειαν, είχαμεν συνεννοήσεις ή συμμαχίας, τα πράγματα θα έβαιναν καλύτερον και εις προηγούμενας περιστάσεις και σήμερον» . Εξού και συντάσσεται με την ιδέα της “ηγεμονίας υπό τον πρίγκιπα Γεώργιον” στο κρητικό, θεωρώντας ότι η μεν ένωση είναι ανέφικτη, οι δε άλλες λύσεις θα είναι πολύ χειρότερες: όπως η επικυριαρχία των ξένων, της οποίας ή απαλλαγή θα ήτο δυσχερεστέρα και αυτού του τουρκικού ζυγού”
Η απουσία στρατηγικής στο εθνικό ζήτημα φέρνει τον Βικέλα στο κυρίως ζήτημα που συγκροτεί την διακρίνουσα σταθερά του ελληνικού κράτους: Η σταθερά της ελληνικής πολιτικής ζωής εστιάζεται στο γεγονός ότι η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής γίνεται με γνώμονα τις προτεραιότητες του εσωτερικού πολιτικού πεδίου και του ιδίου συμφέροντος των κομμάτων και της δυναστείας. Η παράμετρος αυτή εξηγεί τόσο την απουσία στρατηγικής στο εθνικό ζήτημα, όσο και ειδικότερα τη μεγιστοποίηση των σχετικών διεκδικήσεων, η οποία συνδυάζεται, προφανώς, και με το γεγονός ότι δεν αποδίδει τη βούληση της άρχουσας τάξης. Με άλλα λόγια, η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν συνεκτιμά τη θέση της χώρας στους διεθνείς συσχετισμούς ούτε αντιστοιχείται με μια ανάλογη προς το διακύβευμα προετοιμασία, προκειμένου να δυνηθεί να φέρει σε πέρας το εθνικό εγχείρημα.
Στην πρώτη περίπτωση υφέρπει η ελληνική σταθερά, η οποία παραθεωρεί ότι οι διακρατικές σχέσεις διαμορφώνονται με γνώμονα όχι τις εκλογικές προτεραιότητες, αλλά τη δύναμη. Στη δεύτερη περίπτωση ο Βικέλας αναφέρεται ευθέως στον πυρήνα του ελληνικού αδιεξόδου: « Η σημερινή μας αθλιότις είναι τόση, ώστε φαίνεται γελοία πάσα σκέψις περί εξωτερικής πολιτικής … Μόνη η εσωτερική μας ανόρθωσις δύναται να επιτρέψη σκέψεις τοιούτου είδους. [Αλλ’ όμως] η εσωτερική μας ανόρθωσις είναι έργον χρόνου πολλού, η δε διαρρύθμισις της Ανατολής [του Ανατολικού ζητήματος] ημπορεί να επέλθει ταχύτερον ή όσον φαίνεται σήμερον πιθανόν» .

2. Κατά τον Βικέλα το πραγματικό πρόβλημα της χώρας είναι η καθυπόταξη του κράτους στη «βουλευτοκρατία», οι προεκτάσεις της στο πεδίο της συναλλαγής, σε συνδυασμό με το κενό που προκαλούσε η “ανάμιξη του στρατού εις την πολιτική» και τον εκφαυλισμό του βασιλικού περιβάλλοντος.
Δεν προκύπτει ότι ο Βικέλας έχει επίγνωση των αιτίων της ιδιαιτερότητας αυτής του ελληνικού προβλήματος ούτε τον απασχολεί. Αρκείται να διαπιστώσει την ασθένεια, την οποία αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο: «η σαρξ της πολιτείας μας, θα πει, είναι η βουλευτοκρατία» . Το ελληνικό αδιέξοδο εντοπίζεται στη «βουλευτοκρατία» καθόσον αυτή υποβιβάζει το κράτος σε λάφυρο των κομμάτων και του σκοπού τους, έτσι ώστε να μην ανταποκρίνεται ούτε στην εθνική ούτε στην κοινωνική προσδοκία. Σχολιάζοντας το γόητρο που απέκτησε η Εθνική Εταιρία θα υπογραμμίσει με έμφαση ότι αυτή ενσάρκωσε το αίτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, το οποίο παρόλες τις διακηρύξεις δεν ενδιέφερε ουσιαστικά την πολιτική τάξη. «Αληθής δύναμίς της ήτο, ότι εξεπροσώπη το εθνικόν φρόνημα, το οποίον αι αλλεπάλληλαι κυβερνήσεις της Ελλάδος είχαν αποναρκώσει περιορίζουσαι την πολιτικήν εις εσωτερικόν κομματισμόν και εις ευτελή προσωπικά ζητήματα» .
Είναι προφανές ότι ο Βικέλας περιγράφει, με τον δικό του τρόπο, την αναντιστοιχία μεταξύ της διακηρυγμένης από το νεοελληνικό κράτος αρχής της Μεγάλης Ιδέας και της απουσίας πολιτικής βούλησης και πολιτικών για την υλοποίησή της. Αναντιστοιχία που, με διαφορετική διατύπωση, αναδεικνύει το μείζον γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία απελευθερώθηκε από ένα κράτος εθνικής κατοχής για να υποβληθεί σε ένα εθνικό κράτος πολιτικής κατοχής. Δεν είναι του παρόντος η ανάλυση του φαινομένου .
Έχει ενδιαφέρον, εντούτοις, να προσεχθεί ότι στο τέλος του 19ου αιώνα η αιτία του φαινομένου δεν μεταφέρεται στο προ-εθνοκρατικό παρελθόν του ελληνισμού, καθώς αυτό δεν είναι απλώς πρόσφατο. Βιώνεται στον περύγυρό του, στο πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και γι'αυτό δεν προσφέρεται για σύγκριση, αφού η υπεροχή του έναντι της κοινωνίας του νεοελληνικού κράτους είναι συντριπτική. Εστιάζεται ευθέως στο παρόν του νεοελληνικού κράτους, το οποίο είναι εμφανές ότι κατατείνει ουσιαστικά να “συσκευάσει” τον ευρύτερο ελληνισμό στα μέτρα του. Η ενοχοποίηση του προ-εθνοκρατικού παρελθόντος θα συμβεί πολύ αργότερα, ιδίως από τα μέσα του 20ου αιώνα, όταν θα επιχειρηθεί να οικοδομηθεί με όρους μοναδικότητας στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, η ιδεολογία του έθνους-κράτους. Στο πλαίσιο αυτό, η σύγκριση του νεοελληνικού κράτους θα επικεντρωθεί στις αναλογίες των λειτουργιών του έναντι του δυτικο-ευρωπαϊκού ομολόγου του για να διαπιστωθεί ότι οι αποκλείσεις του από το “πρότυπο” δεν βαρύνουν το ίδιο και το πολιτικό προσωπικό, αλλά το παρελθόν που κληροδότησε τις ενσταλλαγμένες νοοτροπίες στην ελληνική κοινωνία του κράτους-έθνους. Η ενοχοποίηση της οθωμανοκρατίας και του Βυζαντίου θα αποτελέσει εφεξής το επιχείρημα δυνάμει του οποίου η ευθύνη για τις δυσμορφίες του κράτους και την ιδιοποίηση των πολιτικών του θα βαρύνει την κοινωνία και όχι το ίδιο.
Ώστε, ο Βικέλας και οι συγκαιρικοί του είχαν άμεση αντίληψη των πραγματικοτήτων του νεοελληνικού κράτους καθώς βίωναν συγκριτικά με τον ελληνικό κόσμο το πρόβλημα του νεοελληνικού κράτους και τις συνέπειές του. Γνωρίζει ότι ο ελληνικός στρατός, εβδομήντα περίπου χρόνια μετά την ανεξαρτησία του κράτους, στις παραμονές του πολέμου, που υποτίθεται ότι απέβλεπε στην εμπραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας, αριθμούσε μόλις 14.000 στρατιώτες, με αξιωματικούς οι οποίοι εστερούντο πλήρως κάθε «πείρας διοικήσεως» και δυνατότητας «σύλληψης και εκτέλεσης στρατηγικών σχεδίων» . Ο Βικέλας αναφέρεται στην “έλλειψη πάσης εν γένει στρατιωτικής παρασκευής». Οι «σταρτιώται προσήρχοντο απέναντι του εχθρού ανένδυτοι, ανυπόδητοι, ως επί το πολύ αγύμναστοι». «Δεν είχε ληφθεί ουδεμία πρόνοια περί σχηματισμού κέντρων [εκπαίδευσης και στρατοπέδων]… ούτε υγειονομικό οργανισμός υπήρχεν, ούτε επιμελητήρια» .
Ο Βικέλας επικαλείται πολλές μαρτυρίες που επιβεβαιώνουν το κλίμα αυτό . Αποδίδοντας τις πραγματικότητες της εποχής ο βιογράφος του Βικέλα συνοψίζει ότι “οι έφεδροι προσήλθον αθρόοι και μετ'ενθουσιασμού, αλλ'ούτε στολάς, ούτε εξάρτυσιν, ούτε καταλύματα, ούτε οπλισμόν και εφόδια επαρκή είχεν η Κυβέρνησις να τους δώση, και πλήρεις ήσαν αι πλατείαι και οι οδοί των πόλεων προσελεύσεως από τοιούτους φέροντας τας ιδίας αυτών πολιτικάς ενδυμασίας, ασυντάκτους, αέργους, μη εξασκουμένους....Φόβος ήτο μη αρχίσουν να λιποτακτούν, επιστρέφοντες εις τα χωρία των, αφού έβλεπον ότι αδίκως εγκατέλειπον τας εργασίας των και έπασχεν οικονομικώς διττώς η χώρα” .

3. Θα επικαλεσθώ, εντούτοις, μια ειδικής σημασίας μαρτυρία, η οποία μας εισάγει ακριβώς στον πυρήνα του ελληνικού προβλήματος, στην πολιτική. Στην προσπάθειά του να βρει τρόπο να οργανώσει στο μέτωπο μια νοσοκομιακή μονάδα ο Βικέλας απευθύνθηκε στον Υπουργό των Ναυτικών . Ιδού πως περιγράφει τη διαχείριση του πολέμου από τον πολιτικό προϊστάμενο: «Οι διάδρομοι του Υπουργείου ήσαν πλήρεις εθελοντών. Ήρχοντο να καταγραφούν ως εργάται θαλάσσης…. Ο υπουργός εκάθητο, περικυκλωμένος από εθελοντάς ορθίους περί την τράπεζάν του. Κατέγραφεν ιδιοχείρως το όνομα εκάστου και έγραφε τας λοιπάς εντυπώσεις… Έμενα εκεί, θεατής της παραδόξου σκηνής, απορών πώς ο Υπουργός των Ναυτικών, εν τω μέσω των περιστάσεων εκείνων, εδαπάνα χρόνον πολύτιμον εκτελών έργον υπαξιωματικού» . Αξίζει να αναφερθεί η περιγραφή της σκηνής, που ακολούθησε την επομένη, όταν ο Βικέλας, από κοινού με τους Λέωντα Μελά και Γεώργιο Στρέιτ, επανήλθε στον Υπουργό για την εξεύρεση λύσης στο αίτημά του: “Την εσπέραν της επιούσης νέα εις το υπουργείον επίσκεψις. Ήτο η αποφράς ημέρα ότε ήλθεν η είδησις της εις Λάρισσαν πανωλεθρίας. Εις τον προθάλαμον....ηρώτησα μετά συστολής υπάλληλον εαν δυνάμεθα να ίδωμεν τον κύριον υπουργόν. Δεν προχωρείς χωρίς να ερωτάς, λέγει ο υπαξιωματικός....Μέσα είναι βαρκάρηδες και συστέλλεσαι συ να έμβης!...Λυπηρά νέα σήμερον κύριε υπουργέ, είπα. Ο υπουργός ήρχησεν, ως να ηγόρευεν εις την Βουλήν ή εκ του εξώστου του προς συνάθροισιν εκλογέων....' Φίλε μου, αδίκως ο κόσμος αποθαρρύνεται. Εις την Θεσσαλίαν έχομεν στρατόν επαρκή προς άμυναν. Εις την Ήπειρον προοδεύομεν. Η Ανατολική μοίρα του στόλου έλαβε διαταγάς, των οποίων τα αγαθά αποτελέσματα θα γίνουν προσεχώς γνωστά, εις δε την Δυτικήν μοίραν έδωκα διαταγάς να ενσπείρει τον τρόμον...'. Διέκοψα τον υπουργόν δια να υποβάλω μετά λύπης, ότι τον τρόμον θα ενσπείρομεν εις πληθυσμούς ομοεθνείς'. Ας υποφέρουν και αυτοί, απήντησεν ο υπουργός. Το έθνος ολόκληρον υποφέρει αγωνιζόμενον προς απελευθέρωσίν των!'. Δεν είπα τίποτε,...[μόνο] εσκέφθην τι έχουν να πάθουν οι κάτοικοι των υπό την Τουρκίαν νήσων και παραλίων εαν οι χθες στρατολογηθέντες σταλούν ως αγήματα προς απελευθέρωσίν των, και τι κατόπιν από τους Τούρκους μετά την αποχώρησιν των ελευθερωτών των! Η δε Ανατολική Μοίρα, ηρώτησα, πού ευρίσκεται; 'Δεν ηξεύρω, απεκρίθη! ...Μου έρχεται, λέγει, να στείλομεν ατμόπλοιον προς ανεύρεσιν του στόλου. Δίδω και δέκα χιλιάδας δραχμάς προς τούτο!'. [Κατώτερος αξιωματικός που παρευρίσκετο στη συνομιλία τού υπέδειξε εντούτοις ότι] αρκεί να σταλή τηλεγράφημα εις την Σκιάθον, αντί ατμοπλοίου προς ανεύρεσιν του στόλου”. Αφού περιγράφει πολλές ακόμη ανάλογες σκηνές, ο Βικέλας απεικονίζει την τρίτη μέρα της επίσκεψής του στο υπουργείο. Και πάλι αναμονή στο ίδιο κλίμα: “Έπειτα ήλθεν η σειρά μας. Πολύ προσεχώς θα έχωμεν το ατμόπλοιον [τον διαβεβαίωσε ο υπουργός]. Εις την σειράν της ομιλίας ο υπουργός παρεπονέθη πικρώς δια την ποιότητα των υπαλλήλων. Υπό το κράτος του πανικού τινές εξ αυτών παρήτησαν την θέσιν των. 'Υπάλληλοι δημόσιοι είναι αυτοί!..'. Δεν εκρατήθην και ανέκραξα: 'Πώς θέλετε να έχωμεν υπαλλήλους συναισθανομένους το καθήκον των, αφού διορίζονται όπως τους διορίζετε!.. Ο υπουργός ούτε γρυ απήντησε...Μετά πάσαν επίσκεψίν μου εις το υπουργείον απεσυρόμην με τα γόνατα τρέμοντα και την καρδίαν σφιγμένην. Δεν ήσαν όσα έβλεπον αρκούσα απόδειξις των αποτυχιών μας;”

4. Η καθυπόταξη αυτή του κράτους και των πολιτικών του στις προτεραιότητες της «βουλευτοκρατίας», εξηγεί κατά τον Βικέλα και το γεγονός του πολέμου του 1897. Ο πόλεμος για την εθνική ολοκλήρωση, θα αναγνωρίσει, δεν ήταν στις προτεραιότητες της πολιτικής/κομματικής ηγεσίας, ούτε του θρόνου. Εντούτοις, όλοι μαζί, ευρεθέντες αντιμέτωποι με το λαϊκό αίσθημα, που απέδιδε στην οργή της κοινωνίας για το τέλμα στο οποίο είχε περιέλθει το εθνικό ζήτημα, και ανταγωνιζόμενοι την Εθνική Εταιρία, που το εξέφρασε, συντάχθηκαν με την ιδεά του πολέμου, μολονότι εγνώριζαν ότι, επειδή είχαν αφήσει τη χώρα απαράσκευη, η ήττα ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη.
Η «εντός της Βουλής αντιπολίτευσις, προεξάρχοντος του Ράλλη» «εξώθησεν το έθνος εις πόλεμον» «φοβερίζοντας ότι δια να τον κηρύξει θα τεθεί επικεφαλής του λαού» . Η κυβέρνηση, επίσης, επέδειξε δειλία και ανευθυνότητα, καθώς προέταξε το κομματικό συμφέρον και παρασύρθηκε. Αναφερόμενος στην προσπάθεια όλων, μετά την ήττα να μεταθέσουν την ευθύνη στην Εθνική Εταιρία, αναδεικνύει το κενό πολιτικής που συνόδευε αναπόφευκτα την “βουλευτοκρατία”. Υπογραμμίζει συγκεκριμένα: “εαν υπήρχε κυβέρνησις αληθής εαν ελειτούργη ο Νόμος, εαν επεκράτει συναίσθησις ηθικής, ούτε Εθνική Εταιρία θα ιδρύετο, ούτε όσα άλλα έκτροπα μας έφεραν εις την παρούσα ελλεεινότητα” . Από την αξιολόγηση αυτή που προσάπτει στην πολιτική τάξη ότι ο πόλεμος υπήρξε το αποτέλεσμα της ιδιοποίησης του κράτους από την πολιτική τάξη και, κατ'επέκταση, της εκτροπής του από τον σκοπό της εξυπηρέτησης του κοινού συμφέροντος, εγγράφει και τον βασιλέα. Και αυτός ενηγγαλίσθη, κατά τον Βικέλα, για ιδιοτελείς λόγους την λαϊκή προσδοκία για το εθνικό ζήτημα και εξώθησε την χώρα απαράσκευη στον πόλεμο. Ακριβώς αυτό το κενό πολιτικής οδήγησε εντέλει στην εσφαλμένη εκτίμηση για τη στρατηγική των Δυνάμεων.
Έχει ενδιαφέρον να προσεχθούν οι εκτιμήσεις των κυβερνώντων που τους οδήγησαν στην απόφασή τους: Τόσο η κυβέρνηση Δεληγιάννη όσο και ο Βασιλιάς, προσήλθαν στον πόλεμο έχοντας τη βεβαιότητα ότι οι Δυνάμεις θα απέκλειαν την Ελλάδα και έτσι είτε θα απετρέπετο ο πόλεμος (ο Βασιλιάς) είτε θα περιοριζόταν σε μια υπόθεση ολίγων ημερών. “Ο βασιλεύς, θα υπογραμμίσει ο Βικέλας, ήτο πεπεισμένος ότι θα επέλθη αποκλεισμός» .
Ελπίζετο ότι έτσι θα εκτονώνετο η κατάσταση και οι συντελεστές της πολιτείας όχι μόνο δεν θα εισέπρατταν το κόστος της αναχαίτισης της λαϊκής οργής ή της ομολογίας για την αδιαφορία τους να προετοιμάσουν τη χώρα για τη διαχείριση του εθνικού ζητήματος, αλλά θα καρπωνόταν και τη δόξα του εγχειρήματος. Η οργή θα εστρέφετο προς τις Δυνάμεις που δεν θα επέτρεπαν για μια κόμη φορά την απελευθέρωση των υπόδουλων αδελφών.
Στο σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να προσέξει κανείς πώς ο Βικέλας αντιμετωπίζει τον θρόνο. Θεωρεί τη φιλοπόλεμη στάση του Γεωργίου καθοριστική για την εμπλοκή της χώρας. Τηρεί απολύτως κριτική στάση απέναντί του στο ζήτημα αυτό. Πρώτον, διότι ουσιαστικά εξήγγειλε και εξώθησε τη χώρα σε πολεμική εμπλοκή. «Ο βασιλεύς εφοβέριζε την Ευρώπην διακηρύττων ότι θα τεθεί επικεφαλής τριακοσίων χιλιάδων Ελλήνων … [και] εξήπτε δια των λόγων του τον ενθουσιασμόν του λαού, [ενώ] είχε τη βεβαιότητα ότι πόλεμος δεν θα γείνη» . Δεύτερον, διότι απέστειλε στην επαναστατημένη Κρήτη στρατιωτικό άγημα υπό τον Βάσσο «προς κατάληψιν της νήσου επ’ ονόματι του υψηλού του κυρίου» [εν προκειμένω του Βασιλέα] . Τρίτον, διότι «ο βασιλεύς εξαρχής ηθέλησε να συγκεντρώσει την διεξαγωγήν του πολέμου εις χείρας του εκλέγων προς τούτο ανθρώπους της εμπιστοσύνης του».
Ο Βικέλας επισημαίνει ότι έπραξε τούτο ο Βασιλεύς μολονότι κατά το Σύνταγμα την πολιτική ευθύνη του εγχειρήματος την είχε ούτως ή άλλως η κυβέρνηση. «Ταύτα και πολλά άλλα επέσυραν επί [της] κεφαλής του ανεύθυνου άρχοντος το βάρος των σφαλμάτων και αποτυχιών, το οποίον μόνο τους υπεύθυνους υπουργούς έπρεπε να βαρύνει”. Όμως, “ανεχόμενοι την δράσιν του θρόνου οι υπουργοί και προπάντων ο πρωθυπουργός, ανελάμβαναν αυτοί πάσαν την ευθύνην”.
Προσάπτει μάλιστα πολλαπλή ιδιοτέλεια στο βασιλέα: « Επιμένω φρονών ότι ο βασιλεύς ευρισκόμενος απέναντι διπλού κινδύνου ή πολέμου εξωτερικού ή ανατροπής εσωτερικής, εθεώρησε το πρώτον ως ολιγώτερον ολέθριον του δευτέρου, και αν ακόμη ο πόλεμος αποβεί ατυχής» . Ο ίδιος ο Βικέλας εύχεται να μη συμβούν τώρα και τα δύο αν και εκτιμά ότι “και τον πόλεμον ηδυνάμεθα ν’αποφύγωμεν στα της αποδοχής της αυτονομίας της
Κρήτης, και τον κίνδυνον της ανατροπής των καθεστώτων ν’αποσοβήσωμεν» . Πέραν αυτού ο Βικέλας προσάπτει στον βασιλέα ότι προχώρησε στη διοργάνωση του πολέμου κατά τρόπο που απέβλεπε αποκλειστικά στον προσπορισμό δόξας από το θρόνο και το Διάδοχο. Όρισε ως αρχιστράτηγο τον απειροπόλεμο Διάδοχο και γύρω του ως “συναρχηγούς, υπαρχηγούς ή επιτελάρχες” «τέως αυλικούς» οι οποίοι ούτε τη γνώση του πολέμου είχαν ούτε το Διάδοχο μπορούσαν να προστατεύσουν.
Έχει ενδιαφέρον να προσέξει κανείς την εξήγηση που δίδεται στην επιλογή αυτή του Γεωργίου: «Αφού ενόμισεν ο βασιλεύς ότι εξησφαλίσθη εις τας Αθήνας η δημοτικότης του, δια της κηρύξεως [του] πολέμου, εις τον οποίον δεν είχε σκοπόν να καταλήξη, ηθέλησε να προσπορίση ίσην ή και μεγαλυτέραν δημοτικότητα εις τον πρωτότοκόν του, και τον προεχείρισεν αρχηγόν στρατού, προωρισμένου να μην πολεμήση. Ο βασιλεύς και η κυβέρνησίς του εχάραξαν το πρόγραμμά των επί τη βάση του προσδοκώμενου αποκλεισμού υπό των Μεγάλων Δυνάμεων…. Ο βασιλεύς ούτε εφαντάζετο ότι οι υιοί του θα παρασταθούν ποτέ εις μάχην» .
Σε επίρρωση της βεβαιότητας του Βικέλα ότι για τον Γεώργιο ο πόλεμος του 1897 απέβλεπε, απ’ αρχής μέχρι τέλους, στο συμφέρον του θρόνου και δεν είχε εθνικό στόχο αναφέρεται στον τρόπο διαχείρισης των επιχειρήσεων. «Εις την Θεσσαλίαν, θα υποστηρίξει, υπερίσχυσεν, ως φαίνεται φροντίς μη αιχαμαλωτισθεί ο Διάδοχος. Άλλως δεν εξηγείται ο διαρκής φόβος της υπερφαλαγγίσεως, ένεκα του οποίου απεφασίσθησαν αι αλλεπάλληλαι υποχωρήσεις, μέχρι των Θερμοπυλών» . Την ίδια ερμηνεία δίδει και στην εντολή ο στόλος να εφορμισθεί στον Παγασητικό αφήνοντας αφρούρητα το Αιγαίο και τον Πειραιά , ή μη αντιμετωπίζοντας το ενδεχόμενο μιας απόβασης στα νότα του εχθρού.

5. Έχει σημασία να διευκρινισθεί ότι η αυστηρή αυτή κριτική στις επιλογές του θρόνου προέρχεται από έναν άνθρωπο, ο οποίος όχι μόνο δηλώνει θιασώτης της βασιλείας, αλλά και που, καθόλο το διάστημα μετά την ήττα, διακατέχεται από την αγωνία μήπως επικρατήσουν οι αντι-δυναστικές δυνάμεις και ανατραπεί η μοναρχία . Η αγωνία αυτή του Βικέλα υπαγορεύεται κυρίως από την εκτίμηση ότι ο συνδυασμός της ήττας με τον “εσωτερικό κλωνισμό” θα φέρει την πλήρη καταστροφή. «Εάν ως συνέπεια του πολέμου επέλθη και κλονισμός εσωτερικός τότε ο όλεθρος [θα είναι] πλήρης και βέβαιος. Πάσχομεν ακόμη εκ του κλονισμού της μεταπολιτεύσεως του 1862, της ακινδύνου εν συγκρίσει προς την επαπειλούμενην σήμερον ανατροπήν. Τοιαύτη ανατροπή υπό τας παρούσας περιστάσεις, με τον εχθρό εισέτι επί του εδάφους μας, θα ήτο καταστροφή εκ της οποίας δεν βλέπω πώς και πότε θα ήτο δυνατόν να ανακύψωμεν” . Πρωταρχικά διότι δεν θα εγίνετο αποδεκτή από τις ευρωπαϊκές απολυταρχίες. Επίσης διότι “δια της Δυναστείας μας ίσως δυνηθώμεν να ελαττώσωμεν το επαχθές των επιβεβλημένων όρων της ειρήνης” .
Από το σύνολο του προβληματισμού που επικαλείται ο Βικέλας υπέρ της διατηρήσεως της μοναρχίας, προκύπτει η βεβαιότητά του ότι η πολιτική ηγεσία είναι ολοκληρωτικά απαξιωμένη, ώστε να μη διαθέτει την αναγνωρισιμότητα και το κύρος που θα της επέτρεπαν να διαπραγματευθεί με τις Δυνάμεις το εθνικό ζήτημα. Θεωρεί επομένως τον Γεώργιο ως τον μόνον εκπρόσωπο της χώρας που λόγω της συγγένειάς του με τους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης μπορεί να εισακουσθεί από τις Δυνάμεις. Συγχρόνως αναλογίζεται ότι ως εναλλακτική λύση στη μοναρχία προβάλλει ο εφιάλτης της «βουλευτοκρατίας» και ο κίνδυνος να προστεθεί σ’αυτήν η «στρατοκρατία». Και τότε «αλοίμονον»!
Αντιμέτωπος με τους κινδύνους αυτούς που έφεραν το έθνος πίσω στην εποχή της επανάστασης του 1821 , διερωτάται για το μέλλον. Αναζητά τον άνθρωπο που θα ανορθώσει τη χώρα, τον οποίον δηλώνει ότι δεν τον διακρίνει στον ορίζοντα. Μολονότι είναι πεπεισμένος ότι η μεταβολή των θεσμών είναι επιβεβλημένη, διδάσκει πως η επίλυση του ελληνικού πολιτικού προβλήματος δεν μπορεί να επέλθει παρά μόνο μέσω μιας ισχυρής προσωπικότητας. “Δεν βλέπω πώς θ'αλλάξουν δια μιας οι άνθρωποι με την μεταβολήν των θεσμών, ενόσω δεν αναφαίνεται ο άνθρωπος ο οποίος θα επιβληθεί δια να μας διορθώσει. Τον άνθρωπον δε αυτόν δεν τον βλέπω. Ο χρόνος ημπορεί να φέρει διόρθωσιν. Αλλ'εν τω μεταξύ τι θα γείνη το δυστυχές τούτο κράτος;” . Ο ίδιος εισηγείται στον βασιλέα Γεώργιο την διόρθωση των θεσμών . Εντέλει όμως δεν φαίνεται να ελπίζει πολλά από αυτόν, καθώς διαπιστώνει ότι δεν έχει τη σχετική βούληση. Ακόμη και η επιλογή των αυλικών και των συνεργατών του, θα υπογραμμίσει με απογοήτευση, γίνεται σταθερά με γνώμονα την κολακεία .
Πεπεισμένος για το αδιέξοδο στο οποίο ευρίσκετο ο ελληνισμός στο τέλος του 19ου αιώνα, διερωτάται «μήπως πρέπει να ευχώμεθα να επανέλθωμεν όπου ευρισκόμεθα προ ετών, προτού εφαρμοσθεί η αρχή της δεδηλωμένης και καθιερωθεί η παντοδυναμία του εκάστοτε αρχηγού της πλειοψηφίας ; Κατά την εποχήν εκείνην παρεπονούμεθα δια την πληθύν των κομμάτων και δια το εφήμερον των κυβερνήσεων. Έκτοτε απεκτήσαμεν δυο μόνα κόμματα αντιμαχόμενα και αντιπράτοντα, και επιζητούντα δια της συναλλαγής την συγκράτησιν της πλειοψηφίας των και την διατήρησίν των εις την Αρχήν. Τα αποτελέσματα απέβησαν τόσον οδυνηρά, ώστε κατήντησεν επιθυμητόν το πρώην καθεστώς. Δια του πολλαπλασιασμού των κομμάτων δύναται τουλάχιστον να ενισχυθή η βασιλεία».
Ο Βικέλας διαλογίζεται προφανώς στο ζήτημα της παθογένειας του ελληνικού πολιτικού προβλήματος χωρίς εντούτοις να εξέρχεται από το διακύβευμά της. Η σκέψη του παραμένει διορθωτική, είτε εστιάζεται στην αναζήτηση του ανδρός που θα έβγαζε τον τόπο από το αδιέξοδο είτε υπό το πρίσμα “της ανάγκης μεταρρυθμίσεως του πολιτεύματος” .
Εντούτοις, παρά τη μετριοπαθή αυτή προσέγγιση του θεσμικού προβλήματος, ο Βικέλας δεν αναμένει να επέλθει η παραμικρή μεταρρύθμιση. Διατηρεί την απαισιόδοξη, κατά τα λοιπά, βεβαιότητα ότι με την πάροδο του κινδύνου η πολιτική ζωή «θα λάβη τη συνήθη απεχθή μορφήν βουλευτικής εκλογής…. Ο κομματισμός θα εξακολουθήση να επισκιάζη τον πατριωτισμόν, η δε συναίσθησις της επιβαλομένης επανορθώσεως των καθ’ημάς δεν θα υπερνικήση την σκέψιν περί ευτελών συμφερόντων …» .
Εν κατακλείδι, ο Βικέλας δεν φαίνεται να διακρίνει ότι η γενική αρχή που διατείνεται πως από την καταστροφή θα ήταν δυνατόν να προέλθει η ανόρθωση, έχει εφαρμογή στην περίπτωση της Ελλάδας. Μπορεί όμως να ειπωθεί ότι απέδωσε ένα κάποιο αποτέλεσμα στις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, πριν απολήξει δια χειρός της “βουλευτοκρατίας” στη Μικρασιατική καταστροφή.
Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να ειπωθεί ότι η σταθερά της κομματοκρατίας εξακολουθεί να υπαγορεύει τις πολιτικές του κράτους, να χαρακτηρίζει δηλαδή την φύση του πολιτικού συστήματος της χώρας μέχρι τις μέρες μας. Και τούτο διότι, όπως έχουμε εξηγήσει αλλού, η αιτιολογική της βάση, παραμένει ανάλλακτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: