Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Γ.Κοντογιώργης, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, 2009. Απόσπασμα του βιβλίου 1.

α. Η πολιτική διάσταση της χρηματοπιστωτικής κρίσης ή η ομηρία του κράτους


Η συμπεριφορά των νέων στοχοποιούσε συνολικά το κοινωνικό και πολιτικό κατεστημένο της νεοτερικότητας, μακριά από ταξικό/ιδεολογικές ή κομματικές αφετηρίες. Διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι η στοχοποίηση αυτή δεν εμπεριείχε ως γινόμενο την αμφισβήτηση των θεμελίων του κοινωνικοοικονομικού και πολιτικού συστήματος, αλλά τις πολιτικές του. Μάλιστα, οι αιτιάσεις τους εστιάζονταν σε συγκεκριμένες εφαρμογές των πολιτικών του κράτους και, υπό μια έννοια, στις επιπτώσεις της γενικότερης κρίσης, όπως αυτές εξειδικεύονται στην ελληνική συγκυρία, τις οποίες προφανώς χρεώθηκε η πολιτική τάξη.
Διαπιστώνουμε εντούτοις ότι δεν προβλήθηκε εμφανώς ένα εναλλακτικό προταγματικό αίτημα. Παρόλο τον ισχυρισμό των νέων ότι έχει διαρραγεί η εμπιστοσύνη τους στα θεμέλια και στις αξίες του κρατούντος συστήματος, η προβληματική τους παραμένει αναφορική αποκλειστικά στις δυσλειτουργίες του και, υπό μια άλλη έννοια, στοχαστική με πρόσημο τη βελτίωσή του. Το θέλουν πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο, πιο ανεκτικό, πιο «δημοκρατικό», δηλαδή εγγύτερα σ’ αυτούς και στην κοινωνία. Ακόμη και αυτή η συνάντηση της οργής τους με την ιδεολογία της καταστροφής ή της ιδιοποίησης που συνιστούν οι «καταλήψεις», αναπέμπει στην τιμωρία των συντελεστών του, δεν συνοδεύεται από την ιδέα ενός άλλου συστήματος που θα εγκαθίστατο στη θέση του.
Στον αντίποδα, οι ιστορικές ιδεολογίες με τις οποίες «ανδρώθηκε» ο νεότερος κόσμος, παρακάμπτονται κατά τρόπο εντυπωσιακό. Ο καταγγελτικός λόγος εναντίον του (νεο-)φιλελευθερισμού συνοδεύεται από μια εντυπωσιακή αποστασιοποίηση της νέας γενιάς από τις κατεστημένες ιδεολογίες της Αριστεράς. Μολονότι η διεθνής αλλά και η εσωτερική πολιτική συγκυρία στρέφει τη συμπάθεια των νέων μάλλον προς αυτές, η αποστασιοποίησή τους είναι προφανής, τόσο σε ό,τι αφορά στο παραδοσιακό τους πρόταγμα όσο και ως προς τις πολιτικές τους πρακτικές και συμπεριφορές. Οι νέοι δεν λειτούργησαν ως οπαδοί του κομματικού, του συνδικαλιστικού ή όποιου άλλου (π.χ. των «ομάδων» διαμεσολάβησης) κατεστημένου, το οποίο θα έλεγα ότι υπερέβησαν με θεαματικό τρόπο. Ως προς αυτό αξίζει, νομίζω, να επισημανθεί η απόσταση που διαπιστώνεται μεταξύ της πολιτικής πράξης που διακίνησαν οι νέοι και του «μιντιατικού» πολιτικού λόγου που μονοπώλησαν οι «ειδικοί», οι οποίοι έσπευσαν αυτόκλητοι να «εκπροσωπήσουν» τους νέους ή να μεθερμηνεύσουν την οργή τους.
Η απουσία, ακριβώς, του σοσιαλιστικού αιτήματος στην πολιτική διαλεκτική των νέων και η εστίαση του ενδιαφέροντός τους στη βελτίωση του παρόντος και του μέλλοντος, επιβεβαιώνουν ότι οι νέοι έχουν εγκατασταθεί ουσιωδώς στο πεδίο του λεγόμενου «φιλελευθερισμού» με ορίζοντα ένα πιο ανοιχτό ή, μάλλον, φιλικό κοινωνικό πρόσωπο και περιβάλλον δικαιοσύνης. Από την άποψη αυτή, εκείνο που μπορεί να συγκρατήσει κανείς από την συμπεριφορά των νέων είναι ότι διαφοροποιήθηκαν πλήρως από το κομματικό κατεστημένο και το ιδεολογικό του πρόταγμα, επικυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την ολοσχερή κατάρρευση του κύκλου τους.
Το κενό αυτό, που καλύπτει το σύνολο του πολιτικού φάσματος, μπορεί να εξηγήσει, από μια άλλη άποψη, τη συμπάθεια των νέων προς τους «αντιεξουσιαστές». Συμπάθεια, η οποία όμως πρέπει να αποδοθεί στην απέχθεια που εκδηλώνει σύσσωμη η ελληνική κοινωνία έναντι της «κατακτητικής» λογικής του νεοελληνικού κρατικού μορφώματος.
Ώστε τα αιτήματα των νέων παρέμειναν, καταρχήν, αυστηρά ενδοσυστημικά. Εστιάσθηκαν στην παθογένεια του νεοελληνικού κράτους, που ανέδειξε η συγκυρία του φόνου του συνομηλίκου τους, σε συνδυασμό με την ψυχολογία της κρίσης, η οποία ενδυνάμωσε την ήδη οριακή, λόγω της αλλαγής των σχέσεων εργασίας και κεφαλαίου (το ζήτημα της γενιάς των 600 ή των 700 ευρώ κ.λπ.), ανασφάλεια της κοινωνίας.
Προφανώς δεν διατυπώνεται μια γενική κατηγορία που να ενοχοποιεί το κράτος ως φορέα ενός τυπικά αυταρχικού καθεστώτος. Συλλαμβάνεται ως εχθρός της κοινωνίας και, κατ’ επέκταση, η αστυνομία ως μηχανισμός επιβολής του συμφέροντός του στο συλλογικό υποκείμενο. Το κράτος αυτό επομένως εμφανίζεται στα μάτια των νέων ως εξολοκλήρου υπόλογο για την μη συνάντησή του με την κοινωνική προσδοκία και, ειδικότερα, για την απαξία του συλλογικού, για την ανομία και την ασυλία με την οποία περιβάλλει τους πολιτικούς θιασώτες της ιδιοποίησης του δημοσίου χώρου και της εκχώρησής του στους ποικίλους όσους συγκατανευσιφάγους της (οικονομικής και της επικοινωνιακής) διαπλοκής και, εντέλει, της διαφθοράς. Με δεδομένο ότι οι οργισμένοι διαδηλωτές ήσαν νέοι μαθητές ή σπουδαστές, η εναντίωση αυτή στο κράτος εξειδικεύθηκε στο ζήτημα της κρίσης που διέρχεται η παιδεία στη χώρα, η υποχρηματοδότησή της κ.λπ.
Περισσότερο από τα διατυπούμενα αιτήματα σημασία έχει η αιτιολογία της αντίδρασης. Αντιδρούμε, θα πουν, γιατί δεν αισθανόμαστε ότι έχουμε μέλλον. Θα σπουδάσουμε γνωρίζοντας από πριν ότι το πτυχίο μας δεν θα έχει αντίκρισμα στην αγορά εργασίας, ότι μας περιμένει η ανεργία και, στην καλύτερη περίπτωση, μια θέση που δεν θα αντιστοιχείται με το αντικείμενο των σπουδών μας. Το ένστικτο τούς ψιθυρίζει στο υποσυνείδητο ότι δεν υπάρχει διέξοδος, πως τελικά ο κόσμος που ζουν τους απορρίπτει οδηγώντας τους στο περιθώριο. Το πανεπιστήμιο αποβαίνει η θεμέλια βάση του προβληματισμού αυτού, καθώς πέραν της εγγενούς απαξίας που κατατρύχει την ελληνική εκδοχή του, η νεοτερικότητα δεν θέλει να αποδεχθεί ότι και αυτό, όπως και το σύνολο των θεσμών της, εξακολουθεί να λειτουργεί με τους όρους και τους στόχους της εποχής της Αναγέννησης, χωρίς ουσιαστική επαφή με τις πραγματικότητες της εποχής μας. Η αποξένωσή του από τη διαδικασία της παραγωγής και της διακίνησης της γνώσης, η αποσυσχέτισή του από το κοινωνικό διακύβευμα, θεμελιώνει έτσι καταγωγικά το κλίμα του αδιεξόδου που διακατέχει τους νέους. Από την άποψη αυτή, έχει ιδιαίτερη σημασία να ειπωθεί ότι οι νέοι έφηβοι που διαδήλωσαν την οργή τους στους δρόμους των μεγάλων πόλεων δεν ανήκουν εξ αντικειμένου στην κατηγορία των αποκλεισμένων ούτε και συνάγεται ότι οι οικογένειες τους, ιδίως αυτών που εκδήλωσαν τη συμπάθειά τους στον «αντιεξουσιαστικό» χώρο, ταξινομούνται μεταξύ των μελών της κοινωνίας που έχουν διέλθει το κατώφλι της φτώχειας. Προφανώς δεν μπορούν να αναλύσουν ή να διεισδύσουν στην αιτία της κρίσης, εισπράττουν όμως τις συνέπειες.
Η ανωτέρω αιτιολογία, ωστόσο, δεν είναι από μόνη της επαρκής για να εξηγήσει την έκταση και την ένταση του φαινομένου της διαμαρτυρίας ούτε ιδίως την πρωτοφανή συμπάθεια της κοινωνίας προς την «εξέγερση» των νέων. Τη συμπάθεια αυτή ορισμένοι την απέδωσαν στην προβληματική σχέση που διακατέχει την κοινωνία έναντι της νομιμότητας ενγένει. Η ερμηνεία αυτή θα μπορούσε, υπό μια έννοια, να ενισχυθεί από το γεγονός ότι από τον πολιτικό λόγο των νέων (και της κοινωνίας) αναδύεται κατά τρόπο σταθερό μια ενδιάθετη όσο και γενικευμένη αμφισβήτηση, που συχνά επενδύεται ένα «στασιαστικό» περιεχόμενο, και επικεντρώνεται ιδίως στο κράτος, στην αγορά και τις τελευταίες δεκαετίες στα ΜΜΕ.
Η ενδιάθετη αυτή αμφισβήτηση, δεν αποκλείεται να επανήλθε εντονότερη τον τελευταίο καιρό, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης της οποίας οι επιπτώσεις προαναγγέλθηκαν ή, ενδεχομένως, τα ίχνη έγιναν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αισθητά σε ορισμένους τομείς της κοινωνικής ζωής. Για να αξιολογηθεί όμως η συμβολή της οικονομικής κρίσης στην ενδιάθετη αμφισβήτηση της κοινωνίας προς το κράτος, όπως και η γενικότερη υποβάθμιση των εργασιακών σχέσεων, του κράτους πρόνοιας, ακόμη και του κράτους δικαίου και βεβαίως η ανεργία που πλήττει τους νέους, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι επιπτώσεις τους έγιναν περισσότερο αισθητές στην Ελλάδα απ’ ότι σε πολλές άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γεγονός ακριβώς αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Επιπλέον, η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα για το μέλλον αποτελεί σήμερα ένα φαινόμενο το οποίο επιτείνεται από την επελθούσα οικονομική κρίση, άρχισε ωστόσο να δημιουργείται προ πολλού, συντοχρόνω με την ανατροπή των παραδοσιακών ισορροπιών που επήλθε ως απόρροια της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης». Με μια επισήμανση: δεν είναι η πλανητική ακτίνωση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος και των παραμέτρων (της οικονομίας κ.λπ.) του, υπόλογες της δημιουργίας μιας μεγάλης στρατιάς αποκλεισμένων (που ανάγονται στην εργασία κ.λπ.), αλλά η ανατροπή των συσχετισμών μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Ανατροπή που οδήγησε στην πολιτική -και όχι μόνο οικονομική- κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς, με αποτέλεσμα την ανάδειξη της απληστίας, της κατάχρησης ισχύος και της προβολής του συμφέροντος της αγοράς σε υπέρτατη αρχή. Ανατροπή, επομένως, που συνέβη επειδή η πολιτική δεν παρακολούθησε την κοσμοσυστημική ακτίνωση των λοιπών ανθρωποκεντρικών παραμέτρων, όπως της οικονομίας, της επικοινωνίας, της κινητικότητας της εργασίας κ.λπ., ούτε ιδίως ανασυντάχθηκε το μέτωπο της σχέσης του κοινωνικού με το πολιτικό στο εσωτερικό πεδίο, ώστε να ξανασυναντηθούν η κοινωνία με τους φορείς του πολιτικού συστήματος.
Τι είναι λοιπόν αυτό που στην ελληνική περίπτωση συνετέλεσε ώστε ο φόνος του εφήβου και δι’ αυτού το ζήτημα της οικονομικής κρίσης και, γενικότερα, της επιβάρυνσης των εργασιακών συνθηκών και της αβεβαιότητας για το μέλλον, να μεταβληθεί τόσο εμφατικά σε πολιτικό πρόβλημα; Η διερώτηση αυτή συνέχεται, από την άλλη, με την επισήμανση ότι το ελληνικό πρόβλημα (η πολιτική διατύπωση της οργής των νέων) έγινε αντιληπτό ως εκδήλωση ενός ευρύτερου, με παγκόσμιες διαστάσεις, φαινομένου που ήταν δεκτικό να πυροδοτήσει αντίστοιχες πολιτικές εκδηλώσεις και σε άλλες χώρες. Παρόλες όμως τις περιορισμένες οπωσδήποτε στιγμές αλληλεγγύης που τροφοδότησε, αν κρίνει κανείς από το αποτέλεσμα, αλλά και τις περαιτέρω αντιδράσεις που κινητοποίησε μέχρι τη στιγμή αυτή η οικονομική κρίση, συνάγεται ότι αποτέλεσε εντέλει μια καθόλα ελληνική ιδιαιτερότητα.
Για να εξηγηθεί το συγκεκριμένο φαινόμενο οφείλουμε, κατά τη γνώμη μου, να εστιάσουμε την προσοχή μας σε ορισμένες παραμέτρους της κρίσης οι οποίες διαφεύγουν συνήθως από την τρέχουσα προβληματική, συγκροτούν όμως αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί «ελληνική ιδιαιτερότητα». Η ιδιαιτερότητα αυτή συνδυάζει την ασυμβατότητα του κρατικού μορφώματος, με το οποίο ενδύθηκε η νεοτερικότητα κατά την έξοδό της από τον φεουδαλικό Μεσαίωνα, με την ιδιοσυστασία της ελληνικής κοινωνίας. Θεμελιώδης εκδήλωση της ασυμβατότητας αυτής αποτέλεσε η μη ανταποκρισιμότητά του στις προτεραιότητες και, κατ’ επέκταση, στις προσδοκίες της. Από την πλευρά της κοινωνίας, η αποξένωσή της από την πολιτεία προκάλεσε μια ενδιάθετη στάση διαρκούς αμφισβήτησης του κράτους που την ενσάρκωσε και των φορέων του, η οποία αποκρυσταλλώθηκε είτε ως έλλειψη σεβασμού προς ό,τι ορίζεται ως «δημόσιος» χώρος είτε σε εμφανή εχθρότητα, κυρίως σε περιόδους κρίσης. Το κράτος θα αντιμετωπισθεί ευρέως ως «ξένο σώμα» από την ελληνική κοινωνία.
Στο νέο αυτό περιβάλλον ο μετασχηματισμός της πελατειακής παρέκκλισης σε σύστημα που ορίζει τη φύση της πολιτείας και επιτρέπει στο κόμμα να το ενσαρκώσει, οδήγησε εντέλει την ελληνική κοινωνία να μεταστεγασθεί από ένα κράτος εθνικής κατοχής (το οθωμανικό) σε ένα εθνικό κράτος εσωτερικής πολιτικής κατοχής. Η έννοια της πολιτικής κατοχής ορίζεται, όπως έχω διευκρινίσει αλλού, σε συνάρτηση με το γεγονός της πολιτικής κυριαρχίας, το οποίο δεν συνεκτιμά το ανάπτυγμα της κοινωνίας στο πεδίο της ελευθερίας. Το νεοελληνικό κράτος, μην έχοντας ως αντικείμενο την κοινωνική απελευθέρωση και σε προφανή αντίθεση με το διακύβευμα της εθνικής ολοκλήρωσης, λειτούργησε σε ένα κλίμα καταφανούς ανισορροπίας στη σχέση κοινωνίας και πολιτικής και, κατ’ επέκταση, μη συνάντησή του με το κοινό συμφέρον και τη συλλογική προσδοκία.
Το γεγονός αυτό είναι αποκαλυπτικό της ιδιαιτερότητας του ελληνικού κράτους: Είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό για το σκοπό της «εξατομίκευσης» του συλλογικού διακυβεύματος της κοινωνίας ώστε η πολιτική τάξη απερίσπαστη να κυριαρχεί, να το ιδιοποιείται και να διαπλέκεται με τα συμφέροντα που το περιβάλλουν. Η διαφθορά που στον ομόλογο νεοτερικό κόσμο αποτέλεσε πάντοτε μια μη ομολογημένη σταθερά της πολιτικής τάξης, αποτελεί σ’ αυτό ένα διάχυτο φαινόμενο, που καλύπτει το σύνολο του ιστού της πολιτείας και της διοίκησης. Το ελληνικό κράτος, αποκομμένο θεσμικά και πραγματικά από το συλλογικό γίγνεσθαι της κοινωνίας, θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί από όπου όφειλε να αρχίζει. Ψηφίζει με άνεση νόμους (λ.χ. για την οδική ασφάλεια), εναποθέτει όμως στον «πατριωτισμό» των πολιτών την εφαρμογή τους. Αποφασίζει την πραγματοποίηση δημοσίων έργων, ουδέποτε όμως ελέγχει την ακρίβεια της υλοποίησής τους. Οι οργανισμοί και οι ενγένει θεσμοί του κράτους καλούνται σταθερά να υπηρετήσουν το κομματικό συμφέρον, το οποίο συμπίπτει προφανώς με το κρατικό/δημόσιο συμφέρον. Εξού και η θητεία του πολιτικού και του διοικητικού προσωπικού αξιολογείται με γνώμονα τη νομιμοφροσύνη στην κομματική ηγεσία και την προσήνειά του στο σκοπό του κόμματος. Ο σκοπός αυτός εξηγεί άλλωστε την προσέγγιση της στελέχωσης των δημοσίων θεσμών υπό το πρίσμα της «προσφοράς» στο κόμμα και όχι της «αρμοδιότητας» ή της ικανότητας και της αφοσίωσης στο κοινωνικό σύνολο. Η ενσάρκωση του κράτους από το κόμμα βρίσκεται ακριβώς πίσω από τη διαπίστωση ότι ουσιαστικά η έννοια της «κύρωσης», σε ολόκληρο το φάσμα της πολιτικής και της διοίκησης, είναι ανύπαρκτη. Με διαφορετική διατύπωση, όχι μόνο η πολιτική τάξη τοποθετείται, σύμφωνα με τη φιλοσοφία του νεοτερικού συστήματος, υπεράνω του νόμου, αλλά και η διοίκηση μέχρι τον τελευταίο θυρωρό, καλύπτεται από νομική ή λειτουργική ασυλία. Ούτως ή άλλως, διαπιστώνεται μια πλήρης σύγχυση μεταξύ ελέγχοντος και ελεγχομένου.
Συγχρόνως, επιχειρείται συστηματικά η μετάθεση στην κοινωνία της ευθύνης για την ανομία, για την ανεπάρκεια ή την απαξίωση του πολιτικού προσωπικού, για τη διάλυση και τη διαφθορά. Η θεμελιώδης αρχή που διέπει τη λειτουργία της ελληνικής πολιτείας συμπυκνώνεται στην απουσία επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας του κράτους, πνεύματος ευθύνης, εποπτείας, κύρωσης, δηλαδή συνάφειας με το σκοπό της. Η έννοια της μεταρρύθμισης για το πολιτικό προσωπικό εξομοιώνεται όχι με την εφαρμογή του νόμου και, ενδεχομένως με τη διόρθωση των τομέων του κράτους που χωλαίνουν ή με την αλλαγή πολιτικής πορείας, αλλά με την ψήφιση ενός νέου νόμου, ο οποίος γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι δεν θα εφαρμοσθεί.
Στο πλαίσιο αυτό, η ιδέα της έννομα συγκροτημένης πολιτείας, που μεριμνά για τον έλεγχο της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς, προκειμένου να διασφαλισθεί η ισότητα και η ασφάλεια των πολιτών, είναι ξένη προς τον πολιτικό πολιτισμό της πολιτικής τάξης. Το ίδιο ξένη είναι και η γενικά παραδεδεγμένη αντίληψη ότι η εφαρμογή ή η μη εφαρμογή του νόμου εκπληρώνει επίσης μια καίρια παιδευτική λειτουργία: εμποτίζει με το ήθος του κανόνα την κοινωνία. Ο εθισμός, για παράδειγμα, στην έννομη οδηγική συμπεριφορά ή στην επαγγελματική παράσταση της αγοράς δεν μπορεί να αφεθεί στην καλή θέληση των ολίγων που εγκολπώνονται τον κανόνα. Δημιουργείται κατά μικρόν με την εφαρμογή του κανόνα ή με τη βεβαιότητα της «σύλληψης» της παρέκκλισης. Στην ελληνική πολιτεία, ωστόσο, ο πολίτης διδάσκεται ότι οι νόμοι ισχύουν για τους άλλους, γι’ αυτούς που δεν έχουν «μέσον» στην πολιτική ή γενικότερα στην κρατική σφαίρα. Ο νέος που έχει «μέσον» δεν θα πάει στρατιώτης στον Έβρο, θα μείνει στο Επιτελείο ή θα υπηρετήσει σε προνομιούχες μονάδες. Ο παραβάτης του ΚΟΚ που είναι στα πράγματα θα «σβήσει» την κλήση, ο έχων πρόσβαση στις αρχές θα αποκτήσει άδεια εισόδου στον δακτύλιο κ.λπ. Η αντίληψη αυτή είναι προφανώς δεδομένη στο σύνολο του δημόσιου τομέα και, επίσης, διάχυτη σε ό,τι αφορά στη δικαιοσύνη και, βεβαίως, στην άσκηση των πολιτικών (συναλλαγές με τον ιδιωτικό τομέα κ.λπ.) του κράτους.
Για την παραβατικότητα του κράτους ο πολιτικός θα αντιτείνει ότι η κοινωνία είναι τελικά υπεύθυνη, δηλαδή όλοι εκείνοι που επιδιώκουν να ταξινομηθούν στη χορεία των προνομιούχων. Όχι αυτός που εισάγει τις εξαιρέσεις, που καταχράται της θέσης του ή που παραβιάζει τον κανόνα για πελατειακούς λόγους. Ο κοινός νους όμως διερωτάται εάν θα διανοηθεί κανείς να ζητήσει την ένταξή του στη στρατιά των εξαιρέσεων -να βάλει «μέσον»- αν γνωρίζει ότι τελικά αυτό δεν είναι εφικτό για κανένα. Συγχρόνως δεν συνεκτιμάται ότι η έννοια της κοινωνίας των πολιτών διαφέρει ουσιωδώς από την έννοια του πολίτη ως ατομικότητας. Ο πολίτης που επιδιώκει να ικανοποιήσει το προσωπικό του συμφέρον (π.χ. να καταλάβει μια θέση εργασίας στο δημόσιο) δεν θα συμπεριφερθεί με τον ίδιο τρόπο εάν κληθεί να λειτουργήσει ως φορέας της πολιτικής. Στην πρώτη περίπτωση για να επιτύχει τον στόχο του οφείλει να μετέλθει τις πρακτικές που επιβάλλει το σύστημα ειδάλλως θα αποτύχει προς όφελος όχι του κανόνα αλλά κάποιου τρίτου. Στη δεύτερη περίπτωση, η απομάκρυνσή του από το άμεσο προσωπικό του πρόβλημα, η λειτουργία του δηλαδή ως συλλογικό υποκείμενο μεταθέτει τη σκέψη του στο πεδίο της πολιτικής ορθοπραγίας που υπαγορεύει η αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος. Αρκεί να σταθεί κανείς στο αποτέλεσμα των δημοσκοπήσεων και, θα έλεγα, να συγκρίνει τις απαντήσεις της «κοινής γνώμης» με τις πολιτικές επιλογές της πολιτικής τάξης. Η έκπληξη που θα δοκιμάσει θα είναι όντως εντυπωσιακή. Σε κάθε περίπτωση, είναι προφανές ότι η ευθύνη συνοδεύει τον κατά το Σύνταγμα υπεύθυνο ηγήτορα, όχι τον παραβάτη που σπεύδει να επωφεληθεί από τις διαφυγές του συστήματος.
Η διάχυτη ανομία που διέπει το ελληνικό κράτος συνάδει με τον τρόπο που η πολιτική τάξη αντιλαμβάνεται την έννοια της πολιτικής ευθύνης. Είναι γνωστό πως στο κράτος της νεοτερικότητας η πολιτική πράξη δεν υπόκειται στη δικαιοσύνη, για τον απλό λόγο ότι εφαρμόζεται και, εν προκειμένω, η αρχή της εξαίρεσης από αυτήν του κατόχου της πολιτικής κυριαρχίας. Συμβαίνει όμως την αρχή αυτή, η ελληνική πολιτική τάξη να τη διευρύνει στο ακραίο της όριο, εισάγοντας αφενός το δόγμα της ασυλίας και αφετέρου την αυτοεξαίρεσή της από αδικήματα που αφορούν στην καταχρηστική άσκηση της εξουσίας ή στην καταδολίευση του δημόσιου χώρου/αγαθού. Η ασυλία καλύπτει ουσιαστικά τον ιδιωτικό βίο του πολιτικού, ο οποίος επιπλέον δύναται να καθυβρίσει τον πολίτη, να του φερθεί καταφρονητικά ή να αρνηθεί να του παράσχει την δικαιουμένη συνδρομή, χωρίς συνέπειες. Θεωρεί επίσης αυτονόητο ότι μπορεί να παρεμβαίνει στη δικαιοσύνη και στη διοίκηση υπέρ της κομματικής του πελατείας, να εφαρμόζει επιλεκτικά το νόμο, να μοιράζει εύνοιες, να διορίζει «από το παράθυρο», να κατανέμει τα δημόσια έργα ανάλογα με τις κομματικές ή προσωπικές του προτεραιότητες, να καταλύει την έννομη τάξη με τους πραιτωριανούς του, όπως στα πανεπιστήμια, και να μεταβάλει ενγένει το κράτος σε κομματικό ή προσωπικό του φέουδο.
Σε κάθε περίπτωση, η έννοια της πολιτικής ευθύνης προβάλλει ως άλλοθι για την εξαίρεση του πολιτικού από το νόμο. Η παραβατική συμπεριφορά του πολιτικού αποτελεί δικαίωμα. Οσάκις, μάλιστα, τίθεται ζήτημα ευθύνης του πολιτικού προσωπικού για συγκεκριμένες έκνομες πράξεις, η συνήθης επωδός που επαναλαμβάνεται συνάπτεται με την κατηγορία ότι «ποινικοποιείται η πολιτική ζωή». Με άλλα λόγια, η δίωξη των πολιτικών κακοποιών, από τους οποίους βρίθει η ελληνική πολιτική ζωή, θεωρείται απαράδεκτη. Εξού και καλύπτεται από σύντομο χρόνο παραγραφής, ο δε πολίτης δεν δικαιούται να τους ελέγξει. Στον πολίτη δεν αναγνωρίζεται ότι έχει έννομο συμφέρον να ελέγχει τον πολιτικό για τις πράξεις ή τις παραλήψεις του ή να ζητήσει από αυτόν αποκατάσταση της ζημίας που θα υποστεί συνεπεία των πολιτικών του αποφάσεων.
Θα είχε ενδιαφέρον εντούτοις να συνδέσει κανείς το μείζον αυτό ζήτημα με το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται κανείς ότι είναι αντιπρόσωπος άλλου τινός και να αρνείται στον εντολέα τον έλεγχο των πεπραγμένων του; Το ερώτημα αυτό συνδέεται με μια αλληλουχία άλλων ερωτημάτων που εκπορεύονται από την έννοια της αντιπροσώπευσης και αποκαλύπτουν την κυνική υποκρισία που υποκρύπτει ο ισχυρισμός ότι το νεοτερικό πολιτικό σύστημα έχει αντιπροσωπευτική θεμελίωση.
Το φαινόμενο της ιδιοποίησης δεν είναι νέο και, μάλιστα, της περιόδου της μεταπολίτευσης. Εμφανίζεται ως μια κατεξοχήν σταθερά του νεοελληνικού κράτους από την πρώτη στιγμή της εγκαθίδρυσης της κρατικής δεσποτείας (της βαυαρικής απολυταρχίας). Το κράτος αυτό συνέβαλε τα μέγιστα στην αποδόμηση του ελληνισμού, της αστικής και της πνευματικής του τάξης, μεταβάλλοντας την κοινωνία σε πελατειακό όμηρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: